Περίληψη
Η παρούσα διατριβή συμβάλλει στη μελέτη συντακτικών φαινομένων τα οποία, σε επιφανειακό επίπεδο, εμφανίζουν χαρακτηριστικά ρηματικής παράταξης. Ειδικότερα, αντικείμενο της έρευνας αποτελούν δύο συντακτικές κατασκευές της Ελληνικής, καθεμία από τις οποίες περιλαμβάνει δύο κλιτούς ρηματικούς τύπους που συνδέονται μέσω του παρατακτικού συνδέσμου «και». Οι κατασκευές αυτές εξετάζονται ως προς τις συντακτικές, μορφολογικές και σημασιολογικές τους ιδιότητες, με στόχο τη διατύπωση μιας θεωρητικής ανάλυσης της συντακτικής τους παραγωγής στο πλαίσιο της Μινιμαλιστικής Σύνταξης. Η πρώτη κατασκευή, η οποία αναφέρεται ως GPC (Greek Pseudo-Coordination), αντιστοιχεί στην ελληνική εκδοχή ενός διαγλωσσικού φαινομένου που στη σχετική βιβλιογραφία είναι ευρέως γνωστό ως ψευδοπαράταξη. Η GPC απαντά είτε με το ρήμα κίνησης «πηγαίνω» είτε με το ρήμα στάσης «κάθομαι» στη θέση V1, ενώ στη θέση V2 πραγματώνεται ένα ρήμα πλήρους λεξικής σημασίας με ταυτόσημη κλιτική σήμανση. Η κατασκευή εμφανίζει τις χαρακτη ...
Η παρούσα διατριβή συμβάλλει στη μελέτη συντακτικών φαινομένων τα οποία, σε επιφανειακό επίπεδο, εμφανίζουν χαρακτηριστικά ρηματικής παράταξης. Ειδικότερα, αντικείμενο της έρευνας αποτελούν δύο συντακτικές κατασκευές της Ελληνικής, καθεμία από τις οποίες περιλαμβάνει δύο κλιτούς ρηματικούς τύπους που συνδέονται μέσω του παρατακτικού συνδέσμου «και». Οι κατασκευές αυτές εξετάζονται ως προς τις συντακτικές, μορφολογικές και σημασιολογικές τους ιδιότητες, με στόχο τη διατύπωση μιας θεωρητικής ανάλυσης της συντακτικής τους παραγωγής στο πλαίσιο της Μινιμαλιστικής Σύνταξης. Η πρώτη κατασκευή, η οποία αναφέρεται ως GPC (Greek Pseudo-Coordination), αντιστοιχεί στην ελληνική εκδοχή ενός διαγλωσσικού φαινομένου που στη σχετική βιβλιογραφία είναι ευρέως γνωστό ως ψευδοπαράταξη. Η GPC απαντά είτε με το ρήμα κίνησης «πηγαίνω» είτε με το ρήμα στάσης «κάθομαι» στη θέση V1, ενώ στη θέση V2 πραγματώνεται ένα ρήμα πλήρους λεξικής σημασίας με ταυτόσημη κλιτική σήμανση. Η κατασκευή εμφανίζει τις χαρακτηριστικές ιδιότητες που διακρίνουν τυπολογικά την ψευδοπαράταξη από την κανονική παράταξη, ενώ παράλληλα παρουσιάζει ορισμένες ιδιοσυγκρασιακές ιδιότητες ως προς την δυνατότητα παράλειψης του «και» και την κατανομή του ρητά πραγματωμένου κλιτικού υλικού. Σε ό,τι αφορά το ρήμα κίνησης ή στάσης στη θέση V1, υποστηρίζεται ότι λειτουργεί ως ελαφρύ ρήμα, το οποίο δεν συνεισφέρει το πλήρες λεξικό σημασιολογικό του περιεχόμενο, αλλά εξαρτάται από την θέση V2 για την απόδοση του κύριου σημασιολογικού περιεχομένου του γεγονότος. Με βάση τη συντακτική κατανομή του, το «και» δεν αναλύεται ως πραγμάτωση του παρατακτικού συνδέσμου, αλλά ως δείκτης λόγου που διατηρεί την προτασιακή ακεραιότητα της κατασκευής. Επιπλέον, καταδεικνύεται ότι η GPC εμφανίζει χαρακτηριστικά ενοποίησης προτάσεων (clause union), τα οποία συνηγορούν υπέρ μιας μονοπροτασιακής συντακτικής δομής. Για τη συντακτική παραγωγή της GPC προτείνεται μια χαρακτηριστικοκεντρική (feature-based) ανάλυση, η οποία αξιοποιεί τον μηχανισμό Reverse Agree της Wurmbrand (2012) για την αποτίμηση μορφοσυντακτικών χαρακτηριστικών που σχετίζονται με την κλιτική μορφολογία των δύο ρημάτων. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει την ερμηνεία των κλιτικών ιδιαιτεροτήτων της κατασκευής, και ειδικότερα της κλιτικής ταύτισης μεταξύ V1 και V2 καθώς και της κατανομής του ρητά πραγματωμένου κλιτικού υλικού. Η δεύτερη κατασκευή, η οποία χαρακτηρίζεται ως GCC (Greek Control Coordination), περιλαμβάνει ένα ρήμα ελέγχου στη θέση V1, ακολουθούμενο από ένα φαινομενικά παραταγμένο ρήμα στη θέση V2. Ωστόσο, το V2 εμφανίζεται σε θέση η οποία συνδέεται τυπικά με συμπλήρωμα υποτακτικής, γεγονός που υποδηλώνει ότι η υποκείμενη συντακτική δομή της κατασκευής είναι περισσότερο σύνθετη από εκείνη της κανονικής παράταξης. Παρότι κατασκευές αυτού του τύπου εντάσσονται συχνά διαγλωσσικά στην ευρύτερη κατηγορία της ψευδοπαράταξης, η GCC διαφοροποιείται από την GPC ως προς τρεις βασικές παραμέτρους: (i) τη φύση του V1, (ii) τη συντακτικοσημασιολογική σχέση μεταξύ V1 και V2 και (iii) τη συντακτική φύση του «και». Με βάση τις διαφορές αυτές, υιοθετείται διαφορετική προσέγγιση για τη συντακτική παραγωγή της GCC. Δεδομένου ότι το «και» στην GCC δεν εμφανίζει ενδείξεις μορφοσυντακτικής διάβρωσης, αναλύεται ως πραγμάτωση του παρατακτικού συνδέσμου. Επιπλέον, για την ερμηνεία των ιδιοσυγκρασιακών ιδιοτήτων της κατασκευής, όπως η ερμηνεία πραγματωμένου γεγονότος (actuality entailment) και ο περιορισμός στην οριστική έγκλιση, υιοθετείται η ανάλυση των Giannakidou και Staraki (2012), σύμφωνα με την οποία η GCC συνιστά παρατακτική δομή με αιτιακή σημασιολογική σχέση μεταξύ των δύο μελών. H ανάλυση της αιτιότητας που προτείνουν οι Giannakidou και Staraki (2012) διευρύνεται ώστε να καλύπτει το εμπειρικά τεκμηριωμένο φάσμα ρημάτων ελέγχου που συνδέονται με την GCC. Τέλος, για την ερμηνεία ιδιοτήτων ασύμβατων με μια παρατακτική ανάλυση, όπως η παραβίαση του Coordinate Structure Constraint (CSC) και οι περιορισμοί στο υποκείμενο που σχετίζονται με τον έλεγχο, προτείνεται μια πολυκυριαρχική συντακτική δομή (multidominance), η οποία περιλαμβάνει δομικό διαμοιρασμό του αναφορικού στοιχείου του υποκειμένου μεταξύ των δύο ρημάτων. Μέσω της λεπτομερούς εμπειρικής και θεωρητικής διερεύνησης της GPC και της GCC, η παρούσα διατριβή αναδεικνύει τη ποικιλομορφία και την πολυπλοκότητα των κατασκευών που εμφανίζουν επιφανειακή ομοιότητα με την παράταξη στη φυσική γλώσσα. Μολονότι η GPC και η GCC έχουν συχνά αντιμετωπιστεί ως εκφάνσεις ενός ενιαίου φαινομένου, η παρούσα μελέτη εξετάζει συστηματικά τις επιμέρους ιδιότητές τους και αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους διαφοροποιούνται τόσο μεταξύ τους όσο και από την κανονική παράταξη. Παράλληλα, καταδεικνύει ότι οι εν λόγω κατασκευές δεν μπορούν να υπαχθούν σε παραδοσιακές συντακτικές κατηγορίες ή σε απλουστευτικές γενικεύσεις, αλλά αντανακλούν σύνθετες αλληλεπιδράσεις μεταξύ σύνταξης, σημασιολογίας και μορφολογίας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation contributes to the understanding of syntactic phenomena that superficially resemble a coordination of verbs. It focuses on the analysis of two syntactic constructions in Greek, each consisting of two inflected verbs joined by the conjunction coordinator ke ‘and’. These constructions are examined with respect to their syntactic, morphological, and semantic properties, with the aim of developing a formal account of their syntactic derivation within the framework of Minimalist syntax. The first construction, labeled as GPC (Greek Pseudo-Coordination), represents the Greek variant of a cross-linguistic phenomenon commonly referred to in the literature as pseudo-coordination. The GPC is attested with either the motion verb piγeno ‘go’ or the posture verb kathome ‘sit’ in its V1 slot, followed by a lexical verb with identical inflectional marking. The construction exhibits the typical properties of pseudo-coordination attested in other languages, while also displaying certa ...
This dissertation contributes to the understanding of syntactic phenomena that superficially resemble a coordination of verbs. It focuses on the analysis of two syntactic constructions in Greek, each consisting of two inflected verbs joined by the conjunction coordinator ke ‘and’. These constructions are examined with respect to their syntactic, morphological, and semantic properties, with the aim of developing a formal account of their syntactic derivation within the framework of Minimalist syntax. The first construction, labeled as GPC (Greek Pseudo-Coordination), represents the Greek variant of a cross-linguistic phenomenon commonly referred to in the literature as pseudo-coordination. The GPC is attested with either the motion verb piγeno ‘go’ or the posture verb kathome ‘sit’ in its V1 slot, followed by a lexical verb with identical inflectional marking. The construction exhibits the typical properties of pseudo-coordination attested in other languages, while also displaying certain properties unique to the Greek variant, such as the omissability of ke and the distribution of overt inflectional material. With respect to the motion or posture verb in V1, it is argued that it functions as a light verb that does not contribute its full lexical semantics, but is instead dependent on V2 to provide the primary eventive information. Based on its syntactic distribution, ke is analyzed not as the realization of the conjunction coordinator, but as a discourse marker that maintains the propositional integrity of the construction. Furthermore, the GPC is shown to exhibit clause union effects and can thus be mapped into a mono-clausal syntactic structure. For the syntactic derivation of the GPC, a feature-based account is proposed, based on Wurmbrand’s (2012) Reverse Agree mechanism for feature valuation. This approach captures the inflectional properties of the construction, particularly the inflectional identity between V1 and V2 and the distribution of overt inflectional material. The second construction, labeled as GCC (Greek Control Coordination), consists of a control verb in the V1 slot, followed by an apparently coordinated verb. However, V2 occurs in a position typically associated with a subjunctive complement, suggesting a more complex underlying syntactic structure than that of ordinary coordination. Although constructions such as the GCC are often subsumed cross-linguistically under the category of pseudo-coordination, the GCC differs from the GPC in the following key aspects: (i) the nature of V1, (ii) the syntactic-semantic relation between V1 and V2, and (iii) the status of ke ‘and’. Based on these differences, a different approach is adopted for the syntactic derivation of the GCC. Given that ke does not show any signs of attrition in the GCC, it is treated as the realization of the conjunction coordinator. Furthermore, to capture the idiosyncratic properties of the construction, such as its actuality entailment and its restriction to indicative mood, the analysis follows Giannakidou and Staraki’s (2012) account of the GCC as a causative coordination. That said, their proposed notion of causation is extended to account for the empirically attested range of control verbs associated with the GCC. Finally, to capture properties incompatible with a coordination analysis, such as the violation of the Coordinate Structure Constraint (CSC) and the subject restrictions associated with control, a multidominant syntactic structure is proposed that involves structure sharing of the subject referent between the two verbs. Through a detailed empirical and theoretical investigation of the GPC and the GCC, the dissertation sheds light on the variability and complexity of coordinate-like constructions in natural language. While constructions like the GPC and the GCC have commonly been treated as a unitary phenomenon, this study offers a detailed investigation into their individual properties and highlights the ways in which they differ both from each other as well as ordinary coordination. Furthermore, it underscores that these constructions cannot be confined to traditional syntactic categories or straightforward generalizations, instead revealing nuanced interactions between syntax, semantics, and morphology.
περισσότερα