Περίληψη
Η πανδημική κρίση που προκάλεσε η λοίμωξη Covid-19 αποτέλεσε ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο-σοκ, το οποίο λειτούργησε ως καταλύτης επιτάχυνσης και ταυτόχρονα ανάδειξης των ήδη υπαρχουσών κοινωνικών αντιφάσεων και ανισοτήτων. Η παρούσα διατριβή δεν επικεντρώνεται σε μια αποτίμηση των εκπαιδευτικών συνεπειών της πανδημίας με τεχνοκρατικούς όρους, αλλά εξετάζει την πανδημία ως μέρος ενός συνεχούς διαδοχικών κρίσεων, οικονομικής, κοινωνικής, μεταναστευτικής και υγειονομικής, που έχουν διαμορφώσει συνθήκες κοινωνικής ρευστότητας, αστάθειας και αποδιοργάνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η εκπαίδευση λειτουργεί ως κρίσιμο πεδίο όπου αποτυπώνονται με ορατό τρόπο οι μηχανισμοί κοινωνικής ανισότητας και οι πολλαπλές μορφές κοινωνικής ευπάθειας. Η έρευνα εστιάζει στον Νομό Αττικής, περιοχή με έντονες κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις και αυξημένη παρουσία ευάλωτων ομάδων, ενώ ταυτόχρονα εξετάζει πώς η πανδημική κρίση ανέδειξε, επιδείνωσε ή αναδιαμόρφωσε τους μηχανισμούς εκπαιδευτικής ανισότητας. ...
Η πανδημική κρίση που προκάλεσε η λοίμωξη Covid-19 αποτέλεσε ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο-σοκ, το οποίο λειτούργησε ως καταλύτης επιτάχυνσης και ταυτόχρονα ανάδειξης των ήδη υπαρχουσών κοινωνικών αντιφάσεων και ανισοτήτων. Η παρούσα διατριβή δεν επικεντρώνεται σε μια αποτίμηση των εκπαιδευτικών συνεπειών της πανδημίας με τεχνοκρατικούς όρους, αλλά εξετάζει την πανδημία ως μέρος ενός συνεχούς διαδοχικών κρίσεων, οικονομικής, κοινωνικής, μεταναστευτικής και υγειονομικής, που έχουν διαμορφώσει συνθήκες κοινωνικής ρευστότητας, αστάθειας και αποδιοργάνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η εκπαίδευση λειτουργεί ως κρίσιμο πεδίο όπου αποτυπώνονται με ορατό τρόπο οι μηχανισμοί κοινωνικής ανισότητας και οι πολλαπλές μορφές κοινωνικής ευπάθειας. Η έρευνα εστιάζει στον Νομό Αττικής, περιοχή με έντονες κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις και αυξημένη παρουσία ευάλωτων ομάδων, ενώ ταυτόχρονα εξετάζει πώς η πανδημική κρίση ανέδειξε, επιδείνωσε ή αναδιαμόρφωσε τους μηχανισμούς εκπαιδευτικής ανισότητας. Η πανδημία δεν λειτούργησε ως αυτόνομο γεγονός, αλλά ως μια νέα κρίσιμη τομή σε ένα σύστημα ήδη επιβαρυμένο από προηγούμενες κρίσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, η παρούσα μελέτη διερευνά τους τρόπους σύμφωνα με τους οποίους οι δομικές κοινωνικές συνθήκες, η ανεπαρκής θεσμική προστασία, ο ψηφιακός αποκλεισμός, η χωρική και κοινωνική απομόνωση και η ψυχοκοινωνική πίεση συνέβαλαν στη διαμόρφωση νέων, αλλά και στην ενίσχυση παλαιότερων μορφών εκπαιδευτικού αποκλεισμού. Το θεωρητικό πλαίσιο της παρούσας διατριβής αξιοποιεί τις έννοιες του κοινωνικού, πολιτισμικού και εκπαιδευτικού κεφαλαίου του Pierre Bourdieu, τη θεωρία γλωσσικών και παιδαγωγικών κωδίκων του Basil Bernstein και την Προσέγγιση Δυνατοτήτων του A. Sen, η οποία επιτρέπει τη διερεύνηση της εκπαίδευσης υπό το πρίσμα των πραγματικών δυνατοτήτων συμμετοχής και όχι της ονομαστικής παροχής ίσων ευκαιριών. Με αυτόν τον τρόπο, η πανδημία προσεγγίζεται όχι ως ένα συγκυριακό γεγονός, αλλά ως ένας ιδιαίτερα ισχυρός κοινωνικός επιταχυντής που αποκαλύπτει τη βαθύτερη λειτουργία των ανισοτήτων και τις επιπτώσεις τους στις μαθησιακές τροχιές των ευάλωτων ομάδων. Η μεθοδολογική προσέγγιση στηρίζεται στην τριγωνοποίηση δεδομένων: ποσοτική έρευνα με ερωτηματολόγια σε 250 εκπαιδευτικούς και 293 γονείς-κηδεμόνες και ποιοτική διερεύνηση μέσω 40 ημι-δομημένων συνεντεύξεων (20 σε εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και 20 σε γονείς/κηδεμόνες). Ο συγκεκριμένος συνδυασμός επιτρέπει την κατανόηση των εμπειριών, των αντιλήψεων και των βιωμένων πραγματικοτήτων σχολικών κοινοτήτων σε μια περίοδο κοινωνικής αβεβαιότητας. Τα ευρήματα αναδεικνύουν ότι οι εκπαιδευτικές ανισότητες συνδέονται στενά με το οικογενειακό περιβάλλον, την κοινωνική θέση, την πρόσβαση ή μη σε ψηφιακά μέσα, την επάρκεια υποστηρικτικών δομών, τον βαθμό ψυχοκοινωνικής επιβάρυνσης και τη μορφή των σχέσεων μέσα στη σχολική κοινότητα. Παράλληλα, καταγράφεται η επαγγελματική κόπωση των εκπαιδευτικών, η ανεπαρκής κρατική υποστήριξη και η επιπλέον επιβάρυνση των γονέων/κηδεμόνων, ιδιαίτερα όσων ανήκουν σε χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Η ανάλυση των δεδομένων αναδεικνύει ότι η πανδημία λειτούργησε ως μεγεθυντικός φακός των ανισοτήτων, φωτίζοντας με ιδιαίτερη ένταση τις δομικές αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος και τις πολλαπλές μορφές αποκλεισμού που βιώνουν οι κοινωνικά ευάλωτοι μαθητές/τριες και οι οικογένειές τους. Η έρευνα καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής που εστιάζουν σε θεσμικές και κοινωνικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της εκπαιδευτικής δικαιοσύνης σε συνθήκες διαρκούς κρίσης, όπως στοχευμένη ενίσχυση υποδομών με κριτήρια ισότητας, ενδυνάμωση σχολείων σε περιοχές πολλαπλού αποκλεισμού, εκπαίδευση εκπαιδευτικών σε παιδαγωγικές διαχείρισης κρίσεων και σχεδιασμός ολιστικών προγραμμάτων στήριξης σχολικών κοινοτήτων. Μέσα από αυτή τη σκοπιά, η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως πεδίο όπου αποτυπώνεται η κοινωνική αποδιοργάνωση αλλά και ως χώρος από τον οποίο δύναται να ξεκινήσει η κοινωνική επανόρθωση και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The Covid-19 pandemic constituted a multidimensional social shock—a phenomenon that acted simultaneously as an accelerator and an exposer of long-standing structural inequalities and social contradictions. This dissertation does not focus on a technocratic assessment of the educational consequences of the pandemic; rather, it conceptualizes the pandemic as part of a broader continuum of successive crises economic, social, migratory, and health-related that have shaped conditions of social fluidity, instability, and systemic disorganization. Within this context, education emerges as a critical field in which the mechanisms of social inequality and diverse forms of vulnerability become distinctly visible. Focusing on the region of Attica, an area marked by pronounced socioeconomic disparities and a high concentration of socially vulnerable groups, the study examines the ways in which the pandemic amplified, revealed, or reconfigured pre-existing mechanisms of educational inequality. The ...
The Covid-19 pandemic constituted a multidimensional social shock—a phenomenon that acted simultaneously as an accelerator and an exposer of long-standing structural inequalities and social contradictions. This dissertation does not focus on a technocratic assessment of the educational consequences of the pandemic; rather, it conceptualizes the pandemic as part of a broader continuum of successive crises economic, social, migratory, and health-related that have shaped conditions of social fluidity, instability, and systemic disorganization. Within this context, education emerges as a critical field in which the mechanisms of social inequality and diverse forms of vulnerability become distinctly visible. Focusing on the region of Attica, an area marked by pronounced socioeconomic disparities and a high concentration of socially vulnerable groups, the study examines the ways in which the pandemic amplified, revealed, or reconfigured pre-existing mechanisms of educational inequality. The pandemic is approached not as an isolated event but as a critical rupture within an already burdened sociopolitical landscape. Through this lens, the dissertation investigates how structural social conditions, inadequate institutional protection, digital exclusion, spatial and social isolation, and increased psychosocial pressures collectively shaped new configurations of educational exclusion or intensified existing ones. The theoretical framework integrates Pierre Bourdieu’s concepts of social, cultural, and educational capital; Basil Bernstein’s theory of linguistic and pedagogic codes; and Amartya Sen’s Capability Approach, which reframes educational equality in terms of real opportunities for participation rather than nominal access or formal provision. Accordingly, the pandemic is treated not as a temporal anomaly but as a powerful social catalyst that exposes deeper mechanisms of inequality and their impact on the educational trajectories of vulnerable groups. Methodologically, the study employs a triangulated research design, combining quantitative data from questionnaires administered to 250 teachers and 293 parents/guardians with qualitative insights gathered through 40 semi-structured interviews. This mixed-methods approach enables a comprehensive understanding of the lived experiences, perceptions, and educational realities of school communities during a period of profound social uncertainty. The findings highlight strong correlations between educational inequalities and factors such as family context, social position, access to digital resources, availability of supportive structures, psychosocial burdens, and the quality of relationships within school communities. The study further documents teacher burnout, insufficient institutional support, and heightened strain on parents, particularly those from lower socioeconomic strata. The analysis demonstrates that the pandemic acted as a magnifying lens for existing inequalities, bringing into sharp relief the structural vulnerabilities of the educational system and the multiple forms of exclusion experienced by socially disadvantaged students and their families. The dissertation concludes with policy recommendations oriented toward strengthening educational justice in contexts of ongoing crisis. These include targeted investment in infrastructure based on equity criteria, support for schools in areas of multiple deprivation, specialized teacher training in crisis-responsive pedagogies, and the development of holistic support programs for school communities. Within this analytical framework, education is understood both as a site in which social disorganization becomes manifest and as a potential starting point for social repair and the reinforcement of social cohesion.
περισσότερα