Περίληψη
Η COVID-19, η νόσος δηλαδή που προκαλείται από τον SARS-CoV-2, αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία κατά τον 21ο αιώνα. Στην Ελλάδα, όπως και διεθνώς, η εκτίμηση της πραγματικής διασποράς της λοίμωξης ήταν δυσχερής, καθώς τα επίσημα δηλωμένα κρούσματα βασίζονταν αποκλειστικά στις διαγνώσεις με των θετικών μοριακών ελεγχών, ενώ σημαντικός αριθμός ασυμπτωματικών ή ήπιων περιστατικών δεν ελέγχονταν και επομένως δεν διαγιγνώσκονταν. Ως εκ τούτου, οι οροεπιδημιολογικές μελέτες αποτελούν πολύτιμο εργαλείο, καθώς επιτρέπουν την αποτύπωση του οροεπιπολασμού στον πληθυσμό και συμβάλλουν στην ακριβέστερη εκτίμηση της κυκλοφορίας του ιού στην κοινότητα. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε ως κυλιόμενη συγχρονική οροεπιδημιολογική μελέτη με σκοπό την εκτίμηση του οροεπιπολασμού της λοίμωξης από SARS-CoV-2 στην Ελλάδα κατά την προ-εμβολιαστική περίοδο, Μάρτιος–Δεκέμβριος 2020. Υπολογίστηκε το ελάχιστα απαιτούμενο δείγμα για κάθε περιφερειακή ενότητα και κάθε φύλο και ηλικια ...
Η COVID-19, η νόσος δηλαδή που προκαλείται από τον SARS-CoV-2, αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία κατά τον 21ο αιώνα. Στην Ελλάδα, όπως και διεθνώς, η εκτίμηση της πραγματικής διασποράς της λοίμωξης ήταν δυσχερής, καθώς τα επίσημα δηλωμένα κρούσματα βασίζονταν αποκλειστικά στις διαγνώσεις με των θετικών μοριακών ελεγχών, ενώ σημαντικός αριθμός ασυμπτωματικών ή ήπιων περιστατικών δεν ελέγχονταν και επομένως δεν διαγιγνώσκονταν. Ως εκ τούτου, οι οροεπιδημιολογικές μελέτες αποτελούν πολύτιμο εργαλείο, καθώς επιτρέπουν την αποτύπωση του οροεπιπολασμού στον πληθυσμό και συμβάλλουν στην ακριβέστερη εκτίμηση της κυκλοφορίας του ιού στην κοινότητα. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε ως κυλιόμενη συγχρονική οροεπιδημιολογική μελέτη με σκοπό την εκτίμηση του οροεπιπολασμού της λοίμωξης από SARS-CoV-2 στην Ελλάδα κατά την προ-εμβολιαστική περίοδο, Μάρτιος–Δεκέμβριος 2020. Υπολογίστηκε το ελάχιστα απαιτούμενο δείγμα για κάθε περιφερειακή ενότητα και κάθε φύλο και ηλικιακή ομάδα που θα έπρεπε να συλλέγεται. Σε αυτό το πλαίσιο συγκέντρωσης των δειγμάτων, δημιουργήθηκε ένα δίκτυο δημόσιων και ιδιωτικών μικροβιολογικών και βιοχημικών εργαστηρίων τα οποία συνέλεγαν και απέστελαν εναπομείναντα δείγματα ορού από άτομα τα οποία υποβάλλοντας σε ελεγχο για λογο που δεν σχετίζοταν με την COVID-19. Κατόπιν συνέναισης των ατόμων, το εναπομείαν δείγμα ορού τους συλλεγόταν και αποστελλόταν στο Εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας προκειμένου να ελεγχθεί για παρουσία αντισωμάτων IgG. Ο εργαστηριακός έλεγχος πραγματοποιούταν με ανοσοδοκιμασία χημειοφωταύγειας. Υπολογίστηκε ο αδρός μηναίος οροεπιπολασμός (S1) καθώς και ο οροεπιπολασμός σταθμισμένος ανά φύλο, ηλικία και περιοχή (S2), διορθωμένος για την ευαισθησία και την ειδικότητα της μεθόδου (S3), και κατόπιν λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τα επιβεβαιωμένα κρούσματα που είχαν δηλωθεί στον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας (S4). Συνολικά συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν 55.945 εναπομείναντα δείγματα ορού από 67 Περιφερειακές Ενότητες της χώρας, καλύπτοντας δηλαδή σχεδόν όλη τη επικράτεια. Ο μηνιαίος οροεπιπολασμός S4 εκτιμήθηκε ως εξής: Μάρτιος 0,02%, Απρίλιος 0,25%, Μάιος 0,35%, Ιούνιος 0,19%, Ιούλιος 0,25%, Αύγουστος 0,35%, Σεπτέμβριος 0,51%, Οκτώβριος 0,64%, Νοέμβριος 2,03% και Δεκέμβριος 4,58%. Αν και γενικά ο οροεπιπολασμός κατά τη διάρκεια του 2020 παραμένει σε χαμηλά επίπεδα (<5%), που μπορεί να οφείλεται στην έγκαιρη εφαρμογή περιοριστικών μέτρων, η πορεία του αποτυπώνει μια αυξητική τάση από τον Σεπτέμβριο και έκτοτε, που εντείνεται το Νοέμβριο και ιδίως τον Δεκέμβριο 2020. Η μελέτη κατέδειξε ότι για κάθε επιβεβαιωμένο COVID-19 κρούσμα αντιστοιχούσαν έως και δέκα λοιμώξεις στην κοινότητα, στοιχείο που υπογραμμίζει την ύπαρξη των «σιωπηλών» λοιμώξεων. Παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις ανά περιοχή, φύλο, και ηλικιακή ομάδα με τους νεαρούς ενήλικες 19- 29 ετών να συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση της πορείας της COVID-19 στην Ελλάδα, πιθανότατα λόγω του ότι διευκόλυναν την μετάδοση του SARS-CoV-2 μέσω της αυξημένης κοινωνικής δραστηριότητας. Επιπλέον, υπολογίστηκαν οι δείκτες θνητότητας: ο δείκτης θνητότητας ανά κρούσμα (CFR) ήταν συστηματικά υψηλότερος από τον δείκτη θνητότητας ανά λοίμωξη (IFR), επιβεβαιώνοντας ότι οι αρχικές εκτιμήσεις υπερεκτιμούσαν τη σοβαρότητα της λοίμωξης. Εξετάστηκε επίσης εάν ο τουρισμός επηρέασε την πορεία της πανδημίας στην Ελλάδα, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την Κρήτη, που αποτελεί δημοφιλή τουριστικό προορισμό. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, παρά την έντονη τουριστική κίνηση μετά την άρση των περιορισμών, ο οροεπιπολασμός στην Κρήτη παρέμεινε χαμηλότερος σε σχέση με την ηπειρωτική Ελλάδα (Κρήτη: S4=2,58%, VS Ηπειρωτική Ελλάδα: S4=10.75%), γεγονός που υποδηλώνει ότι ο τουρισμός, υπό συνθήκες εφαρμογής στοχευμένων υγειονομικών μέτρων, δεν επέδρασε καθοριστικά στη μακροπρόθεσμη πορεία της πανδημίας. Συνολικά, η διατριβή παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την κατανόηση της δυναμικής της πανδημίας COVID-19 στην Ελλάδα. Αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των οροεπιδημιολογικών μελετών στη συμπλήρωση των δεδομένων επιτήρησης, στην εκτίμηση της πραγματικής επίπτωσης και της θνητότητας, καθώς και στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μη φαρμακευτικών μέτρων δημόσιας υγείας. Τα αποτελέσματα μπορούν να αξιοποιηθούν στον σχεδιασμό στοχευμένων παρεμβάσεων για μελλοντικές υγειονομικές απειλές και στη βελτίωση της ετοιμότητας του συστήματος υγείας απέναντι σε νέες επιδημίες/πανδημίες.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
COVID-19, the disease caused by SARS-CoV-2, constituted one of the most significant public health challenges of the 21st century. In Greece, as elsewhere internationally, estimating the true spread of the infection was difficult, since officially reported cases were based exclusively on positive molecular test diagnoses, while a substantial number of asymptomatic or mild cases went untested and therefore undiagnosed. As a result, seroepidemiological studies serve as a valuable tool, as they allow for mapping the seroprevalence in the population and contribute to a more accurate assessment of the circulation of the virus within the community. This study was designed as a rolling cross-sectional seroepidemiological study, aiming to estimate the seroprevalence of SARS-CoV-2 infection in Greece during the pre-vaccination period, March–December 2020. The minimum required sample size was calculated for each regional unit, as well as for each sex and age group. To collect samples, a network o ...
COVID-19, the disease caused by SARS-CoV-2, constituted one of the most significant public health challenges of the 21st century. In Greece, as elsewhere internationally, estimating the true spread of the infection was difficult, since officially reported cases were based exclusively on positive molecular test diagnoses, while a substantial number of asymptomatic or mild cases went untested and therefore undiagnosed. As a result, seroepidemiological studies serve as a valuable tool, as they allow for mapping the seroprevalence in the population and contribute to a more accurate assessment of the circulation of the virus within the community. This study was designed as a rolling cross-sectional seroepidemiological study, aiming to estimate the seroprevalence of SARS-CoV-2 infection in Greece during the pre-vaccination period, March–December 2020. The minimum required sample size was calculated for each regional unit, as well as for each sex and age group. To collect samples, a network of public and private microbiology and biochemistry laboratories was established. These laboratories collected and sent leftover serum samples from individuals who had undergone testing for reasons unrelated to COVID-19. With the individuals’ consent, their residual serum samples were gathered and sent to the Laboratory of Hygiene and Epidemiology of the University of Thessaly for IgG antibody testing. Laboratory analysis was conducted using a chemiluminescence immunoassay. Crude monthly seroprevalence (S1) was calculated, along with seroprevalence weighted by sex, age, and region (S2), corrected for the sensitivity and specificity of the method (S3), and further adjusted by taking into account confirmed cases reported to the National Public Health Organization (S4). In total, 55,947 leftover serum samples were collected and analyzed from 67 Regional Units across the country, covering almost the entire territory. The monthly S4 seroprevalence was estimated as follows: March 0.02%, April 0.25%, May 0.35%, June 0.19%, July 0.25%, August 0.35%, September 0.51%, October 0.64%, November 2.03%, and December 4.58%. Although seroprevalence during 2020 remained low (<5%), likely due to the timely implementation of restrictive publich health measures, the trend showed a steady increase from September onward, rising more sharply in November and especially December 2020. The study demonstrated that for every confirmed COVID-19 case, there were up to ten infections in the community, highlighting the presence of “silent” infections. Differences were observed by region, sex, and age group, with young adults aged 19–29 playing a decisive role in shaping the course of COVID-19 in Greece—likely because they facilitated SARS-CoV-2 transmission through increased social activity. Furthermore, mortality indices were calculated: the case fatality rate (CFR) was consistently higher than the infection fatality rate (IFR), confirming that initial estimates overestimated the severity of the infection. The study also examined whether tourism affected the course of the pandemic in Greece, using Crete as an example, since it is a popular tourist destination. The results showed that despite intense tourist activity after the lifting of restrictions, seroprevalence in Crete remained lower than in mainland Greece (Crete: S4=2.58% vs. Mainland Greece: S4=10.75%). This finding suggests that tourism, under conditions of targeted public health measures, did not decisively impact the long-term course of the pandemic.In conclusion, the dissertation provides important insights into understanding the dynamics of the COVID-19 pandemic in Greece. It highlights the crucial role of seroepidemiological studies in complementing surveillance data, estimating true incidence and mortality, and evaluating the effectiveness of non-pharmaceutical public health measures. The results can be utilized in designing targeted interventions for future health threats and in improving the preparedness of the healthcare system against new epidemics or pandemics.
περισσότερα