Περίληψη
Η πανδημία της νόσου COVID-19, αποτέλεσε μέγιστη πρόκληση για τον τομέα της Δημόσιας Υγείας παγκοσμίως καθώς έγινε αμέσως αντιληπτό, ότι ο περιορισμός της νόσου επέβαλλε εκτός των κοινωνικών και ατομικών μέτρων προφύλαξης, άμεση έρευνα για την ανάπτυξη αποτελεσματικών εμβολίων και ειδικών θεραπειών. Καθώς οι τεράστιες επιπτώσεις της πανδημίας γινόταν ορατές, ανθρώπινοι και υλικοί πόροι επενδύθηκαν παγκοσμίως για τη γρήγορη και επιτυχή ανάπτυξη εμβολίων. Σε αυτό το πλαίσιο η επιστημονική κοινότητα βρέθηκε ιδιαιτέρως ανήσυχη αναφορικά με την αποδοχή ενός εμβολίου έναντι της νόσου COVID-19, καθώς η εμβολιαστική διστακτικότητα αποτέλεσε και αποτελεί μείζον εμπόδιο για την ανάπτυξη πολιτικών Δημόσιας Υγείας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), επισημαίνει ότι η εμβολιαστική διστακτικότητα αποτελεί μια από τις δέκα μεγαλύτερες απειλές για τη Δημόσια Υγεία. Παράλληλα, ο εμβολιασμός του υγειονομικού προσωπικού αποτέλεσε πρόβλημα και στο παρελθόν, σε παλαιότερες πανδημίες, όπως αυτή της γρίπη ...
Η πανδημία της νόσου COVID-19, αποτέλεσε μέγιστη πρόκληση για τον τομέα της Δημόσιας Υγείας παγκοσμίως καθώς έγινε αμέσως αντιληπτό, ότι ο περιορισμός της νόσου επέβαλλε εκτός των κοινωνικών και ατομικών μέτρων προφύλαξης, άμεση έρευνα για την ανάπτυξη αποτελεσματικών εμβολίων και ειδικών θεραπειών. Καθώς οι τεράστιες επιπτώσεις της πανδημίας γινόταν ορατές, ανθρώπινοι και υλικοί πόροι επενδύθηκαν παγκοσμίως για τη γρήγορη και επιτυχή ανάπτυξη εμβολίων. Σε αυτό το πλαίσιο η επιστημονική κοινότητα βρέθηκε ιδιαιτέρως ανήσυχη αναφορικά με την αποδοχή ενός εμβολίου έναντι της νόσου COVID-19, καθώς η εμβολιαστική διστακτικότητα αποτέλεσε και αποτελεί μείζον εμπόδιο για την ανάπτυξη πολιτικών Δημόσιας Υγείας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), επισημαίνει ότι η εμβολιαστική διστακτικότητα αποτελεί μια από τις δέκα μεγαλύτερες απειλές για τη Δημόσια Υγεία. Παράλληλα, ο εμβολιασμός του υγειονομικού προσωπικού αποτέλεσε πρόβλημα και στο παρελθόν, σε παλαιότερες πανδημίες, όπως αυτή της γρίπης H1N1. Το ερευνητικό ενδιαφέρον λοιπόν, στράφηκε στη μελέτη της αποδοχής ενός νέου εμβολίου προκειμένου να σχεδιαστούν και να προσαρμοστούν οι πολιτικές υγείας, ώστε να περιοριστεί γρήγορα και αποτελεσματικά ο αντίκτυπος της πανδημίας. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε για να συλλέξει δεδομένα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τους φορείς Δημόσιας Υγείας στη χάραξη στρατηγικών αντιμετώπισης της πανδημίας. Η έρευνα αποτελεί μια συγχρονική μελέτη, βασισμένη σε ερωτηματολόγια που απευθύνονται σε δύο πληθυσμούς που αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους: το προσωπικό δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και οι χρήστες των υπηρεσιών των προαναφερθέντων δομών. Η έρευνα διενεργήθηκε το διάστημα Φεβρουάριος – Ιούνιος 2021. Το ερευνητικό ερώτημα της παρούσας μελέτης αφορά στην αποδοχή του εμβολίου έναντι του ιού SARS-CoV-2 και έχει δύο υποερωτήματα αναλόγως του πληθυσμού στον οποίο αναφέρεται. α. Ποια είναι η συχνότητα αποδοχής του εμβολίου έναντι του ιού SARS-CoV-2 από το προσωπικό των δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΔΠΦΥ) και ποιοι είναι οι παράγοντες που την προσδιορίζουν; β. Ποια είναι η συχνότητα αποδοχής του εμβολίου για τη νόσο COVID-19 από τους χρήστες υπηρεσιών ΠΦΥ, και ποιοι είναι οι παράγοντες που τη προσδιορίζουν; Κατά τη διάρκεια της παρούσας διατριβής, και κυρίως κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Απριλίου 2021, στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, υπήρχε έντονος προβληματισμός σχετικά με τον αντιγριπικό εμβολιασμό (SIV), και πόσο η αποδοχή του θα επηρεαζόταν από την πανδημία στο πλαίσιο συννοσηρότητας COVID-19 και εποχικής γρίπης. Με δεδομένο ότι η περίοδος του αντιγριπικού εμβολιασμού είχε σχεδόν ολοκληρωθεί στην Ελλάδα την περίοδο της παρούσας έρευνας, ένα δευτερεύον ερευνητικό ερώτημα προστέθηκε στην παρούσα μελέτη: γ. Ποια η συχνότητα αποδοχής του εμβολίου της εποχικής γρίπης από το προσωπικό των δομών πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας φροντίδας υγείας και ποιοι είναι οι παράγοντες που την προσδιορίζουν στο περιβάλλον της COVID-19 πανδημίας; Κύριος σκοπός της παρούσας διατριβής ήταν να ερευνηθούν δύο πληθυσμοί που αλληλοεπιδρούν σε όρους Δημόσιας Υγείας, οι εργαζόμενοι σε ΔΠΦΥ και οι χρήστες των αντίστοιχων υπηρεσιών, ως προς τον εμβολιασμό για την νόσο COVID-19. H παρούσα διατριβή έχει τους εξής πρωτεύοντες στόχους: α) να εκτιμηθεί τόσο η πρόθεση όσο και η αποδοχή του εμβολιασμού κατά της COVID-19 στους εργαζομένους σε ΔΠΦΥ και στους χρήστες των υπηρεσιών των ΔΠΦΥ, β) να προσδιοριστούν παράγοντες που σχετίζονται με την απόφαση για COVID-19 εμβολιασμό στους εργαζομένους σε ΔΠΦΥ και στους χρήστες των υπηρεσιών των ΔΠΦΥ, γ) να διερευνηθούν αντιλήψεις και συμπεριφορές σε σχέση με τον εμβολιασμό στους εργαζομένους σε ΔΠΦΥ και στους χρήστες των υπηρεσιών των ΔΠΦΥ και, δ) να εντοπιστούν πιθανές ενδείξεις ότι το προσωπικό των ΔΠΦΥ λειτουργεί ως πρότυπο για τον γενικό πληθυσμό ευθύνης του, αναφορικά με τον COVID-19 εμβολιασμό. Δευτερεύοντες στόχοι της έρευνας ήταν: α) να εκτιμηθεί η αποδοχή του αντιγριπικού εμβολιασμού (SIV) από τους εργαζόμενους σε δομές παροχής υπηρεσιών υγείας, β) να εξεταστούν παράγοντες που σχετίζονται με την αποδοχή ή την απόρριψη του SIV, προκειμένου να συλλεγούν χρήσιμες πληροφορίες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τους ενδιαφερόμενους για πολιτικές δημόσιας υγείας, γ) να εντοπιστούν πιθανές διαφορές σε συμπεριφορές που σχετίζονται με τους δύο εμβολιασμούς (SIV και COVID-19) οι οποίες αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία (αντίληψη κινδύνου, πηγές πληροφόρησης, αποδοχή κλπ). Λόγω κωλυμάτων σχετικών με τους περιορισμούς κινητικότητας του πληθυσμού που την περίοδο της μελέτης ήταν σε εφαρμογή, το δείγμα των χρηστών υπηρεσιών υγείας ήταν περιορισμένο σε μέγεθος και από συγκεκριμένες Υγειονομικές Περιφέρειες (Υ.ΠΕ). Το δείγμα του προσωπικού των ΔΠΦΥ ήταν αντιπροσωπευτικό σε επίπεδο Υγειονομικών Περιφερειών και ικανοποιητικό σε μέγεθος. Το πρωτόκολλο της έρευνας εγκρίθηκε από την επιτροπή Ηθικής και Δεοντολογίας της Έρευνας του Π.Θ.Αναφορικά με τη μελέτη του προσωπικού των ΔΠΦΥ συνολικά 4.000 ερωτηματολόγια διανεμήθηκαν, με 1.136 επαγγελματίες υγείας και λοιπό προσωπικό να έχουν ανταποκριθεί (ποσοστό ανταπόκρισης: 28,4%) και αναλύθηκαν ανάλογα. Η έρευνα εκτίμησε ποσοστό αποδοχής του εμβολίου για την COVID-19, 85,3% κατά την περίοδο της μελέτης (από τον Φεβρουάριο έως και τον Ιούνιο του 2021) και δεν εντοπίστηκε στατιστικώς σημαντική συσχέτιση με μεταβλητές όπως η ηλικία και το φύλο. Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της παρούσας μελέτης αποτελεί η χαμηλότερη αποδοχή του εμβολίου COVID-19 μεταξύ των νοσηλευτών σε σύγκριση με τους ιατρούς. Ο εμβολιασμός κατά της εποχικής γρίπης του προσωπικού των ΔΠΦΥ ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες ευόδωσης της αποδοχής του εμβολίου COVID-19. Η παρούσα μελέτη, αποκάλυψε επίσης, ότι οι συμμετέχοντες που ήταν καλά ενημερωμένοι για τα εμβόλια COVID-19, ήταν πιο πιθανό να αποδεχτούν τον εμβολιασμό και ότι η χρήση πληροφορίας από επίσημες/εθνικές πηγές πληροφόρησης, μπορεί να διευκολύνει τον εμβολιασμό κατά της νόσου COVID-19. Ένα ακόμη, αξιοσημείωτο αποτέλεσμα που εντοπίστηκε, είναι η ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της αποδοχής του εμβολίου COVID-19 από το προσωπικό των ΔΠΦΥ και της εμβολιαστικής κάλυψης κατά του COVID-19 του ενήλικου πληθυσμού σε κάθε Υ.ΠΕ. Αναφορικά με τη μελέτη σε χρήστες υπηρεσιών ΔΠΦΥ, στην παρούσα έρευνα η αποδοχή του COVID-19 εμβολιασμού έφτασε το 59%. Το φύλο και η ηλικία δεν εμφανίζονται ως παράγοντες που επηρεάζουν την αποδοχή των εμβολίων COVID-19 στο δείγμα της μελέτης μας, ενώ άτομα που εμφανίζουν στάσεις και πρακτικές υπέρ του εμβολιασμού γενικά, είναι περισσότερο πιθανόν να αποδέχονται και τα COVID-19 εμβόλια. Οι κυριότεροι λόγοι μη αποδοχής του COVID-19 εμβολίου είναι η ελλιπής ενημέρωση, ο φόβος για τις παρενέργειες και η χαμηλή αντίληψη ατομικού κινδύνου από την ασθένεια. Τα δεδομένα της έρευνας του προσωπικού των ΔΠΦΥ, αναλύθηκαν σε δεύτερη φάση μαζί με τα δεδομένα ανάλογης έρευνας που πραγματοποιήθηκε την ίδια περίοδο και με την ίδια μεθοδολογία σε προσωπικό νοσοκομείων της Ελλάδας, από την ίδια ερευνητική ομάδα της οποίας η υποψήφια διδάκτορας ήταν μέλος. Η μελέτη είχε σκοπό, όπως προαναφέρθηκε, να προσδιορίσει το ποσοστό αποδοχής του αντιγριπικού εμβολίου και τους παράγοντες που επηρέασαν την απόφαση για εμβολιασμό την περίοδο της πανδημίας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης, η εμβολιαστική κάλυψη κατά της εποχικής γρίπης (SIV) για τους εργαζόμενους στις εξεταζόμενες υγειονομικές δομές κατά την περίοδο 2020–2021 ήταν 69,4%, βασισμένη σε αυτο-αναφερόμενη λήψη εμβολίου. Το επάγγελμα αποδείχθηκε σημαντικός παράγοντας σχετιζόμενος με την αποδοχή του SIV, καθώς οι νοσηλευτές και οι διοικητικοί υπάλληλοι ανέφεραν χαμηλότερη κάλυψη SIV σε σύγκριση με τους ιατρούς. Το προσωπικό που εργάζεται στον τομέα ΠΦΥ παρουσίασε υψηλότερο ποσοστό εμβολιασμού σε σύγκριση με εκείνους που εργάζονται σε νοσοκομεία. Οι συμμετέχοντες που δήλωσαν ότι οι ίδιοι ή κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο ανήκει σε ευπαθή ομάδα λόγω ιατρικών προβλημάτων, ανέφεραν υψηλότερη εμβολιαστική κάλυψη SIV. Οι συμμετέχοντες με θετικές στάσεις προς τους εμβολιασμούς ως μέτρο πρόληψης, καθώς και με επαρκή γνώση σχετικά με τον εμβολιασμό και τα εμβόλια COVID-19, είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμβολιαστούν για εποχική γρίπη. Τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης μελέτης υποδεικνύουν ότι οι συμμετέχοντες που εμβολιάστηκαν κατά της COVID-19, ήταν πιο πιθανό να είναι εμβολιασμένοι για την εποχική γρίπη. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι που αντλούσαν τις πληροφορίες τους από επίσημες πηγές, όπως ιστοσελίδες επίσημων φορέων και ιατρική βιβλιογραφία, ήταν πιο πιθανό να εμβολιαστούν για SIV. Ένα ακόμα ενδιαφέρον εύρημα σχετικό με τις πηγές πληροφόρησης, είναι το γεγονός ότι η τηλεόραση διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αποδοχή των εμβολίων κατά της COVID-19. Οι συμμετέχοντες που χρησιμοποιούσαν συχνά την τηλεόραση για την ενημέρωσή τους κατά τη διάρκεια της περιόδου της μελέτης, ήταν πιο δεκτικοί στον εμβολιασμό κατά της COVID-19. Ανάλογο εύρημα δεν παρατηρήθηκε για τον SIV. Τέλος, ο κύριος λόγος άρνησης του SIV στην έρευνά μας, ήταν η υποεκτίμηση του κινδύνου της ασθένειας. Οι κύριοι περιορισμοί των ερευνών, σχετίζονται με το ποσοστό απόκρισης των συμμετεχόντων και τη δειγματοληψία που οδήγησε σε βολικά δείγματα, και πιθανό συστηματικό σφάλμα επιλογής. Τα αποτελέσματα των μελετών, παρά τους προαναφερθέντες περιορισμούς, είναι συγκρίσιμα με επίσημα κρατικά μητρώα και σε συμφωνία με τη διεθνή βιβλιογραφία.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The COVID-19 pandemic represented a major challenge for the field of Public Health worldwide, and it quickly became evident that controlling the disease required not only social and individual protective measures, but also immediate research for the development of effective vaccines and specific treatment. As the vast impact of the pandemic became apparent, both human and non-human resources were globally invested in the rapid and successful development of vaccines. Within this context, the scientific community expressed considerable concern regarding the acceptance of a vaccine against COVID-19, since vaccine hesitancy has been and remains a major obstacle to the development of Public Health policies. The World Health Organization has highlighted vaccine hesitancy as one of the ten greatest threats to global health. At the same time, vaccination among healthcare personnel has historically been problematic, as observed in past pandemics such as that of H1N1 influenza. Consequently, res ...
The COVID-19 pandemic represented a major challenge for the field of Public Health worldwide, and it quickly became evident that controlling the disease required not only social and individual protective measures, but also immediate research for the development of effective vaccines and specific treatment. As the vast impact of the pandemic became apparent, both human and non-human resources were globally invested in the rapid and successful development of vaccines. Within this context, the scientific community expressed considerable concern regarding the acceptance of a vaccine against COVID-19, since vaccine hesitancy has been and remains a major obstacle to the development of Public Health policies. The World Health Organization has highlighted vaccine hesitancy as one of the ten greatest threats to global health. At the same time, vaccination among healthcare personnel has historically been problematic, as observed in past pandemics such as that of H1N1 influenza. Consequently, research interest, turned toward studying the acceptance of a new vaccine in order to design and adapt public health policies capable of mitigating the pandemic’s impact quickly and effectively. The present study was designed to collect data that could be utilized by Public Health authorities in the formulation of strategies to confront the pandemic. It is a cross-sectional study based on questionnaires administered to two interrelated populations: personnel of Primary Health Care (PHC) facilities and users of their services. The study was conducted between February and June 2021. The research question of this study concerns the acceptance of the SARS-CoV-2 vaccine and includes two sub-questions depending on the population studied: a. What is the rate of acceptance of the SARS-CoV-2 vaccine among healthcare professionals working in PHC facilities, and what are the factors determining it? b. What is the rate of acceptance of the COVID-19 vaccine among users of PHC services, and what are the determining factors? During the preparation of this dissertation, and particularly between January and April 2021, the international scientific community expressed intense concern regarding seasonal influenza vaccination (SIV) and the extent to which its acceptance might be influenced by the coexistence of COVID-19 and seasonal influenza. Given that the influenza vaccination period in Greece had nearly ended by the time of the study, a secondary research question was added: c. What is the rate of acceptance of the seasonal influenza vaccine among personnel of primary, secondary, and tertiary healthcare facilities, and what are the factors influencing it within the context of the COVID-19 pandemic? The main objective of this dissertation was to investigate two interrelated populations from a Public Health perspective — PHC personnel and users of PHC services — in terms of COVID-19 vaccination. The primary aims of the study were: a) to assess both the intention and acceptance of COVID-19 vaccination among PHC workers and PHC service users, b) to identify factors associated with the decision to vaccinate against COVID-19 in these two populations, c) to explore perceptions and behaviors related to vaccination among PHC staff and PHC users, and d) to determine whether PHC personnel act as role model for the general population under their care regarding COVID-19 vaccination.The secondary objectives of the research were: a) to assess the acceptance of seasonal influenza vaccination (SIV) among healthcare personnel, b) to examine factors associated with the acceptance or rejection of SIV, in order to gather useful insights for the development of public health policies and c) to identify potential behavioural differences between the two vaccinations (SIV and COVID-19) reported in the international literature (e.g. risk perception, information sources, acceptance, etc.). Due to mobility restrictions imposed during the study period, the sample of PHC service users was limited in size and drawn from specific Health Regions. The sample of PHC facilities personnel, however, was representative across Health Regions and sufficient in size. The study protocol was approved by the Ethics Committee of the University of Thessaly. Regarding the PHC personnel study, a total of 4,000 questionnaires were distributed, with 1,136 healthcare professionals and other staff responding (response rate: 28.4%). The analysis revealed a vaccine acceptance rate of 85.3% during the study period (February–June 2021), with no statistically significant association with age or gender. One of the most important findings was the lower acceptance of the COVID-19 vaccine among nurses compared to physicians. Influenza vaccination among PHC personnel was identified as one of the strongest predictors of COVID-19 vaccine acceptance. The study also revealed that participants who were well-informed about COVID-19 vaccines were more likely to accept vaccination, and that the use of information from official or national sources could facilitate vaccination uptake. Another noteworthy finding was the strong correlation between COVID-19 vaccine acceptance among PHC personnel and the adult population’s COVID-19 vaccination coverage in each Health Region. In the study involving PHC users, COVID-19 vaccine acceptance reached 59%. Neither gender nor age appeared to influence vaccine acceptance in this sample. Individuals who generally held positive attitudes and practices toward vaccination were more likely to accept COVID-19 vaccines. The main reasons for vaccine hesitancy were lack of information, fear of side effects, and a low perception of personal risk from the disease. The PHC personnel dataset was subsequently analyzed together with data from a comparable study conducted during the same period and with the same methodology among hospital personnel in Greece, by the same research team, of which the PhD candidate was a member. As previously stated, this study aimed to determine the acceptance rate of the influenza vaccine and the factors influencing the decision to vaccinate during the pandemic period. According to the findings, the influenza vaccination coverage (SIV) among healthcare workers across the studied facilities during 2020–2021 was 69.4%, based on self-reported vaccination. Profession emerged as a significant factor related to SIV acceptance: nurses and administrative staff reported lower coverage compared to physicians. Personnel working in PHC facilities exhibited higher vaccination rates than hospital staff. Participants who reported belonging to a medically vulnerable group, or having relatives in such groups, also showed higher SIV coverage. Participants with positive attitudes toward vaccination as a preventive measure and adequate knowledge about vaccination and COVID-19 vaccines were more likely to be vaccinated against influenza. The findings indicate that those vaccinated against COVID-19 were also more likely to have received the influenza vaccine. Moreover, participants who obtained information from official sources, such as governmental websites and scientific literature, were more likely to be vaccinated against SIV. An additional interesting finding related to information sources was the significant role of television in shaping acceptance of COVID-19 vaccines. Participants who frequently relied on television for information during the study period, were more receptive to COVID-19 vaccination. No similar association was observed for SIV. Finally, the main reason for SIV refusal was the underestimation of the disease’s severity. The main limitations of the studies relate to response rates and sampling methods, which resulted in convenience samples and potential selection bias. Nevertheless, the findings are consistent with official national registries and in line with international literature.
περισσότερα