Περίληψη
Στη διδακτορική διατριβή επιχειρείται η μελέτη ενός θέματος που τροφοδοτείται από τη λογοτεχνική γραφή και τον φιλοσοφικό στοχασμό, ενισχύοντας έτσι την ενδιαφέρουσα και απαραίτητη συζήτηση για τη μεταξύ τους σχέση. Η φιλοσοφία της λογοτεχνίας αποτελεί τη θεωρητική σκέπη κάτω από την οποία τοποθετείται αυτή η ερευνητική προσπάθεια, που στοχεύει να διεισδύσει στο πεδίο του αναστοχασμού της λογοτεχνίας – του στοχασμού που, όπως υποστηρίζεται, ανιχνεύεται σε λογοτεχνικά κείμενα τα οποία, με τα δικά τους μέσα, θέτουν ερωτήματα ή διατυπώνουν παρατηρήσεις που αφορούν την ίδια τη λογοτεχνία. Στο πρώτο κεφάλαιο της διατριβής μελετάται η σύνθετη σχέση φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, καθώς και οι διαφορετικές όψεις της αλληλεπίδρασής τους. Από τη μελέτη αυτή προκύπτουν έννοιες πολύ χρήσιμες για την ομαδοποίηση και την ερμηνεία των ποικίλων εκδηλώσεων και των διαφορετικών βαθμών εισχώρησης του ενός πόλου στον άλλο. Επίσης, παρέχονται τα απαραίτητα εργαλεία για τον προσδιορισμό του επιπέδου αυτής της ...
Στη διδακτορική διατριβή επιχειρείται η μελέτη ενός θέματος που τροφοδοτείται από τη λογοτεχνική γραφή και τον φιλοσοφικό στοχασμό, ενισχύοντας έτσι την ενδιαφέρουσα και απαραίτητη συζήτηση για τη μεταξύ τους σχέση. Η φιλοσοφία της λογοτεχνίας αποτελεί τη θεωρητική σκέπη κάτω από την οποία τοποθετείται αυτή η ερευνητική προσπάθεια, που στοχεύει να διεισδύσει στο πεδίο του αναστοχασμού της λογοτεχνίας – του στοχασμού που, όπως υποστηρίζεται, ανιχνεύεται σε λογοτεχνικά κείμενα τα οποία, με τα δικά τους μέσα, θέτουν ερωτήματα ή διατυπώνουν παρατηρήσεις που αφορούν την ίδια τη λογοτεχνία. Στο πρώτο κεφάλαιο της διατριβής μελετάται η σύνθετη σχέση φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, καθώς και οι διαφορετικές όψεις της αλληλεπίδρασής τους. Από τη μελέτη αυτή προκύπτουν έννοιες πολύ χρήσιμες για την ομαδοποίηση και την ερμηνεία των ποικίλων εκδηλώσεων και των διαφορετικών βαθμών εισχώρησης του ενός πόλου στον άλλο. Επίσης, παρέχονται τα απαραίτητα εργαλεία για τον προσδιορισμό του επιπέδου αυτής της αλληλοδιείσδυσης στο οποίο εδράζεται ο αναστοχασμός της λογοτεχνίας. Στο πλαίσιο της έρευνας, η διάκριση ανάμεσα στην εξωτερική και στην εσωτερική σχέση φιλοσοφίας και λογοτεχνίας υιοθετείται, εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία και επαναπροσδιορίζεται στη βάση της δημιουργίας ενός συμμετρικού ερμηνευτικού μοντέλου. H εξέταση υπό αυτό το πρίσμα καταλήγει στην ένταξη του αναστοχασμού των λογοτεχνικών κειμένων στις εκδηλώσεις της εσωτερικής σχέσης, δηλαδή σε εκείνες που σχετίζονται με την ισχυρή οικειοποίηση του φιλοσοφικού στοχασμού από τη λογοτεχνία. Στο δεύτερο κεφάλαιο, αναλύονται και ερμηνεύονται τρία κείμενα-εκδηλώσεις του αναστοχασμού της λογοτεχνίας: : η Ζήλια (La Jalousie) του Alain Robbe-Grillet, το Πνοή ζωής (Um sopro de vida) της Clarice Lispector και το Εκείνος που δεν με συντρόφευε (Celui qui ne m' accompagnait pas) του Maurice Blanchot. Στη βάση αυτών των κειμένων διερευνάται πώς στο πλαίσιο αυτό ανατέλλει μια διπλή δυνατότητα. Η κύρια υπόθεση εργασίας αυτού του πιο ειδικού και πρακτικού μέρους της διατριβής αφορά τη δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα σε δύο τρόπους πραγμάτωσης του αναστοχασμού της λογοτεχνίας∙ έναν έμμεσο και έναν άμεσο. Υποστηρίζεται ότι ο έμμεσος αναστοχασμός απαντά σε έργα που προχωρούν σε μια ριζοσπαστική μεταχείριση της γλώσσας, των υλικών και των λειτουργιών της λογοτεχνίας, εξωθώντας σε οριακό σημείο τη λογοτεχνική δημιουργία, και μόνο η εξοικείωση με τον ξεχωριστό, αντισυμβατικό χαρακτήρα τους επιτρέπει να διαφανεί η αναστοχαστικότητα που λανθάνει εντός τους. Ο άμεσος αναστοχασμός της λογοτεχνίας, από την άλλη, υποστηρίζεται ότι ενοικεί σε έργα όπου οι αναστοχαστικές κινήσεις δεν γίνονται αντιληπτές ως υφέρπουσες, αλλά διαπερνούν συνολικά, εμφανώς και στιβαρά κάθε πτύχωση της συγκρότησης της λογοτεχνικής γλώσσας των κειμένων, αποπνέοντας ακραιφνή τάση εμβύθισης στη λογοτεχνία σε οντολογικό επίπεδο. Η επιχειρούμενη διαύγαση του αναστοχασμού των λογοτεχνικών κειμένων λαμβάνει υπόψη ένα ακόμη ζήτημα∙ την εξέταση μιας πιθανής σύνδεσης με τη συζήτηση για το τέλος της λογοτεχνίας. Με άλλα λόγια, το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι αναστοχαστικές κινήσεις συνδέονται με την έννοια του τέλους της λογοτεχνίας∙ μια έννοια που, στις σχετικές αναγνώσεις, λαμβάνει διαφορετικές αποχρώσεις. Η επεξεργασία του εν λόγω ζητήματος γίνεται κυρίως υπό το πρίσμα της εγελιανών καταβολών θεωρίας-μήτρας του τέλους της τέχνης του Arthur C. Danto και των σύγχρονων κριτικών της προσλήψεων. Από αυτήν τη θεωρητική αφετηρία επιχειρείται μια ακόμη βαθύτερη διείσδυση στον αναστοχασμό της λογοτεχνίας μέσα από την πραγμάτευση ερωτημάτων που αφορούν τις προβληματικές που προκύπτουν και τις πιθανές ερευνητικές προοπτικές που διανοίγονται. Η διαύγαση του αναστοχασμού της λογοτεχνίας δύναται: α) να ενισχύσει με νέα στοιχεία την πάντοτε επίκαιρη συζήτηση αναφορικά με τις όψεις που μπορεί να λάβει η σχέση φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, β) να φωτίσει μια από τις λιγότερο ορατές πλευρές της λογοτεχνικής γραφής, με ενδιαφέρον τόσο για τη διαδικασία της ανάγνωσης όσο και για τη φάση της δημιουργίας, γ) να συνδράμει την έρευνα για τη θεωρία του τέλους της λογοτεχνίας, εκκινώντας, ωστόσο, από ένα συγκεκριμένο θεωρητικό locus, δ) και τέλος, ως λογικό επακόλουθο, να συμβάλει στη διεύρυνση του πεδίου στο οποίο εντάσσεται.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This doctoral dissertation investigates a subject informed by both literary practice and philosophical inquiry, thereby advancing the stimulating and essential dialogue concerning their relationship. Anchored within the philosophy of literature, the project explores literature’s capacity for self-reflection—a mode of reflection which, as argued here, can be traced in literary texts that, through their own means, interrogate or comment upon the nature of literature itself. The first chapter investigates the multifaceted relationship between philosophy and literature, as well as the various forms their interaction can assume. This exploration gives rise to conceptual tools that help structure and interpret the many ways in which one domain permeates the other, and to assess the degree of such interpenetration on which literature’s capacity for self-reflection rests. Within this framework, the conventional distinction between an external and an internal relation of philosophy and literatu ...
This doctoral dissertation investigates a subject informed by both literary practice and philosophical inquiry, thereby advancing the stimulating and essential dialogue concerning their relationship. Anchored within the philosophy of literature, the project explores literature’s capacity for self-reflection—a mode of reflection which, as argued here, can be traced in literary texts that, through their own means, interrogate or comment upon the nature of literature itself. The first chapter investigates the multifaceted relationship between philosophy and literature, as well as the various forms their interaction can assume. This exploration gives rise to conceptual tools that help structure and interpret the many ways in which one domain permeates the other, and to assess the degree of such interpenetration on which literature’s capacity for self-reflection rests. Within this framework, the conventional distinction between an external and an internal relation of philosophy and literature is adopted and further developed, before being reformulated to support a more symmetrical interpretative model. Seen from this perspective, literature’s self-reflection can be situated within the internal relationship—namely, those instances in which literature strongly appropriates philosophical thought. The second chapter provides analysis and interpretation of three exemplary texts of literary self-reflection; Alain Robbe-Grillet’s La Jalousie, Clarice Lispector’s Um sopro de vida, and Maurice Blanchot’s Celui qui ne m’accompagnait pas. Here it is explored how a dual possibility of self-reflection becomes manifest within these works. The central working hypothesis of this more concrete and text-focused part of the study concerns the distinction between two modes of literary self-reflection—an indirect and a direct one. It is proposed that indirect self-reflection occurs in works that radically transform language—its materials, structures, and literary functions—pushing the very boundaries of literary creation. Only through familiarity with their distinctive, unconventional nature does the latent reflexivity within them become perceptible. Direct self-reflection, on the other hand, appears in works where these reflexive movements are not just subtle undercurrents, since they visibly and forcefully animate every layer of their literary language—evincing a pronounced drive towards immersion in literature at an ontological level. The study’s attempt to elucidate literary self-reflection also incorporates a further line of inquiry; the possible relation between these self-reflective movements and the discourse surrounding the end of literature. In other words, the question arises as to whether self-reflection in literature is implicated in the very notion of its ending—an idea that takes on multiple shades in the relevant critical reception. This question is approached primarily through Arthur C. Danto’s theory—Hegelian in its conception—of the end of art, as well as through more recent engagements with and critiques of this framework. From this departure point, the study seeks to deepen the investigation into literary self-reflection by addressing the conceptual challenges that arise, and the prospective avenues for further research that unfold. Such an illumination stands to: (a) introduce new considerations into the ongoing discussion on how the philosophy-literature relationship may be conceptualised; (b) highlight a less visible aspect of literary production, with implications for both reading and authorship; (c) contribute to scholarship on the end of literature theory, albeit from a defined theoretical standpoint; (d) and, consequently, extend the broader conceptual terrain in which this study intervenes.
περισσότερα