Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά το φαινόμενο της κομματικής ταύτισης στην Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση έως και την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των πρόσφατων αναδιαρθρώσεων του κομματικού συστήματος. Στόχος της έρευνας είναι η κατανόηση της γένεσης, της εξέλιξης, των μετασχηματισμών και της λειτουργίας της κομματικής ταύτισης σε ένα πολιτικό σύστημα που γνώρισε τόσο περιόδους έντονης σταθερότητας όσο και βαθιές φάσεις αποευθυγράμμισης. Η θεωρητική αφετηρία της διατριβής εδράζεται στη σχολή του Michigan και στο κοινωνιοψυχολογικό μοντέλο της εκλογικής συμπεριφοράς, το οποίο αντιλαμβάνεται την κομματική ταύτιση ως έναν μακροχρόνιο συναισθηματικό δεσμό με συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα, ο οποίος διαμορφώνεται μέσω της πολιτικής κοινωνικοποίησης και λειτουργεί ως σταθερός οδηγός πολιτικών στάσεων και εκλογικών επιλογών, καθώς και ως στοιχείο της ταυτότητας. Παράλληλα, η έρευνα ενσωματώνει τις θεωρητικές συζητήσεις περί αποευθυγράμμισης, επανευθυγράμμισης και εκσυγχρονισμού, εξετά ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά το φαινόμενο της κομματικής ταύτισης στην Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση έως και την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των πρόσφατων αναδιαρθρώσεων του κομματικού συστήματος. Στόχος της έρευνας είναι η κατανόηση της γένεσης, της εξέλιξης, των μετασχηματισμών και της λειτουργίας της κομματικής ταύτισης σε ένα πολιτικό σύστημα που γνώρισε τόσο περιόδους έντονης σταθερότητας όσο και βαθιές φάσεις αποευθυγράμμισης. Η θεωρητική αφετηρία της διατριβής εδράζεται στη σχολή του Michigan και στο κοινωνιοψυχολογικό μοντέλο της εκλογικής συμπεριφοράς, το οποίο αντιλαμβάνεται την κομματική ταύτιση ως έναν μακροχρόνιο συναισθηματικό δεσμό με συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα, ο οποίος διαμορφώνεται μέσω της πολιτικής κοινωνικοποίησης και λειτουργεί ως σταθερός οδηγός πολιτικών στάσεων και εκλογικών επιλογών, καθώς και ως στοιχείο της ταυτότητας. Παράλληλα, η έρευνα ενσωματώνει τις θεωρητικές συζητήσεις περί αποευθυγράμμισης, επανευθυγράμμισης και εκσυγχρονισμού, εξετάζοντας κατά πόσο αυτές μπορούν να ερμηνεύσουν την ελληνική εμπειρία. Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Μεταπολίτευση σηματοδότησε τη συγκρότηση ενός νέου κομματικού συστήματος σε συνθήκες δημοκρατικής μετάβασης. Κατά τη δεκαετία του 1980, η πόλωση και η μαζικοποίηση των κομμάτων εξουσίας συνέβαλαν στη διαμόρφωση ισχυρών κομματικών ταυτοτήτων, συχνά συνδεδεμένων με προγενέστερες παραταξιακές και ιστορικές διαιρέσεις (Εθνικός Διχασμός, Εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος). Έως το 2009, η Ελλάδα εμφάνιζε υψηλά επίπεδα κομματικής ταύτισης και σχετικά χαμηλή εκλογική μεταβλητότητα, στοιχεία που υποδήλωναν σταθερότητα του δικομματικού ανταγωνισμού.Η οικονομική κρίση του 2010 και οι διπλές εκλογές του 2012 αποτέλεσαν κομβικό σημείο καμπής. Η κατάρρευση του παραδοσιακού διπολισμού ΝΔ–ΠΑΣΟΚ και η ανάδυση του νέου ανταγωνισμού ΝΔ–ΣΥΡΙΖΑ σηματοδότησαν μια περίοδο έντονης αποευθυγράμμισης και αναδιάρθρωσης. Η διατριβή εξετάζει αν η κρίση οδήγησε σε διάλυση των κομματικών δεσμών ή σε μετασχηματισμό και επανασυσπείρωση γύρω από νέους κομματικούς φορείς. Μεθοδολογικά, η έρευνα υιοθετεί ποιοτική προσέγγιση, λόγω απουσίας συστηματικών χρονοσειρών μέτρησης της κομματικής ταύτισης στην Ελλάδα. Πραγματοποιήθηκαν ημιδομημένες συνεντεύξεις σε άτομα διαφορετικών ηλικιών, κοινωνικών κατηγοριών και μορφωτικών επιπέδων, τα οποία ταυτίζονται ή ταυτίζονταν στο παρελθόν με τα κόμματα που επέδειξαν διαχρονική παρουσία: Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ (και οι προγενέστερες μορφές του), ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ. Συμπεριλήφθηκε επίσης κατηγορία πρώην κομματικά ταυτισμένων που αυτοπροσδιορίζονται σήμερα ως ανεξάρτητοι. Η ανάλυση ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο της οικογένειας ως βασικού μηχανισμού πολιτικής κοινωνικοποίησης. Ιδίως στις μεγαλύτερες γενιές, οι κομματικές ταυτίσεις συνδέονται άμεσα με οικογενειακές μνήμες του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου. Στην περίπτωση της Νέας Δημοκρατίας και του ΚΚΕ, η κομματική ταύτιση συχνά εμφανίζεται ως συνέχεια παραταξιακής ταυτότητας. Αντίστοιχα, η ταύτιση με το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980 συνδέθηκε με την εμπειρία της «Αλλαγής» και τη συγκρότηση της Δημοκρατικής Παράταξης ως συλλογικής πολιτικής ταυτότητας. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, παρατηρείται ετερογένεια διαδρομών: αφενός ιστορική συνέχεια της ανανεωτικής αριστεράς, αφετέρου προσέλκυση πρώην ταυτισμένων με το ΠΑΣΟΚ ή τη ΝΔ κατά την περίοδο του αντιμνημονιακού ανταγωνισμού. Η οικονομική κρίση λειτούργησε ως καταλύτης νέων ταυτίσεων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οδήγησε σε αποδυνάμωση ή ρήξη προϋπαρχόντων δεσμών. Η κομματική ταύτιση αποδείχθηκε ότι λειτουργεί ως αντιληπτικό φίλτρο, επηρεάζοντας την ερμηνεία πολιτικών γεγονότων και την απόδοση ευθυνών για την οικονομική κρίση. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ έντασης κομματικής ταύτισης και βεβαιότητας ψήφου. Όσο ισχυρότερη η ταύτιση, τόσο μεγαλύτερη η σταθερότητα εκλογικής συμπεριφοράς. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη διάσταση της ταυτότητας, καθώς η κομματική ταύτιση αναδεικνύεται, σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, όχι απλώς ως εκλογική προτίμηση ή πολιτική στάση, αλλά ως οργανικό στοιχείο της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας των υποκειμένων. Η ταύτιση με ένα πολιτικό κόμμα ενσωματώνεται στη βιογραφική αφήγηση των ερωτώμενων, συγκροτώντας ένα σταθερό σημείο αναφοράς στην αυτοαντίληψή τους και στον τρόπο με τον οποίο τοποθετούνται στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κομματική ταυτότητα περιγράφεται με όρους που παραπέμπουν σε βιωμένη εμπειρία «ανήκειν», σε συνέχεια οικογενειακών ή ιστορικών παραδόσεων, αλλά και σε διαρκή συναισθηματική επένδυση.Η ανάλυση αξιοποιεί τη διάκριση του Russell J. Dalton μεταξύ «τυπικών κομματικών» και «πνευματικών κομματικών». Συνολικά, η διατριβή υποστηρίζει ότι η ελληνική περίπτωση δεν επιβεβαιώνει την πλήρη αποδυνάμωση της κομματικής ταύτισης, αλλά μάλλον τον μετασχηματισμό της. Παρά τις βαθιές πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις, οι κομματικοί δεσμοί σε αρκετές περιπτώσεις επιδεικνύουν ανθεκτικότητα, ιδίως όταν συνδέονται με ιστορικές μνήμες, οικογενειακές παραδόσεις και βιωματικές εμπειρίες. Η κρίση δεν εξάλειψε την κομματική ταύτιση, αλλά ουσιαστικά αναδιάταξε τους φορείς της και επαναπροσδιόρισε το περιεχόμενό της.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This PHD dissertation investigates the phenomenon of party identification in Greece from the post-authoritarian transition period (Metapolitefsi) to the era of the economic crisis and the recent restructuring of the party system. The aim of the research is to understand the origins, evolution, transformations, and functions of party identification within a political system that has experienced both periods of intense stability and profound phases of dealignment. The theoretical starting point of the dissertation is grounded in the Michigan School and the social-psychological model of voting behavior, which conceptualizes party identification as a long-term emotional attachment to a political party. This attachment is formed through political socialization and operates as a stable guide to political attitudes and electoral choices. At the same time, the study incorporates theoretical debates on dealignment, realignment, and modernization, examining the extent to which these approaches c ...
This PHD dissertation investigates the phenomenon of party identification in Greece from the post-authoritarian transition period (Metapolitefsi) to the era of the economic crisis and the recent restructuring of the party system. The aim of the research is to understand the origins, evolution, transformations, and functions of party identification within a political system that has experienced both periods of intense stability and profound phases of dealignment. The theoretical starting point of the dissertation is grounded in the Michigan School and the social-psychological model of voting behavior, which conceptualizes party identification as a long-term emotional attachment to a political party. This attachment is formed through political socialization and operates as a stable guide to political attitudes and electoral choices. At the same time, the study incorporates theoretical debates on dealignment, realignment, and modernization, examining the extent to which these approaches can account for the Greek case. The Greek case is of particular interest, as the post-1974 transition marked the formation of a new party system under conditions of democratic consolidation. During the 1980s, polarization and the mass mobilization of governing parties contributed to the development of strong party identities, often linked to earlier factional and historical divisions (the National Schism, the Civil War and the post–Civil War state). Until 2009, Greece displayed high levels of party identification and relatively low electoral volatility, indicating the stability of bipolar competition. The economic crisis of 2010 and the double elections of 2012 constituted a critical turning point. The collapse of the traditional ND–PASOK bipolarism and the emergence of the new ND–SYRIZA competition marked a period of intense dealignment and restructuring. The PHD dissertation examines whether the crisis led to the dissolution of party attachments or to their transformation and regrouping around new partisan actors.Methodologically, the research adopts a qualitative approach due to the absence of systematic time-series measurements of party identification in Greece. Semi-structured interviews were conducted with individuals of different ages, social categories, and educational levels who identify – or previously identified – with parties that have demonstrated long-term presence: New Democracy, SYRIZA (including its earlier formations), PASOK, and the Communist Party of Greece (KKE). A category of formerly party-identified individuals who currently define themselves as independent was also included. The analysis highlights the decisive role of the family as a primary mechanism of political socialization. Particularly among older generations, party identifications are directly linked to family memories of the Civil War and the post–Civil War period. In the case of New Democracy and the Communist Party of Greece, party identification often appears as a continuation of broader factional identities. Similarly, identification with PASOK during the 1980s was associated with the experience of “Allagi” (translated in English as “Change”) and the formation of the Democratic Alignment as a collective political identity. In the case of SYRIZA, heterogeneous trajectories are observed: on the one hand, historical continuity with the reformist left. On the other hand, the attraction of former PASOK or ND identifiers during the anti-memorandum competition period. The crisis functioned as a catalyst for new identifications, while in other cases it led to the weakening or rupture of pre-existing bonds.Party identification was found to function as a ‘‘perceptual screen’’, influencing the interpretation of political events and the attribution of responsibility for the economic crisis. A strong correlation was also identified between the intensity of party identification and vote certainty. The stronger the identification, the greater the stability of electoral behavior.Particular emphasis is placed on the dimension of self-identity, as party identification emerges in a significant number of cases not merely as an electoral preference or political attitude, but as an organic component of the individuals’ personal and social identity. Identification with a political party becomes embedded in respondents’ biographical narratives, constituting a stable reference point in their self-perception and in the way they position themselves within the political and social field. In several cases, party identity is described in terms suggestive of a lived experience of belonging, continuity of family or historical traditions, and enduring emotional investment. The analysis draws on Russell J. Dalton’s distinction between “ritual partisans” and “cognitive partisans.” Overall, the dissertation argues that the Greek case does not confirm a complete weakening of party identification, but rather its transformation. Despite profound political and social crises, partisan bonds demonstrate resilience, especially when connected to historical memories, family traditions and lived experiences. The crisis did not eliminate party identification. It rearranged its carriers and redefined its content.
περισσότερα