Περίληψη
Η διδακτορική διατριβή εστιάζει ερευνητικά στο θέμα της παιδαγωγικής και ψυχολογικής διάστασης στη διδασκαλία της Λογοτεχνίας. Μέσω της παρούσας εμπειρικής έρευνας, η οποία περιλαμβάνει δύο μελέτες περίπτωσης, επιχειρείται η διερεύνηση του τρόπου διδασκαλίας του μαθήματος της Λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, με βάση τις κατευθύνσεις της θεωρίας του R. Gagné και τον βαθμό ανταπόκρισης των μαθητών. Η έρευνα στηρίζεται σε δύο βασικές υποθέσεις: Πρώτον, ότι μέσω της διδασκαλίας της Λογοτεχνίας είναι δυνατόν να αναπτυχθούν οι νοητικές δεξιότητες, η γνωστική στρατηγική και η στάση των μαθητών της Β΄ Γυμνασίου και Β΄ Λυκείου σε ζητήματα κοινωνικής ζωής που ανακύπτουν στα λογοτεχνικά κείμενα. Δεύτερον, ότι υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην ηλικία και τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά των μαθητών και στην ανάπτυξη των συγκεκριμένων επιδιώξεων-ειδών μάθησης, όπως περιγράφονται στη θεωρία του Gagné. Στο θεωρητικό πλαίσιο της διατριβής παρουσιάζονται οι βασικές θέσεις της Γνωστικής Ψυχολογίας, συν ...
Η διδακτορική διατριβή εστιάζει ερευνητικά στο θέμα της παιδαγωγικής και ψυχολογικής διάστασης στη διδασκαλία της Λογοτεχνίας. Μέσω της παρούσας εμπειρικής έρευνας, η οποία περιλαμβάνει δύο μελέτες περίπτωσης, επιχειρείται η διερεύνηση του τρόπου διδασκαλίας του μαθήματος της Λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, με βάση τις κατευθύνσεις της θεωρίας του R. Gagné και τον βαθμό ανταπόκρισης των μαθητών. Η έρευνα στηρίζεται σε δύο βασικές υποθέσεις: Πρώτον, ότι μέσω της διδασκαλίας της Λογοτεχνίας είναι δυνατόν να αναπτυχθούν οι νοητικές δεξιότητες, η γνωστική στρατηγική και η στάση των μαθητών της Β΄ Γυμνασίου και Β΄ Λυκείου σε ζητήματα κοινωνικής ζωής που ανακύπτουν στα λογοτεχνικά κείμενα. Δεύτερον, ότι υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην ηλικία και τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά των μαθητών και στην ανάπτυξη των συγκεκριμένων επιδιώξεων-ειδών μάθησης, όπως περιγράφονται στη θεωρία του Gagné. Στο θεωρητικό πλαίσιο της διατριβής παρουσιάζονται οι βασικές θέσεις της Γνωστικής Ψυχολογίας, συνοπτικά οι θεωρίες των Bruner, Piaget και Ausubel, και αναλυτικά η θεωρία μάθησης του R. Gagné. Για τους σκοπούς της έρευνας αξιοποιούνται τρία από τα πέντε είδη μάθησης που προτείνει ο Gagné: οι νοητικές δεξιότητες, η γνωστική στρατηγική και η στάση. Παράλληλα, ενσωματώνονται στοιχεία από την Ερμηνευτική Θεωρία και τη Θεωρία της Αισθητικής Ανταπόκρισης. Το θεωρητικό μέρος ολοκληρώνεται με την παρουσίαση του Προγράμματος Σπουδών 2000–2004 για το μάθημα της Λογοτεχνίας, σε επίπεδο σκοποθεσίας και στοχοθεσίας. Η έρευνα διεξήχθη κατά το σχολικό έτος 2003–2004 σε δύο σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης: το Πειραματικό Γυμνάσιο της Βαρβακείου Σχολής και το 3ο Λύκειο Νίκαιας. Στόχος ήταν η διερεύνηση της εφαρμογής της διδακτικής πρότασης σε διαφορετικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, τόσο στο Γυμνάσιο όσο και στο Λύκειο, και σε διαφορετικούς τύπους σχολείων: ένα σχολείο λαϊκής περιοχής και ένα σχολείο στο οποίο φοιτούν μαθητές υψηλότερης κοινωνικοοικονομικής τάξης, με διαφορετικό επιμορφωτικό επίπεδο των διδασκόντων. Το δείγμα περιλάμβανε ένα τμήμα της Β΄ Γυμνασίου και ένα της Β΄ Λυκείου. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η τεχνική της συστηματικής παρατήρησης, εμπλουτισμένη με στοιχεία από τη μέθοδο της εθνογραφίας, προκειμένου να παρακολουθηθούν και να καταγραφούν οι διδασκαλίες των δύο τάξεων. Η παρατήρηση βασίστηκε σε συγκεκριμένη κλείδα, η οποία στηρίχθηκε στη λίστα παρατήρησης του Flanders και εμπλουτίστηκε με κατηγορίες σχετικές με τις νοητικές δεξιότητες, τη γνωστική στρατηγική και τη στάση των μαθητών. Οι διδασκαλίες ηχογραφήθηκαν και βιντεοσκοπήθηκαν, ενώ παράλληλα τηρήθηκε ημερολόγιο παρατήρησης, στο οποίο καταγράφηκαν συζητήσεις με τις εκπαιδευτικούς και τους μαθητές πριν και μετά τις διδασκαλίες. Μετά το τέλος κάθε διδασκαλίας, διανεμήθηκαν στους μαθητές ερωτηματολόγια με κλειστές ερωτήσεις διαβαθμιστικής επιλογής, βασισμένες στην κλίμακα Likert, καθώς και ανοικτές ερωτήσεις σχετικές με το περιεχόμενο των κειμένων και τη στάση-ανταπόκριση των μαθητών. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκε ημιδομημένη συνέντευξη ως εργαλείο συλλογής δεδομένων. Ένα χρόνο μετά την ερευνητική δοκιμή, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με τις δύο διδάσκουσες, με σκοπό να διαπιστωθεί σε ποιο βαθμό αξιοποίησαν τη διδακτική πρόταση ανεξάρτητα από την επιρροή των ερευνητών και πώς αξιολόγησαν την καταλληλότητά της σε σχέση με τη φύση του μαθήματος και την ανταπόκριση των μαθητών. Η διατριβή κατέληξε στο συμπέρασμα πως η εφαρμογή της θεωρίας του Gagné στη διδασκαλία των λογοτεχνικών κειμένων οδηγεί σε συστηματικότερη ανάπτυξη των νοητικών δεξιοτήτων, της γνωστικής στρατηγικής και των στάσεων των μαθητών σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα. Ο σχεδιασμός της διδασκαλίας μετασχηματίζεται από διαδικασία γνωστικού χαρακτήρα σε διαδικασία περισσότερο κριτικού και ενεργοποιητικού χαρακτήρα, καθιστώντας την προσέγγιση των κειμένων πιο ενδιαφέρουσα για τους μαθητές. Παρατηρείται ποιοτική διαφοροποίηση στην ανάπτυξη των νοητικών δεξιοτήτων, όπως καταδεικνύεται από την παρατήρηση των διδασκαλιών και την ποιότητα των απαντήσεων των μαθητών σε ερωτήσεις κριτικού χαρακτήρα. Η διδασκαλία καθίσταται πιο αποτελεσματική, ενεργοποιεί τους μαθητές και συμβάλλει στη διαμόρφωση κριτικού αναγνώστη, μέσω της αξιοποίησης της ερμηνευτικής και της αναγνωστικής ανταπόκρισης ως διδακτικών πορειών. Τα λογοτεχνικά κείμενα αναδεικνύονται ως πρόσφορο μαθησιακό υλικό για την ανάπτυξη γνωστικών στρατηγικών, καθώς θέτουν τους μαθητές ενώπιον προβληματικών καταστάσεων που απαιτούν υποθέσεις και παρακολούθηση διαδικασιών διαμόρφωσης συμπεριφορών. Η διδασκαλία της γνωστικής στρατηγικής δεν αποτελεί ανεξάρτητη κατεύθυνση, αλλά συνδέεται άμεσα με την ενεργοποίηση της κριτικής σκέψης. Ως προς τον τομέα των στάσεων, η θεωρία του Gagné αναδεικνύει με αποδοτικό τρόπο τη φυσιογνωμία του λογοτεχνικού κειμένου, προσφέροντας στον εκπαιδευτικό τα κατάλληλα ερεθίσματα για την αξιοποίηση της τάσης των μαθητών να ταυτίζονται με τους ήρωες ή να τους προσεγγίζουν κριτικά. Διαπιστώνονται διαφορές μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων ως προς τον τρόπο τοποθέτησής τους απέναντι στους ήρωες και τις επιλογές τους. Τέλος, η θεωρία του Gagné προσανατολίζει θετικά τη διδακτική μεθοδολογία κατά την προσέγγιση των λογοτεχνικών κειμένων, τόσο από μαθητές της πρώιμης όσο και της ύστερης εφηβικής ηλικίας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The doctoral dissertation focuses on the pedagogical and psychological dimensions of literature teaching. Through this empirical research, which consists of two case studies, the aim is to investigate the teaching methods of Literature in secondary education, based on the principles of R. Gagné’s learning theory and the degree of student response. The research is based on two main hypotheses: first, that the teaching of Literature can foster the development of intellectual skills, cognitive strategies, and attitudes among students in the second year of Secondary and High school, particularly in relation to social issues emerging from literary texts; and second, that there is a correlation between students’ age and developmental characteristics and the development of the specific learning outcomes described in Gagné’s theory. The theoretical framework includes key positions of Cognitive Psychology and presents, in summary, the theories of Bruner, Piaget, and Ausubel, with an in-depth fo ...
The doctoral dissertation focuses on the pedagogical and psychological dimensions of literature teaching. Through this empirical research, which consists of two case studies, the aim is to investigate the teaching methods of Literature in secondary education, based on the principles of R. Gagné’s learning theory and the degree of student response. The research is based on two main hypotheses: first, that the teaching of Literature can foster the development of intellectual skills, cognitive strategies, and attitudes among students in the second year of Secondary and High school, particularly in relation to social issues emerging from literary texts; and second, that there is a correlation between students’ age and developmental characteristics and the development of the specific learning outcomes described in Gagné’s theory. The theoretical framework includes key positions of Cognitive Psychology and presents, in summary, the theories of Bruner, Piaget, and Ausubel, with an in-depth focus on Gagné’s learning theory. For the purposes of the research, three of the five types of learning proposed by Gagné are utilized: intellectual skills, cognitive strategy, and attitude. Additionally, elements from Hermeneutic Theory and the Aesthetic Response Theory are incorporated. The theoretical part concludes with a presentation of the 2000–2004 Literature Curriculum, focusing on its aims and objectives. The research was conducted during the 2003–2004 academic year in two secondary schools: the Experimental Gymnasium of the Varvakeio School and the 3rd Lyceum of Nikaia. The objective was to examine the implementation of the proposed teaching approach in different educational environments—both in Gymnasium and Lyceum—and in schools with differing socio-economic contexts: one in a working-class area and one attended by students from higher socio-economic backgrounds, with teachers of varying levels of professional development. The sample consisted of one class from the second year of Gymnasium and one from the second year of Lyceum. The data collection employed systematic observation, enriched with elements of ethnographic methodology, to monitor and record the teaching sessions in both classes. A specific observation key was used, based on Flanders’ Interaction Analysis Categories, expanded to include categories related to intellectual skills, cognitive strategies, and student attitudes. The lessons were audio- and video-recorded. Additionally, an observation diary was kept, documenting discussions with teachers and students before and after the lessons. At the end of each lesson, students completed questionnaires containing closed-ended Likert-scale questions and open-ended questions related to the content of the texts and their attitudes and responses. Another tool used was the semi-structured interview. One year after the teaching intervention, interviews were conducted with the two teachers to assess the extent to which they had independently adopted the proposed teaching approach and how they evaluated its appropriateness in relation to the nature of the subject and student engagement. The dissertation concludes that the application of Gagné’s theory in the teaching of literary texts leads to more systematic development of students’ intellectual skills, cognitive strategies, and attitudes toward significant social issues. The design of literature instruction shifted from a cognitive process to a more critical and activating one, making the approach more engaging for students. A qualitative differentiation was observed in the development of intellectual skills, as evidenced by classroom observations and the quality of student responses to critical-thinking questions. Teaching became more effective, activating students and contributing to the formation of critical readers through the use of hermeneutic and reader-response approaches. Literary texts proved to be valuable learning material for developing cognitive strategies, as they placed students in problem-solving situations requiring hypothesis formation and the tracking of behavioral or emotional responses. The teaching of cognitive strategies was not an isolated process but was closely linked to the activation of critical thinking. Regarding attitudes, Gagné’s theory effectively highlighted a key aspect of literary texts, providing teachers with stimuli to leverage students’ natural tendency to identify with or critically assess literary characters. Differences were observed between the two age groups in how they positioned themselves toward the characters and their choices. Finally, Gagné’s theory positively guided the teaching methodology for approaching literary texts, proving suitable for students in both early and late adolescence.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
La thèse de doctorat porte sur la dimension pédagogique et psychologique de l’enseignement de la littérature. À travers cette recherche empirique, composée de deux études de cas, il s’agit d’examiner les modalités d’enseignement de la littérature au collège et au lycée, en s’appuyant sur les orientations de la théorie de l’apprentissage de R. Gagné et sur le degré de réceptivité des élèves. La recherche repose sur deux hypothèses principales : premièrement, l’enseignement de la littérature peut favoriser le développement des habiletés intellectuelles, des stratégies cognitives et des attitudes des élèves de deuxième année de collège et de lycée face aux problématiques sociales soulevées par les textes littéraires ; deuxièmement, il existe une corrélation entre l’âge, les caractéristiques développementales des élèves et le développement des types d’apprentissage définis par la théorie. Le cadre théorique présente les fondements de la psychologie cognitive, les théories de Bruner, Piaget ...
La thèse de doctorat porte sur la dimension pédagogique et psychologique de l’enseignement de la littérature. À travers cette recherche empirique, composée de deux études de cas, il s’agit d’examiner les modalités d’enseignement de la littérature au collège et au lycée, en s’appuyant sur les orientations de la théorie de l’apprentissage de R. Gagné et sur le degré de réceptivité des élèves. La recherche repose sur deux hypothèses principales : premièrement, l’enseignement de la littérature peut favoriser le développement des habiletés intellectuelles, des stratégies cognitives et des attitudes des élèves de deuxième année de collège et de lycée face aux problématiques sociales soulevées par les textes littéraires ; deuxièmement, il existe une corrélation entre l’âge, les caractéristiques développementales des élèves et le développement des types d’apprentissage définis par la théorie. Le cadre théorique présente les fondements de la psychologie cognitive, les théories de Bruner, Piaget et Ausubel, ainsi qu’une analyse approfondie de la théorie de l’apprentissage de R. Gagné. Trois des cinq types d’apprentissage proposés par Gagné sont mobilisés : les habiletés intellectuelles, la stratégie cognitive et l’attitude. Des éléments issus de la théorie herméneutique et de la théorie de la réponse esthétique sont également intégrés. La partie théorique se conclut par une présentation du programme scolaire 2000–2004 en littérature, en termes d’objectifs généraux et spécifiques. L’enquête a été menée durant l’année scolaire 2003–2004 dans deux établissements d’enseignement secondaire : le Collège expérimental de l’École Varvakeio et le 3e Lycée de Nikaia. L’objectif était d’examiner l’application de la proposition didactique dans des contextes éducatifs différents, tant au collège qu’au lycée, et dans des établissements aux profils socio-économiques contrastés : l’un situé dans un quartier populaire, l’autre fréquenté par des élèves issus de milieux plus favorisés, avec des enseignants de niveaux de formation variés. L’échantillon comprenait une classe de deuxième année de collège et une de deuxième année de lycée. La collecte des données s’est appuyée sur l’observation systématique, enrichie d’éléments issus de la méthode ethnographique, afin de suivre et d’analyser les séances d’enseignement. Une grille d’observation spécifique, fondée sur la liste de Flanders et enrichie de catégories relatives aux habiletés intellectuelles, à la stratégie cognitive et à l’attitude des élèves, a été utilisée. Les séances ont été enregistrées et filmées. Un journal d’observation a également été tenu, consignant les échanges avec les enseignantes et les élèves avant et après les cours. À la fin de chaque séance, des questionnaires ont été distribués aux élèves, comprenant des questions fermées à choix gradué (échelle de Likert) et des questions ouvertes portant sur le contenu des textes et les réactions des élèves. Un autre outil utilisé fut l’entretien semi-directif. Un an après l’expérimentation, des entretiens ont été menés avec les deux enseignantes afin d’évaluer dans quelle mesure elles avaient intégré la proposition didactique de manière autonome et comment elles en percevaient la pertinence par rapport à la nature de la discipline et à la réponse des élèves. La thèse conclut que l’application de la théorie de Gagné dans l’enseignement des textes littéraires favorise un développement plus systématique des habiletés intellectuelles, des stratégies cognitives et des attitudes des élèves face à des enjeux sociaux importants. La conception de l’enseignement littéraire évolue d’un processus cognitif vers une approche plus critique et participative, rendant les textes plus attrayants pour les élèves. Une différenciation qualitative est observée dans le développement des habiletés intellectuelles, comme en témoignent les observations de classe et la qualité des réponses aux questions à visée critique. L’enseignement devient plus efficace, mobilise davantage les élèves et contribue à la formation d’un lecteur critique, grâce à l’intégration des approches herméneutique et de la réponse esthétique. Les textes littéraires se révèlent être un support d’apprentissage pertinent pour développer des stratégies cognitives, en confrontant les élèves à des situations problématiques nécessitant des hypothèses et l’analyse de processus comportementaux. L’enseignement de la stratégie cognitive ne constitue pas une démarche isolée, mais s’articule étroitement avec l’activation de la pensée critique. En ce qui concerne les attitudes, la théorie de Gagné met en valeur un aspect fondamental du texte littéraire, en offrant à l’enseignant des stimuli permettant d’exploiter la tendance naturelle des élèves à s’identifier aux personnages ou à les juger de manière critique. Des différences sont constatées entre les deux groupes d’âge quant à leur positionnement face aux personnages et à leurs choix. Enfin, la théorie de Gagné oriente positivement la méthodologie d’enseignement de la littérature, tant pour les élèves en début qu’en fin d’adolescence.
περισσότερα