Περίληψη
Η σχιζοτυπία αναφέρεται σε ένα σύμπλεγμα χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που παρατηρούνται σε υγιή άτομα και αντικατοπτρίζουν, σε ηπιότερο βαθμό, τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας. Η σχιζοτυπία και η σχιζοφρένεια βρίσκονται στα δύο άκρα του ίδιου φάσματος, με την σχιζοτυπία να αντιπροσωπεύει το «υγιές» άκρο, και μοιράζονται κοινούς γενετικούς, νευροαπεικονιστικούς και νευροψυχολογικούς μηχανισμούς. Ως εκ τούτου, η σχιζοτυπία θεωρείται δείκτης προδιάθεσης για την εκδήλωση σχιζοφρένειας.Στόχος της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η συστηματική διερεύνηση της σχέσης των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών προσωπικότητας με την γνωστική και συναισθηματική λειτουργικότητα και αποτελείται από δύο κύρια μέρη: (α) μία μελέτη επανεξέτασης, η οποία εξετάζει την σχέση των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών, όπως αξιολογούνται από το μοντέλων των τεσσάρων παραγόντων, με τη γνωστική λειτουργικότητα μετά από τέσσερα έτη από την αρχική αξιολόγηση, και (β) μία συγχρονική μελέτη, η οποία είχε ως στόχο τη διερε ...
Η σχιζοτυπία αναφέρεται σε ένα σύμπλεγμα χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που παρατηρούνται σε υγιή άτομα και αντικατοπτρίζουν, σε ηπιότερο βαθμό, τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας. Η σχιζοτυπία και η σχιζοφρένεια βρίσκονται στα δύο άκρα του ίδιου φάσματος, με την σχιζοτυπία να αντιπροσωπεύει το «υγιές» άκρο, και μοιράζονται κοινούς γενετικούς, νευροαπεικονιστικούς και νευροψυχολογικούς μηχανισμούς. Ως εκ τούτου, η σχιζοτυπία θεωρείται δείκτης προδιάθεσης για την εκδήλωση σχιζοφρένειας.Στόχος της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η συστηματική διερεύνηση της σχέσης των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών προσωπικότητας με την γνωστική και συναισθηματική λειτουργικότητα και αποτελείται από δύο κύρια μέρη: (α) μία μελέτη επανεξέτασης, η οποία εξετάζει την σχέση των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών, όπως αξιολογούνται από το μοντέλων των τεσσάρων παραγόντων, με τη γνωστική λειτουργικότητα μετά από τέσσερα έτη από την αρχική αξιολόγηση, και (β) μία συγχρονική μελέτη, η οποία είχε ως στόχο τη διερεύνηση της σχέσης των ίδιων σχιζοτυπικών διαστάσεων με την αναγνώριση συναισθημάτων στο πρόσωπο, καθώς και την γνωστική λειτουργικότητα με και χωρίς συναισθηματικές συνιστώσες, σε υγιείς συμμετέχοντες από τον γενικό πληθυσμό. Συγκεκριμένα, η μελέτη επανεξέτασης είχε ως στόχο την διερεύνηση της σταθερότητας των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών και των γνωστικών λειτουργιών σε διάστημα τεσσάρων ετών, την προγνωστική αξία της σχιζοτυπίας κατά την αρχική αξιολόγηση επί της γνωστικής λειτουργικότητας μετά από τέσσερα έτη, καθώς και τις διαφορές στην γνωστική επίδοση μεταξύ της αρχικής αξιολόγησης και της επαναξιολόγησης τέσσερα έτη αργότερα σε άτομα με υψηλά σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά, όπως ορίζονται από το μοντέλο των τεσσάρων παραγόντων. Εβδομήντα συμμετέχοντες/ουσες που είχαν λάβει μέρος στη μελέτη “Prefrontally Mediated Endophenotypes in the Schizophrenia Spectrum (PreMES)” επανεκτιμήθηκαν με τις ίδιες νευροψυχολογικές δοκιμασίες όπως και κατά την αρχική αξιολόγηση, ενώ τα σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά αξιολογήθηκαν με το Ερωτηματολόγιο Σχιζοτυπικής Προσωπικότητας (Schizotypal Personality Questionnaire). Οι συμμετέχοντες/ουσες κατανεμήθηκαν σε ομάδες βάσει τυποποιημένων κριτηρίων που προέκυψαν από τα ελληνικά κανονιστικά δεδομένα - πενήντα τέσσερα άτομα παρέμειναν στην ίδια σχιζοτυπική ομάδα τόσο στην αρχική αξιολόγηση όσο και στην επαναξιολόγηση. Τα αποτελέσματα έδειξαν μείωση των σχιζοτυπικών χαρακτηριστικών με την πάροδο του χρόνου (όλες οι τιμές p <0.05), με εξαίρεση μία υπο-ομάδα ατόμων, τα οποία πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης στην ίδια σχιζοτυπική ομάδα ή την ομάδα ελέγχου και στα δύο χρονικά σημεία και παρουσίασαν σταθερότητα στον παράγοντα της αρνητικής σχιζοτυπίας, καθώς και σε πτυχές της γνωστικής-αντιληπτικής και της αποδιοργανωτικής σχιζοτυπίας. Όσον αφορά στη γνωστική λειτουργικότητα στο σύνολο του δείγματος, κατά την επαναξιολόγηση παρατηρήθηκε βελτιωμένη επίδοση στις δοκιμασίες αναστολής απόκρισης, γνωστικής ευελιξίας, φωνημικής και σημασιολογικής λεκτικής ευχέρειας, καθώς και σε πτυχές της υποβοηθούμενης εναλλαγής της προσοχής με ενδείξεις (όλες οι τιμές p <0.05). Τα υψηλά αρνητικά σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά κατά την αρχική αξιολόγηση προέβλεψαν χαμηλότερη επίδοση στην αναστολή απόκρισης και την σημασιολογική εναλλαγή κατά την επαναξιολόγηση (όλες οι τιμές p <0.005), ενώ τα υψηλά αποδιοργανωτικά σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά προέβλεψαν χαμηλότερη επίδοση στην σύνθετη ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών, την γνωστική ευελιξία (p<0.001) και τη σημασιολογική επεξεργασία (p<0.005) κατά την επαναξιολόγηση. Τα άτομα με υψηλά αρνητικά σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά παρουσίασαν χαμηλή επίδοση στην αναστολή απόκρισης, την γνωστική ευελιξία και την σύνθετη ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και στα δύο χρονικά σημεία σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (όλες οι τιμές p <0.05). Οι πρώτος στόχος της συγχρονικής μελέτης ήταν η εξέταση της ικανότητας αναγνώρισης συναισθημάτων στο πρόσωπο στις τέσσερις διαστάσεις της σχιζοτυπίας, καθώς και η προβλεπτική αξία τόσο της ικανότητας αναγνώρισης συναισθημάτων στο πρόσωπο και των τεσσάρων σχιζοτυπικών διαστάσεων επί της ψυχολογικής ευζωίας. Διακόσιοι τριάντα οκτώ συμμετέχοντες/ουσες από τον γενικό πληθυσμό κατανεμήθηκαν σε τέσσερις σχιζοτυπικές ομάδες και μία ομάδα ελέγχου, σύμφωνα με τη βαθμολογία τους στο Ερωτηματολόγιο Σχιζοτυπικής Προσωπικότητας και των τυποποιημένων κριτηρίων που προέκυψαν από τα ελληνικά κανονιστικά δεδομένα. Σε όλους/ες τους/τις συμμετέχοντες/ουσες χορηγήθηκε μία δοκιμασία αναγνώρισης συναισθημάτων στο πρόσωπο καθώς και μία κλίμακα αυτο-αναφοράς για την αξιολόγηση της ψυχολογικής ευζωίας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι (α) η ομάδα με υψηλά αρνητικά σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά αναγνώρισε με μικρότερη ακρίβεια τη λύπη και τον φόβο (όλες οι τιμές p <0.05), πιθανώς λόγω ενεργοποίησης αντισταθμιστικών μηχανισμών, και ανέφεραν τη χαμηλότερη ψυχολογική ευζωία σε σύγκριση με όλες άλλες ομάδες, (β) τα άτομα με υψηλά αποδιοργανωτικά σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά αναγνώρισαν με μικρότερη ακρίβεια την έκπληξη (όλες οι τιμές p <0.01), πιθανώς λόγω των επιδράσεων της αποδιοργανωμένης σκέψης στη διάκριση αυτού του ασαφούς συναισθήματος, (γ) η ομάδα της γνωστικής-αντιληπτικής σχιζοτυπίας παρουσίασε ακέραιη επίδοση στην αναγνώριση συναισθημάτων στο πρόσωπο, αντίστοιχη με εκείνη της ομάδας ελέγχου (p>0.05), καθώς και ανώτερη ψυχολογική ευζωία (όλες οι τιμές p <0.001), υποστηρίζοντας περαιτέρω τη συγκεκριμένη διάσταση της σχιζοτυπίας ως ισοδύναμη της «υγιούς» σχιζοτυπίας.Ο δεύτερος στόχος της συγχρονικής μελέτης ήταν η διερεύνηση των επιδράσεων των τεσσάρων σχιζοτυπικών διαστάσεων στην αναγνώριση συναισθημάτων στο πρόσωπο, όταν τα συναισθήματα σχετίζονται με το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται το πρόσωπο, σε υγιείς συμμετέχοντες από τον γενικό πληθυσμό. Σε εξήντα οκτώ συμμετέχοντες χορηγήθηκε μία δοκιμασία αναγνώρισης συναισθημάτων στο πρόσωπο μέσα σε κάποιο κοινωνικό πλαίσιο, ενώ τα σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά αξιολογήθηκαν με το Ερωτηματολόγιο Σχιζοτυπικής Προσωπικότητας. Για κάθε σχιζοτυπική διάσταση επιλέχθηκαν οι συμμετέχοντες/ουσες που ανήκαν στο πρώτο (χαμηλότερες βαθμολογίες) και στο τέταρτο (υψηλότερες βαθμολογίες) τεταρτημόριο των βαθμολογιών και έγινε στατιστική σύγκριση μεταξύ τους. Βρέθηκε ότι και τα δύο τεταρτημόρια όλων των σχιζοτυπικών διαστάσεων αναγνώρισαν με μεγαλύτερη ακρίβεια τη λύπη σε ουδέτερα πλαίσια και τον θυμό σε συναισθηματικά πλαίσια με συναισθηματική συμφωνία, ενώ και τα δύο τεταρτημόρια της γνωστικής-αντιληπτικής σχιζοτυπικής διάστασης αναγνώρισαν την αποστροφή με μεγαλύτερη ακρίβεια σε ουδέτερα πλαίσια (όλες οι τιμές p <0.05). Οι αναλύσεις έδειξαν, επίσης, ότι οι ομάδες που αντιστοιχούσαν στο τέταρτο τεταρτημόριο των αρνητικών και αποδιοργανωτικών σχιζοτυπικών διαστάσεων αναγνώρισαν με μεγαλύτερη ακρίβεια την λύπη και την αποστροφή, ενώ οι ομάδες που αντιστοιχούσαν στο πρώτο τεταρτημόριο των ίδιων σχιζοτυπικών διαστάσεων αναγνώρισαν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον θυμό, ανεξαρτήτως πλαισίου (όλες οι τιμές p <0.05). Ωστόσο, περαιτέρω αναλύσεις έδειξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ ομάδων μόνο για τις ομάδες του πρώτου τεταρτημόριου ως προς την ακριβή αναγνώριση του θυμού, όταν αυτός παρουσιαζόταν σε ουδέτερο συναισθηματικά πλαίσιο (όλες οι τιμές p <0.05). Όσον αφορά την παρανοϊκή σχιζοτυπική διάσταση, η ομάδα του τέταρτου τεταρτημόριου αναγνώρισε τη λύπη και την αποστροφή με μεγαλύτερη ακρίβεια τόσο σε συναισθηματικά σύμφωνα όσο και σε ουδέτερα πλαίσια, ενώ η ομάδα του πρώτου τεταρτημόριου αναγνώρισε με μεγαλύτερη ακρίβεια τον θυμό και στα δύο πλαίσια (p<0.05).Ο τρίτος στόχος της συγχρονικής μελέτης ήταν η εξέταση των ψυχρών (βασισμένων σε λογικούς συλλογισμούς) έναντι των θερμών (βασισμένων σε συναισθηματικούς παράγοντες) γνωστικών λειτουργιών σε άτομα με υψηλά σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά. Σε διακόσιους εβδομήντα τέσσερις συμμετέχοντες από τον γενικό πληθυσμό χορηγήθηκε μία συστοιχία νευροψυχολογικών δοκιμασιών που αξιολογούσαν τη μνήμη εργασίας, την σύνθετη επιλεκτική προσοχή, την αναστολή απόκρισης, τη λήψη αποφάσεων και την ρέουσα νοημοσύνη, καθώς και τα συναισθηματικά τους ισοδύναμα. Η ομάδα της αρνητικής σχιζοτυπίας παρουσίασε χαμηλότερη επίδοση στις δοκιμασίες μνήμης εργασίας και σύνθετης συναισθηματικής επιλεκτικής προσοχής σε σύγκριση με την ομάδα γνωστικής-αντιληπτικής σχιζοτυπίας και την ομάδα ελέγχου (όλες οι τιμές p <0.005), ενώ η ομάδα της αποδιοργανωτικής σχιζοτυπίας παρουσίασε χαμηλότερη επίδοση στις δοκιμασίες της συναισθηματικής μνήμης εργασίας και της σύνθετης επιλεκτικής προσοχής σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (όλες οι τιμές p <0.001). Η ομάδα της αρνητικής σχιζοτυπίας παρουσίασε χαμηλότερη επίδοση στην αναστολή απόκρισης σε σύγκριση με όλες τις άλλες ομάδες (όλες οι τιμές p <0.005). Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των ομάδων στη ρέουσα νοημοσύνη, ενώ στη συναισθηματική νοημοσύνη η ομάδα ελέγχου σημείωσε την υψηλότερη επίδοση σε σύγκριση με τις ομάδες παρανοειδούς, αρνητικής και αποδιοργανωτικής σχιζοτυπίας (όλες οι τιμές p ≤0.005). Συνολικά, η παρούσα διατριβή προτείνει ότι οι τέσσερις σχιζοτυπικές διαστάσεις παρουσιάζουν διακριτά προφίλ γνωστικής και συναισθηματικής επεξεργασίας, αναδεικνύοντας την αξία των πολυδιάστατων μοντέλων της σχιζοτυπίας. Εν συντομία, η γνωστική-αντιληπτική σχιζοτυπία σχετίστηκε με διατηρημένη γνωστική λειτουργικότητα, ακέραιη αναγνώριση συναισθημάτων, και υψηλότερη ψυχολογική ευζωία σε σύγκριση με όλες τις άλλες σχιζοτυπικές διαστάσεις. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν την εν λόγω σχιζοτυπικά διάσταση ως ανάλογη έννοια με την «υγιή σχιζοτυπία» και εξηγούν μερικώς τους λόγους που ένα ποσοστό ανθρώπων με αυξημένα σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά δεν νοσούν με κάποια κλινική διαταραχή. Η παρανοειδής σχιζοτυπία βρέθηκε ότι περιλαμβάνει κυρίως προκαταλήψεις ως προς την ερμηνεία των συναισθημάτων (κυρίως στην επεξεργασία των συναισθημάτων σε πλαίσιο) και την συναισθηματική νοημοσύνη, παρά γενικά ελλείμματα. Η αρνητική σχιζοτυπία βρέθηκε ότι χαρακτηρίζεται από τα πιο διάχυτα ελλείμματα, συμπεριλαμβανομένων σταθερών μακροπρόθεσμων ελλειμμάτων στην εκτελεστική και συναισθηματική επεξεργασία, ελλείμματα στην αναγνώριση συναισθημάτων στο πρόσωπο και μειωμένη ψυχολογική ευζωία. Η αποδιοργανωτική σχιζοτυπία συσχετίστηκε με δυσκολίες στη σημασιολογική επεξεργασία, την προσοχή και την άρτια επεξεργασία πληροφοριών με συναισθηματική χροιά, κυρίως σε δοκιμασίες που περιλαμβάνουν συναισθηματικά ασαφείς πληροφορίες. Τα ευρήματα της παρούσας διατριβής αναδεικνύουν τη σημασία της συνεκτίμησης των διαφορών στα σχιζοτυπικά χαρακτηριστικά κατά τον σχεδιασμό προγραμμάτων πρώιμης παρέμβασης για πληθυσμούς υψηλού κινδύνου.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Schizotypy refers to a constellation of personality traits that are observable in healthy individuals and mirror the symptoms of schizophrenia in a sub-clinical form. Schizotypy and schizophrenia lie in the two extreme ends of the schizophrenia spectrum, with schizotypy representing the “healthy” edge, and they share genetic, neuroimaging and neuropsychological correlates. As a result, schizotypy is considered a liability index for schizophrenia. The present doctoral dissertation aimed to investigate the association of schizotypal personality traits with cognitive and affective functioning and consisted of two main components: a follow-up study aiming to examine the association of schizotypal factors, as assessed with the four-factor model of schizotypy, with cognitive functioning over a four-year time frame, and a cross-sectional study aiming to investigate the association of schizotypal dimensions with facial emotion recognition as well as cognitive functioning, with and without emot ...
Schizotypy refers to a constellation of personality traits that are observable in healthy individuals and mirror the symptoms of schizophrenia in a sub-clinical form. Schizotypy and schizophrenia lie in the two extreme ends of the schizophrenia spectrum, with schizotypy representing the “healthy” edge, and they share genetic, neuroimaging and neuropsychological correlates. As a result, schizotypy is considered a liability index for schizophrenia. The present doctoral dissertation aimed to investigate the association of schizotypal personality traits with cognitive and affective functioning and consisted of two main components: a follow-up study aiming to examine the association of schizotypal factors, as assessed with the four-factor model of schizotypy, with cognitive functioning over a four-year time frame, and a cross-sectional study aiming to investigate the association of schizotypal dimensions with facial emotion recognition as well as cognitive functioning, with and without emotional components, in healthy community participants.Specifically, the follow-up study aimed to examine the stability of schizotypal traits and cognition over a 4-year period, the predictive value of schizotypy at baseline on cognition after 4 years, and the differences in cognitive task performance between the baseline and the 4-years follow-up in individuals with high schizotypal traits, as defined with the four-factor model of schizotypy. Seventy individuals that had taken part in the Prefrontally Mediated Endophenotypes in the Schizophrenia Spectrum (PreMES) study were assessed at follow-up with identical neuropsychological tasks and schizotypal traits were assessed with the Schizotypal Personality Questionnaire at both time points. Participants were divided in schizotypal groups according to standard criteria derived by Greek normative data; and fifty-four individuals fell into the same schizotypal group at follow-up as in baseline. The results showed a decline in schizotypal traits over time (all p values <0.05), except for a subgroup of individuals that met the criteria for inclusion into the same schizotypal or control group in both time points that showed stability in negative as well as in aspects of cognitive-perceptual and disorganized schizotypy. Regarding cognitive functioning in the total sample, improved performance at follow-up was observed in response inhibition, set-shifting, phonemic and semantic verbal fluency, as well as in aspects of cued attention switching (all p values <0.05). High negative schizotypal traits at baseline predicted lower performance in response inhibition and semantic switching at follow-up (all p values <0.005), while high disorganized schizotypal traits at baseline predicted lower performance in complex processing speed and set-shifting (p<0.001), as well as in semantic processing (p<0.005) at follow-up. Individuals with high negative schizotypal traits showed poor performance in response inhibition, set-shifting and complex processing speed at both time points compared with controls (all p values <0.05). The first aim of the cross-sectional study was to examine facial emotion recognition abilities across the four schizotypal dimensions and the predictive value of both facial emotion recognition ability and the four schizotypal dimensions on psychological well-being. Two hundred and thirty-eight community participants were divided into four schizotypal and one control groups according to their scores in the Schizotypal Personality Questionnaire and the standard criteria derived from the Greek normative data. All participants were administered a facial emotion recognition task, as well as a self-rating psychological well-being questionnaire. The results revealed that (a) individuals with high negative schizotypal traits identified less accurately sadness and fear (all p values <0.05) potentially due to the activation of coping mechanisms and reported the lowest psychological well-being compared to all other groups; (b) individuals with high disorganized traits recognized less accurately surprise (all p values <0.01) possibly due to the effects of disorganized thought on distinguishing this ambiguous emotion; (c) the cognitive-perceptual schizotypy group showed intact facial emotion recognition performance, comparable to the control group (p>0.05), and superior psychological well-being (all p values <0.001), further supporting this schizotypal dimension as equivalent of healthy schizotypy. The second aim of the cross-sectional study was to investigate the effects of the four schizotypal dimensions on contextual facial emotion recognition in healthy community participants. Sixty-eight participants were administered a contextual facial emotion recognition task, their schizotypal traits were measured with the Schizotypal Personality Questionnaire and for each schizotypal dimension the individuals falling in the 1st (lowest scores) and the 4th (highest scores) quartile were selected for the analyses. It was found that both quartiles of all schizotypal dimensions identified more accurately sadness in neutral contexts and anger in congruent contexts, while both quartiles in cognitive-perceptual schizotypal dimension identified disgust more accurately in neutral contexts (all p values <0.05). The analyses also revealed that the 4th quartile groups of the negative and disorganized schizotypal dimensions identified more accurately sadness and disgust, while the 1st quartile groups of the same schizotypal dimensions identified more accurately anger, regardless of the context (all p values <0.05). However, follow-up analyses indicated significant between-group differences only in the 1st quartile groups for the accurate identification of anger when presented in neutral contexts (all p values <0.05). With regard to the paranoid schizotypal dimension, the 4th quartile group identified sadness and disgust more accurately in both neutral and congruent contexts, while the 1st quartile group identified anger more accurately in both contexts (p<0.05). The third aim of the cross-sectional study was to examine cold (based on logical reasoning) versus hot (based on emotional components) cognitive processes in individuals with high schizotypal traits. A battery of neuropsychological tasks examining working memory, complex selective attention, response inhibition, decision making and fluid intelligence, and their affective counterparts was administered in two hundred and seventy-four community participants. It was found that the negative schizotypy group had lower performance in the working memory and complex affective selective attention tasks compared with the cognitive-perceptual schizotypy and control groups (all p values <0.005), while the disorganized group performed worse in the affective working memory and complex selective attention tasks compared with controls (all p values <0.001). The negative schizotypy group also performed lower in response inhibition compared with all other groups (all p values <0.005). No between group differences were observed in fluid intelligence, while in emotional intelligence the control group scored higher compared with paranoid, negative and disorganized schizotypal groups (all p values ≤0.005). Overall, the present thesis proposes that the four schizotypal dimensions demonstrate distinct cognitive, affective and contextual processing profiles, underscoring the value of multidimensional models of schizotypy. In brief, Cognitive-perceptual schizotypy was associated with preserved cognition, intact emotion recognition, and superior psychological well-being compared with all other schizotypal dimensions, paralleling the previously described concept of “healthy schizotypy” and potentially partially explaining the percentage of schizotypes who do not convert into formal disease states; Paranoid schizotypy involved affective interpretive biases, particularly in contextual emotion processing and emotional intelligence, rather than global deficits; Negative schizotypy revealed the most pervasive impairments, including stable long-term deficits in executive and emotional processing, facial emotion recognition disturbances, and reduced psychological well-being; Disorganized schizotypy showed semantic, attentional and affect-integration disturbances, particularly in tasks involving ambiguous emotional information. The findings of the present thesis highlight the importance of taking into consideration the differences in schizotypal traits when designing early-intervention programs for high-risk populations.
περισσότερα