Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά την κούκλα ως ψυχοπαιδαγωγικό, σημειωτικό-πολιτισμικό και διαλογικό-αφηγηματικό παιγνιώδες εργαλείο διαχείρισης κοινωνικο-συναισθηματικών ζητημάτων στο πλαίσιο μιας σχολικής τάξης νηπιαγωγείου. Το θεωρητικό πλαίσιο της μελέτης εδράζεται σε διαλογικές, κοινωνικο-πολιτισμικές και οικο-σωματικές-βιωματικές προσεγγίσεις της μάθησης και της ανάπτυξης, με ιδιαίτερη έμφαση στη Θεωρία του Διαλογικού Εαυτού και στις έννοιες της αυτο-ρύθμισης, ετερο-ρύθμισης και συν-ρύθμισης ακολουθώντας ως πραξιακή-μεθοδολογική διαδικασία το πνεύμα της Βιωματικής, Ευρετικής και Αφηγηματικής-Διαλογικής Ψυχοπαιδαγωγικής. Η κούκλα προσεγγίζεται ως πολυφωνικό και διαμεσολαβητικό εργαλείο που δημιουργεί έναν ασφαλή συμβολικό χώρο έκφρασης, όπου τα παιδιά μπορούν να εκφράσουν εμπειρίες, συναισθήματα και κοινωνικές θέσεις, να αφηγηθούν, να προβάλλουν και να επεξεργαστούν βιώματα, συναισθήματα και κοινωνικές εμπειρίες, να διαπραγματευτούν σχέσεις και να συμμετάσχουν ενεργά στη συ ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά την κούκλα ως ψυχοπαιδαγωγικό, σημειωτικό-πολιτισμικό και διαλογικό-αφηγηματικό παιγνιώδες εργαλείο διαχείρισης κοινωνικο-συναισθηματικών ζητημάτων στο πλαίσιο μιας σχολικής τάξης νηπιαγωγείου. Το θεωρητικό πλαίσιο της μελέτης εδράζεται σε διαλογικές, κοινωνικο-πολιτισμικές και οικο-σωματικές-βιωματικές προσεγγίσεις της μάθησης και της ανάπτυξης, με ιδιαίτερη έμφαση στη Θεωρία του Διαλογικού Εαυτού και στις έννοιες της αυτο-ρύθμισης, ετερο-ρύθμισης και συν-ρύθμισης ακολουθώντας ως πραξιακή-μεθοδολογική διαδικασία το πνεύμα της Βιωματικής, Ευρετικής και Αφηγηματικής-Διαλογικής Ψυχοπαιδαγωγικής. Η κούκλα προσεγγίζεται ως πολυφωνικό και διαμεσολαβητικό εργαλείο που δημιουργεί έναν ασφαλή συμβολικό χώρο έκφρασης, όπου τα παιδιά μπορούν να εκφράσουν εμπειρίες, συναισθήματα και κοινωνικές θέσεις, να αφηγηθούν, να προβάλλουν και να επεξεργαστούν βιώματα, συναισθήματα και κοινωνικές εμπειρίες, να διαπραγματευτούν σχέσεις και να συμμετάσχουν ενεργά στη συλλογική ζωή της σχολικής κοινότητας. Το σκεπτικό της έρευνας εδράζεται στην ανάγκη ενίσχυσης της ψυχοπαιδαγωγικής πράξης σε ένα σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από πολλαπλές κρίσεις και μεταβολές. Στόχος της μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης της χρήσης της κούκλας στον μετασχηματισμό της ταυτότητας των νηπίων και στη διαχείριση κοινωνικο-συναισθηματικών ζητημάτων που αναδύονται στη σχολική τάξη. Ειδικότερα, τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα επικεντρώθηκαν: (α) στο τι διαπραγματεύονται τα παιδιά μέσα από τις αφηγηματικές δράσεις στο ελεύθερο παιχνίδι με τις κούκλες, (β) ποιες κοινωνικές δομές και στερεότυπα προβάλλουν και αν αυτά λειτουργούν ρυθμιστικά για τα ίδια, (γ) πώς η σύγχρονη κοινωνικο-οικονομική κρίση, άμεσα ή έμμεσα βιωμένη, επηρεάζει τις αφηγηματικές τους δράσεις και (δ) ποια χαρακτηριστικά προσδίδουν στον εαυτό τους μέσω της κούκλας-εαυτού και πώς νοηματοδοτούν διαφορετικά είδη κουκλών στο κοινωνικο-πολιτισμικό τους περιβάλλον. Η έρευνα υλοποιήθηκε με ποιοτική, συμμετοχική μεθοδολογία, συνδυάζοντας εθνογραφική προσέγγιση και έρευνα-δράση στη βάση των αρχών της Βιωματικής, Ευρετικής και Αφηγηματικής-Διαλογικής Ψυχοπαιδαγωγικής. Συμμετείχαν η νηπιαγωγός και οι μαθητές/τριες μιας τάξης επαρχιακού νηπιαγωγείου στον Νομό Χανίων: 17 νήπια (10 κορίτσια και 7 αγόρια) μέσης ηλικίας 5 ετών (εύρος 4–6 ετών) και η εκπαιδευτικός της τάξης, ηλικίας 33 ετών. Η τάξη ήταν μεικτού πολιτισμικού τύπου, με παιδιά ελληνικής, αλβανικής, βουλγαρικής και πολωνικής καταγωγής. Η ερευνήτρια συμμετείχε ενεργά στο πεδίο με διττό ρόλο εκπαιδευτικού-ερευνήτριας, αναπτύσσοντας μια σπειροειδή, αναστοχαστική πορεία διαδοχικών δράσεων. Η ερευνητική διαδικασία περιλάμβανε συμμετοχική παρατήρηση, ημερολογιακές καταγραφές, μη δομημένες και ημιδομημένες συνεντεύξεις σε βάθος, αφηγηματικά και εικαστικά έργα των παιδιών, καθώς και την κατασκευή και εμψύχωση χειροποίητων κουκλών, συμπεριλαμβανομένης της κούκλας-εαυτού και της κούκλας-δασκάλας σε μια σπειροειδή ανάπτυξη πέντε κουκλοθεατρικών δράσεων (θεματική κούκλα ενσυναίσθησης, παρακολούθηση παράστασης, δημιουργία κούκλας-εαυτού, εμψύχωση και συλλογική παράσταση). Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάδειξη της φωνής και της προοπτικής των παιδιών μέσα από παιγνιώδεις και αφηγηματικές διαδικασίες. Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν ότι η κούκλα μέσα από τη συμβολική και αφηγηματική της λειτουργία, αποτέλεσε έναν ενδιαφέρον παιγνιώδη «διαλογικό τόπο» συνάντησης εσωτερικών και εξωτερικών φωνών, ενισχύοντας την ενσυναίσθηση, την αναστοχαστική σκέψη και τον μετασχηματισμό των θέσεων του εαυτού. Πιο συγκεκριμένα, η κούκλα λειτούργησε ως ρυθμιστικός και μετασχηματιστικός μηχανισμός, διευκολύνοντας την έκφραση θετικών και αρνητικών συναισθημάτων, την επεξεργασία βιωμάτων (όπως οικογενειακές δυσκολίες, εμπειρίες κρίσης, πρότυπα φύλου και κοινωνικές ανισότητες) και την ανάπτυξη ενσυναισθητικών και συνεργατικών πρακτικών. Το παιχνίδι με την κούκλα-εαυτό ανέδειξε ταυτίσεις, πειραματισμούς με ρόλους και νέες θέσεις του εαυτού, ενώ η κούκλα-δασκάλα ενίσχυσε προωθητικές θέσεις φροντίδας, προστασίας και συλλογικής ευθύνης. Η κούκλα αναδεικνύεται γενικότερα ως φορέας προωθητικών θέσεων και ως μέσο διαμεσολάβησης των φωνών των σημαντικών άλλων, ενισχύοντας τις εσωτερικές διαλογικές κινήσεις των παιδιών και τη συγκρότηση νέων θέσεων του εαυτού. Συμπερασματικά, η κούκλα αναδεικνύεται ως καινοτόμο διαλογικό εργαλείο που συμβάλλει στον σταδιακό μετασχηματισμό της σχολικής τάξης σε κοινωνικο-συναισθηματικό εργαστήρι, προάγοντας την ομαδική αφήγηση, το παιχνίδι, τη φαντασία, την ανθεκτικότητα, την κριτική σκέψη και την ανάπτυξη υγιών σχέσεων με τον εαυτό και τους άλλους υποστηρίζοντας συγχρόνως τη δημοκρατική συμμετοχή και τη συν-κατασκευή νοήματος.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This doctoral thesis investigates the puppet as a psychopedagogical, semiotic–cultural and dialogical–narrative playful tool for addressing socio-emotional issues within a kindergarten classroom context. The theoretical framework is grounded in dialogical, socio-cultural and eco-embodied experiential approaches to learning and development, with particular emphasis on Dialogical Self Theory and the concepts of self-regulation, other-regulation, and co-regulation. Methodologically and praxeologically, the study follows the principles of Experiential, Heuristic, and Narrative-Dialogical Psychopedagogy. The puppet is conceptualized as a polyphonic mediational tool that creates a safe symbolic space for expression, within which children articulate experiences, emotions and social positions. Through narrative play, they project, process, and reinterpret lived events, negotiate relationships and participate actively in the collective life of the school community. The rationale for the study l ...
This doctoral thesis investigates the puppet as a psychopedagogical, semiotic–cultural and dialogical–narrative playful tool for addressing socio-emotional issues within a kindergarten classroom context. The theoretical framework is grounded in dialogical, socio-cultural and eco-embodied experiential approaches to learning and development, with particular emphasis on Dialogical Self Theory and the concepts of self-regulation, other-regulation, and co-regulation. Methodologically and praxeologically, the study follows the principles of Experiential, Heuristic, and Narrative-Dialogical Psychopedagogy. The puppet is conceptualized as a polyphonic mediational tool that creates a safe symbolic space for expression, within which children articulate experiences, emotions and social positions. Through narrative play, they project, process, and reinterpret lived events, negotiate relationships and participate actively in the collective life of the school community. The rationale for the study lies in the need to strengthen psychopedagogical practice within a contemporary social context marked by multiple crises and transformations. The research aimed to explore the impact of puppet use on the transformation of preschool children’s identities and on the management of socio-emotional issues emerging in the classroom. Specifically, the study examined: (a) what children negotiate through narrative actions in free puppet play; (b) which social structures and stereotypes they project and whether these function in a regulatory manner; (c) how the contemporary socio-economic crisis influences their narrative actions; and (d) which characteristics children attribute to themselves through the self-puppet and how they assign meaning to different types of puppets within their socio-cultural environment. The research adopted a qualitative, participatory methodology combining ethnography and action research within the framework of Experiential, Heuristic, and Narrative-Dialogical Psychopedagogy. The sample consisted of 17 preschool children (10 girls and 7 boys; aged 4–6 years, mean age 5) and their 33-year-old classroom teacher in a provincial kindergarten in the Chania region of Crete. The classroom was culturally diverse, including children of Greek, Albanian, Bulgarian and Polish backgrounds. The researcher assumed a dual teacher–researcher role, developing a spiral reflective process of successive action cycles. The research process included participant observation, reflective diary entries, unstructured and semi-structured in-depth interviews and the analysis of children’s narrative and artistic productions. It also involved the construction and animation of handmade puppets—specifically the self-puppet and the teacher-puppet—within a spiral sequence of five puppet-theatre interventions (empathy-themed puppet introduction, performance observation, self-puppet creation, animation and collective performance). Particular emphasis was placed on foregrounding children’s voices and perspectives through playful, dialogical and narrative processes. The findings indicate that the puppet functioned as a meaningful playful dialogical space for the encounter of internal and external voices, fostering empathy, reflective thinking and the transformation of self-positions. It operated as a regulatory and transformative mechanism, facilitating the expression of emotions, the processing of lived experiences (e.g., family difficulties, crisis-related experiences, gender norms and social inequalities) and the development of empathic and collaborative practices. The self-puppet enabled processes of identification, role experimentation and the emergence of new self-positions, while the teacher-puppet reinforced promoter positions of care, protection and collective responsibility. Overall, the puppet emerges as a mediational carrier of promoter positions and significant others’ voices, strengthening children’s internal dialogical movements and supporting the construction of new self-positions. The study concludes that the puppet constitutes an innovative dialogical tool that contributes to transforming the classroom into a socio-emotional laboratory, promoting collective narration, imagination, resilience, critical thinking, democratic participation and the co-construction of meaning.
περισσότερα