Περίληψη
Ο σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση και η καταγραφή συγκεκριμένων κοινωνικών, δημογραφικών και ατομικών χαρακτηριστικών των μετεχόντων στο δρομικό κίνημα. Πέραν αυτής της καταγραφής, πραγματοποιώντας συζεύξεις συγκεκριμένων σύνθετων και πολύπλοκων κοινωνιολογικών θεωριών, όπως οι θεωρίες των νέων κοινωνικών κινημάτων, του κοινωνικού κεφαλαίου, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της συστημικής θεωρίας του N. Luhmann και των μετανεωτερικών κοινωνιολογικών θεωρήσεων του Habermas και του Inglehart, διερευνήθηκαν και απαντήθηκαν οι ακόλουθες βασικές ερευνητικές υποθέσεις: Είναι το δρομικό κίνημα ένα αυτόνομο κοινωνικό κίνημα; Αποτελεί το δρομικό κίνημα ένα ευδιάκριτο υποσύστημα του ευρύτερου αθλητικού συστήματος; Για τον σκοπό της έρευνας, δημιουργήθηκε ερωτηματολόγιο με βάση τα ερωτηματολόγια των Πετρίδη και Μπατρακούλη και του Forsberg. Στο συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο τονίστηκε ο προαιρετικός χαρακτήρας της συμμετοχής, την ανωνυμία των απαντήσεων και τη διασφάλιση των προσωπικών ...
Ο σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση και η καταγραφή συγκεκριμένων κοινωνικών, δημογραφικών και ατομικών χαρακτηριστικών των μετεχόντων στο δρομικό κίνημα. Πέραν αυτής της καταγραφής, πραγματοποιώντας συζεύξεις συγκεκριμένων σύνθετων και πολύπλοκων κοινωνιολογικών θεωριών, όπως οι θεωρίες των νέων κοινωνικών κινημάτων, του κοινωνικού κεφαλαίου, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, της συστημικής θεωρίας του N. Luhmann και των μετανεωτερικών κοινωνιολογικών θεωρήσεων του Habermas και του Inglehart, διερευνήθηκαν και απαντήθηκαν οι ακόλουθες βασικές ερευνητικές υποθέσεις: Είναι το δρομικό κίνημα ένα αυτόνομο κοινωνικό κίνημα; Αποτελεί το δρομικό κίνημα ένα ευδιάκριτο υποσύστημα του ευρύτερου αθλητικού συστήματος; Για τον σκοπό της έρευνας, δημιουργήθηκε ερωτηματολόγιο με βάση τα ερωτηματολόγια των Πετρίδη και Μπατρακούλη και του Forsberg. Στο συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο τονίστηκε ο προαιρετικός χαρακτήρας της συμμετοχής, την ανωνυμία των απαντήσεων και τη διασφάλιση των προσωπικών δεδομένων και περιείχε ερωτήματα που αφορούσαν στα κοινωνικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά, σε συνήθειες σε σχέση με την ενασχόληση με το τρέξιμο και σε ‘στάσεις’ απέναντι στη δρομική δραστηριότητα. Περιείχε επίσης ερωτήματα που αφορούσαν σε επιμέρους ερευνητικά ερωτήματα και δευτερεύοντες στόχους της έρευνας και σχετίζονταν με τις σχέσεις που διέπουν τις ανεξάρτητες και τις εξαρτημένες μεταβλητές που χρησιμοποιήθηκαν. Η διαδικασία διασφάλιζε το απόρρητο των συμμετεχόντων, καθώς ο ερευνητής δεν ήλθε σε καμία περίπτωση σε επαφή με τα προσωπικά δεδομένα που πιθανώς να αποκάλυπταν την ταυτότητα των συμμετεχόντων. Το δείγμα αποτέλεσαν 3228 δρομείς που συμμετείχαν σε όλους τους αγώνες της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Για τη στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε το Στατιστικό Πακέτο για τις Κοινωνικές Επιστήμες (Statistical Package for Social Sciences, SPSS, v. 29.0) και το στατιστικό πρόγραμμα Python. Πραγματοποιήθηκε περιγραφική στατιστική ανάλυση με μέσους όρους, τυπικές αποκλίσεις, απόλυτες και σχετικές συχνότητες, επαγωγική στατιστική ανάλυση με παραμετρικά και μη παραμετρικά κριτήρια όπως ο έλεγχος ανεξαρτησίας με το στατιστικό κριτήριο χ2, Ανάλυση Διακύμανσης (Analysis of Variance, ANOVA) για τη διερεύνηση διαφορών μεταξύ των μέσων όρων διαφορετικών επιπέδων των ανεξάρτητων ως προς τις εξαρτημένες μεταβλητές και ανάλυση συστάδων για την τμηματοποίηση του δείγματος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το δρομικό κίνημα πληροί τα χαρακτηριστικά και αποτελεί ένα κοινωνικό κίνημα το οποίο και προκαλεί πολύ έντονες αξιακές και ευρύτερα θεσμικές μεταβολές στο αθλητικό πεδίο. Το δρομικό κίνημα παρουσιάζει όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία που το ορίζουν ως ένα διακριτό και ξεχωριστό αθλητικό υποσύστημα, εντός του πλαισίου του ευρύτερου αθλητικού κοινωνικού συστήματος. Η έρευνα έδειξε ότι παρουσιάζονται σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, ιδιαίτερα ως προς τη συμμετοχή που είναι συντριπτική υπέρ των αντρών. Τα στοιχεία που συνθέτουν το κοινωνικό κεφάλαιο, όπως το εισόδημα, η εκπαίδευση και η εργασία καταδεικνύουν ότι οι μετέχοντες του δρομικού κινήματος, προέρχονται από μια μέση-ανώτερη κοινωνική τάξη. Την τάξη αυτή την χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα μετανεωτερικά στοιχεία τα οποία σημασιολογικά παραπέμπουν σε διαδικασίες μεταβολής των κοινωνικών αξιών, σε διαδικασίες ατομικοποίησης της κοινωνικής ζωής χωρίς συλλογικές προεκτάσεις. Με τη συμμετοχή σε ‘αστικού τύπου’ φυσική δραστηριότητα, επιδιώκεται μια περιορισμένης χρονικότητας μετατροπή του αστικού αλλά και φυσικού χώρου και χρόνου σε αθλητικό. Η ενεργοποίηση αξιών στο κοινωνικό πεδίο που επιδιώκεται από τους, τις δρομείς όταν συμμετέχουν σε δρομικές δραστηριότητες αφορούν κατά κύριο λόγο στη φυσική, στην πνευματική, στη διανοητική, στην ψυχολογική και στην κοινωνική υγεία. Σχετίζουν τη φυσική δραστηριότητα με το φυσικό περιβάλλον και τη βελτίωση του αστικού χώρου, ενώ η οικονομική κρίση, τα οποιαδήποτε οικονομικά προβλήματα γενικότερα της τελευταίας δεκαπενταετίας, φαίνεται να μην επηρεάζουν την ενασχόλησή τους με το τρέξιμο. Η παρούσα έρευνα επιβεβαιώνει ότι και στην ελληνική περίπτωση, το τρέξιμο έχει υπερβεί τα όρια της ατομικής άσκησης και συγκροτείται ως διακριτό κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο. Το δρομικό κίνημα στην Ελλάδα συγκροτείται ως ένα σύνθετο κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια απλή κατηγορία φυσικής άσκησης ή αναψυχικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα ιδιαίτερο κοινωνικό πεδίο, όπου διασταυρώνονται ζητήματα ταυτότητας, κοινωνικής διαστρωμάτωσης, πολιτισμικής κατανάλωσης, συλλογικής δράσης και μετασχηματισμού του δημόσιου χώρου.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The purpose of the present research was to investigate and record specific social, demographic, and individual characteristics of participants in the running movement. Beyond this descriptive mapping, the study employed a synthesis of complex sociological theories — including theories of new social movements, social capital theory, social stratification theory, N. Luhmann’s systems theory, and the postmodern sociological approaches of Habermas and Inglehart — in order to examine and address the following central research questions: Is the running movement an autonomous social movement? Does the running movement constitute a distinct subsystem within the broader sports system? For the purposes of the research, a questionnaire was developed based on the instruments of Petridis and Batrakouli and Forsberg. The questionnaire clearly emphasized the voluntary nature of participation, the anonymity of responses, and the protection of personal data. It included questions regarding social and d ...
The purpose of the present research was to investigate and record specific social, demographic, and individual characteristics of participants in the running movement. Beyond this descriptive mapping, the study employed a synthesis of complex sociological theories — including theories of new social movements, social capital theory, social stratification theory, N. Luhmann’s systems theory, and the postmodern sociological approaches of Habermas and Inglehart — in order to examine and address the following central research questions: Is the running movement an autonomous social movement? Does the running movement constitute a distinct subsystem within the broader sports system? For the purposes of the research, a questionnaire was developed based on the instruments of Petridis and Batrakouli and Forsberg. The questionnaire clearly emphasized the voluntary nature of participation, the anonymity of responses, and the protection of personal data. It included questions regarding social and demographic characteristics, habits related to running involvement, and attitudes toward running activity. Additional items addressed specific research sub-questions and secondary objectives, particularly concerning the relationships between independent and dependent variables used in the study. The research process ensured full confidentiality, as the researcher had no access to personal data that could potentially reveal participants’ identities. The sample consisted of 3,228 runners who participated in all races of the specific event under study. Statistical analysis was conducted using the Statistical Package for the Social Sciences (SPSS v. 29.0) and Python. Descriptive statistics included means, standard deviations, and absolute and relative frequencies. Inferential statistical analysis employed both parametric and non-parametric tests, including the chi-square test of independence and Analysis of Variance (ANOVA) to examine differences between group means across levels of independent variables in relation to dependent variables. Cluster analysis was also performed to segment the sample based on specific characteristics. The findings indicate that the running movement fulfills the criteria of a social movement and generates significant value-based and institutional transformations within the field of sport. It exhibits all defining features of a distinct and autonomous sports subsystem within the broader social sports system. The study revealed significant gender differences, particularly in participation rates, which were overwhelmingly higher among men. Indicators of social capital — such as income, education, and occupation — demonstrate that participants in the running movement predominantly originate from a middle-to-upper social class. This class is characterized by strong postmodern traits, semantically linked to processes of value transformation and increasing individualization of social life, often without broader collective extensions. Through participation in “urban-type” physical activity, runners seek a temporally limited transformation of urban and natural space and time into sporting space and time. The activation of values within the social field through running primarily concerns physical, mental, intellectual, psychological, and social health. Participants associate physical activity with the natural environment and the improvement of urban space. Notably, the economic crisis and broader financial difficulties of the past fifteen years do not appear to have significantly affected their engagement with running. The present research confirms that, in the Greek context as well, running has transcended the boundaries of individual exercise and has been constituted as a distinct social and cultural field. The running movement in Greece emerges as a complex social and cultural phenomenon that cannot be reduced to a simple category of physical exercise or recreational activity. Rather, it represents a distinct social field in which issues of identity, social stratification, cultural consumption, collective action, and the transformation of public space intersect.
περισσότερα