Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εστιάζει στη μελέτη της κατανόησης συστημάτων (μαθηματικών, φυσικών και βιολογικών συστημάτων) τα οποία παρουσιάζουν δομή Fractal από τους μαθητές και τις μαθήτριες. Απώτερος στόχος της ερευνητικής προσπάθειας είναι να τους μυήσει στην παρατήρηση, μελέτη και κατανόηση της πολυπλοκότητας της φύσης. Επιδίωξή της είναι να συμβάλλει στην ανάπτυξη κατάλληλων διδακτικών μοντέλων που θα επιτρέψουν την κατανόηση, προσομοίωση και διδασκαλία φαινομένων και συστημάτων τα οποία χαρακτηρίζονται από μη γραμμικότητα και ακανόνιστη/ τραχιά/ πολύπλοκη δομή. Επιδιώκει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες γνωστικές περιοχές της επιστήμης της πολυπλοκότητας, όπως η Γεωμετρία των Fractal, μπορούν να αξιοποιηθούν εκπαιδευτικά, εντάσσοντας τις έννοιές τους στη διδακτική πράξη και ειδικότερα στη διδασκαλία των Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών. Η πολυπλοκότητα της Φύσης απαιτεί τη χρήση μη γραμμικών μοντέλων για την περιγραφή και προσομοίωσή της, καθώς οι παραδοσιακ ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εστιάζει στη μελέτη της κατανόησης συστημάτων (μαθηματικών, φυσικών και βιολογικών συστημάτων) τα οποία παρουσιάζουν δομή Fractal από τους μαθητές και τις μαθήτριες. Απώτερος στόχος της ερευνητικής προσπάθειας είναι να τους μυήσει στην παρατήρηση, μελέτη και κατανόηση της πολυπλοκότητας της φύσης. Επιδίωξή της είναι να συμβάλλει στην ανάπτυξη κατάλληλων διδακτικών μοντέλων που θα επιτρέψουν την κατανόηση, προσομοίωση και διδασκαλία φαινομένων και συστημάτων τα οποία χαρακτηρίζονται από μη γραμμικότητα και ακανόνιστη/ τραχιά/ πολύπλοκη δομή. Επιδιώκει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες γνωστικές περιοχές της επιστήμης της πολυπλοκότητας, όπως η Γεωμετρία των Fractal, μπορούν να αξιοποιηθούν εκπαιδευτικά, εντάσσοντας τις έννοιές τους στη διδακτική πράξη και ειδικότερα στη διδασκαλία των Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών. Η πολυπλοκότητα της Φύσης απαιτεί τη χρήση μη γραμμικών μοντέλων για την περιγραφή και προσομοίωσή της, καθώς οι παραδοσιακές αναλυτικές τεχνικές αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Η ανάπτυξη των Υπολογιστών και η ανάπτυξη της Επιστήμης της Πολυπλοκότητας, με κύριες περιοχές της τα δυναμικά συστήματα και τη Γεωμετρία των Fractal, προσέφερε τα απαραίτητα εργαλεία για τη μελέτη των συγκεκριμένων συστημάτων. Η Γεωμετρία των Fractal,όπως θεμελιώθηκε από τον BenoitMandelbrot, η οποία συχνά αναφέρεται και ως η «Γεωμετρία της Φύσης», αποτελεί μια μαθηματικά μη Ευκλείδεια προσέγγιση η οποία επιτρέπει την περιγραφή, τη μοντελοποίηση και την προσομοίωση/ οπτικοποίηση των φυσικών και βιολογικών αντικειμένων με ακανόνιστη/ τραχιά φύση, όπως τα σύννεφα, οι ακτογραμμές, τα δένδρα, το ανθρώπινο κυκλοφορικό σύστημα κ.ά. Βασικές της έννοιες αποτελούν η κλιμάκωση, η αυτοομοιότητα κάτω από αλλαγή κλίμακας (scaleinvariance) και η κλασματική/ Fractal διάσταση. Η αυτοομοιότητα μπορεί να είναι ακριβής όπως στα μαθηματικά Fractal και προσεγγιστική/ στατιστική στα φυσικά Fractal. H κλασματική/ Fractal διάσταση αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό που μετρά τον βαθμό τραχύτητας / μη κανονικότητας/ πολυπλοκότητας ενός Fractal συνόλου (Mandelbrot, 1977). Σε αντίθεση με τις ευκλείδειες διαστάσεις που λαμβάνουν ακέραιες τιμές η Fractal διάσταση λαμβάνει συνήθως μη ακέραιες τιμές λειτουργώντας ως μέτρο εκτίμησης της τραχύτητας/ μη κανονικότητα/ κατακερματισμού των φυσικών συστημάτων, συνδεόμενη στενά με τη μελέτη φυσικών συστημάτων που παρουσιάζουν δομή μέσα σε δομή και αυτοομοιότητα. Στο πρώτο κεφάλαιο της διδακτορικής διατριβής παρουσιάζονται στοιχεία της Γεωμετρίας των Fractal, εισάγονται οι έννοιες της κλιμάκωσης της αυτοομοιότητας και της Fractal διάστασης και μελετώνται μαθηματικά συστήματα με δομή Fractal. Στη συνέχεια μελετώνται φυσικά συστήματα με δομή Fractal και εισάγεται η Fractal διάστασή τους, όπως και οι τρόποι υπολογισμού της. Τέλος, παρουσιάζονται συστήματα των Φυσικών Επιστημών με τη συγκεκριμένη δομή. Στο κεφάλαιο αυτό η Γεωμετρία των Fractal, όπως θεμελιώθηκε από τον Mandelbrot, προτείνεται ως εναλλακτικό εργαλείο για την περιγραφή και κατανόηση της ακανόνιστης και τραχιάς φύσης του κόσμου. Με τη βοήθειά της μπορούν να προσομοιωθούν φυσικές, χημικές αλλά και βιολογικές δομές, αλλά και να δημιουργηθούν περιεκτικοί υπολογιστικοί αλγόριθμοι και νέες αισθητικές φόρμες με χρήση της τεχνολογίας. Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στη θεωρητική θεμελίωση της μάθησης και στην παρουσίαση των παιδαγωγικών προσεγγίσεων που σχετίζονται με τη διδασκαλία και μάθηση των Φυσικών Επιστημών. Η μάθηση ορίζεται ως η εσωτερική διαδικασία με την οποία οι οργανισμοί τροποποιούν τη συμπεριφορά τους, η οποία γίνεται αντιληπτή μέσω της αλλαγής/ τροποποίησης της συμπεριφοράς του ατόμου (π.χ. επίλυση προβλημάτων Φυσικής). Κεντρικός στόχος των σύγχρονων κοινωνιών και του σχολείου είναι ο Επιστημονικός Αλφαβητισμός (scientific literacy) και η Δημόσια Κατανόηση της Επιστήμης (public understanding of science) ο οποίος μπορεί να υλοποιηθεί μέσω της εκπαίδευσης στις Φυσικές Επιστήμες, τις τεχνολογικές εφαρμογές, τη χρήση των Μαθηματικών και της Πληροφορικής και τέλος, την κατανόηση των κοινωνικών επιδράσεων της επιστήμης. Παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο η μάθηση νοείται ως διαδικασία μετασχηματισμού της συμπεριφοράς και της γνώσης μέσα από εσωτερικές και εξωτερικές διεργασίες. Τονίζεται η σημασία του επιστημονικού αλφαβητισμού και της δημόσιας κατανόησης της επιστήμης ως κεντρικών στόχων της εκπαίδευσης στις σύγχρονες κοινωνίες, ενώ αναλύεται η σχέση ανάμεσα στην επιστημονική, τη σχολική γνώση και τις ενναλλακτικές ιδέες των μαθητών. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται οι βασικές θεωρίες μάθησης —συμπεριφορισμός, γνωστικές θεωρίες και κοινωνικοπολιτισμικές προσεγγίσεις— οι οποίες παρέχουν το θεωρητικό υπόβαθρο για τη διαμόρφωση αποτελεσματικών διδακτικών παρεμβάσεων. Μέσα από τη μελέτη αυτών των θεωριών, αναδεικνύεται η ανάγκη μιας παιδαγωγικής γνώσης περιεχομένου που να στηρίζεται στην ενεργητική συμμετοχή του μαθητή στην οικοδόμηση της νέας του γνώσης, και στη σύνδεση της νέας του γνώσης με τα προσωπικά του ενδιαφέροντα, τις εμπειρίες και τις δεξιότητές του. Το τρίτο κεφάλαιο περιλαμβάνει την ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας, ελληνόγλωσσης και ξενόγλωσσης, η οποία αναφέρεται στην προσπάθεια εισαγωγής και διδασκαλίας εννοιών της Γεωμετρίας των Fractal στην εκπαιδευτική διαδικασία και μέσω αυτής στην προσπάθεια κατανόησης της δομής και λειτουργίας συστημάτων των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών που έχουν δομή Fractal. Συζητούνται, επίσης, οι προσπάθειες διαμόρφωσης διδακτικών ενοτήτων για ενσωμάτωση στη διδακτέα ύλη διαφόρων τάξεων, αλλά και ευρύτερα στη διαμόρφωση αναλυτικού προγράμματος, στο οποίο να περιέχονται οι έννοιες αυτές, αλλά και οι σχετικές εφαρμογές σε ποικίλους κλάδους των επιστημών. Η ενσωμάτωση αυτών των θεμάτων στη διδακτέα ύλη θεωρείται αναγκαία, καθώς προσφέρει ένα νέο μαθηματικό και φυσικό λεξιλόγιο για την ερμηνεία της φύσης, ενισχύει τη διαθεματική προσέγγιση της γνώσης και συμβάλλει στην καλλιέργεια της επιστημονικής σκέψης των μαθητών. Η βιβλιογραφική ανάλυση επιβεβαιώνει ότι η εισαγωγή τέτοιων εννοιών μπορεί να υποστηρίξει τη δημιουργία καινοτόμων διδακτικών παρεμβάσεων, ικανών να συνδέσουν τη θεωρητική γνώση με την καθημερινή εμπειρία. Το κεφάλαιο κλείνει επισημαίνοντας ότι υπάρχει χώρος για περαιτέρω έρευνα στη συγκεκριμένη γνωστική περιοχή. Στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η μεθοδολογία της έρευνας. Περιγράφονται οι σκοποί και οι στόχοι της διδακτορικής διατριβής, τα ερευνητικά ερωτήματα, το δείγμα, τα στάδια διεξαγωγής και τα εργαλεία συλλογής δεδομένων. Η έρευνα βασίζεται σε μια διδακτική παρέμβαση που αποσκοπεί στην αξιολόγηση της κατανόησης εννοιών που σχετίζονται με τη Fractal Γεωμετρία, τον χαρακτηρισμό των Fractal συνόλων και συστημάτων (μαθηματικών και φυσικών) και μέσω αυτών των εφαρμογών τους. Μελετώνται επίσης τα αρχικά κίνητρα των μαθητών σχετικά με τη μάθηση θεμάτων των φυσικών Επιστημών, όπως και η πιθανότητα μεταβολής τους κάτω από την επίδραση της διδακτικής παρέμβασης. Παρουσιάζονται οι μέθοδοι στατιστικής ανάλυσης, η αξιοπιστία και η εγκυρότητα των εργαλείων. Η μεθοδολογική προσέγγιση ακολουθεί τη λογική της εμπειρικής διερεύνησης, συνδυάζοντας ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα με στόχο την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Το πέμπτο κεφάλαιο αναφέρεται στη στατιστική επεξεργασία των δεδομένων που προκύπτουν από τις απαντήσεις των μαθητών στα ερωτηματολόγια και τα φύλλα εργασίας που συνοδεύουν τις δραστηριότητες και μέσω αυτών στον έλεγχο των ερευνητικών υποθέσεων. Περιγράφεται η διαδικασία ελέγχου των κατανομών, η κανονικότητα η μη των οποίων οδηγεί στην επιλογή των στατιστικών κριτήριων και η χρήση των κατάλληλων στατιστικών κριτηρίων για τη σύγκριση των αποτελεσμάτων τόσο για κάθε μια ομάδα όσο και μεταξύ των ομάδων ελέγχου και πειραματικής πριν και μετά την διδακτική παρέμβαση. Η αποτελεσματικότητα της διδακτικής παρέμβασης, ο βαθμός δηλαδή στον οποίο οι μαθητές πέτυχαν τους γνωστικούς στόχους που είχαν τεθεί αρχικά, ακολούθησε τα ακόλουθα βήματα. Αρχικά, έγινε έλεγχος κανονικότητας των μεταβλητών με χρήση του κριτηρίου Kolmogorov-Smirnov (K-S). Στη συνέχεια, τα αποτελέσματα του ελέγχου έδειξαν ότι τόσο η Ομάδα Ελέγχου (Ο.Ε.) όσο και η Πειραματική Ομάδα (Π.Ο.) δεν σχημάτιζαν κανονική κατανομή. Εξαιτίας της μη κανονικής κατανομής των δεδομένων, επιλέχθηκαν μη παραμετρικά στατιστικά κριτήρια για την ανάλυση ως ακολούθως :α) για κάθε ομάδα (ΟΕ & ΠΟ) πριν και μετά το κριτήριο Wilcoxon (T) και β) μεταξύ των ομάδων πριν και μετά (ΠΟ – ΟΕ πριν & ΠΟ – ΟΕ μετά) το κριτήριο Mann-Whitney (U)Επιπλέον, ελέγχθηκε η αξιοπιστία και η εγκυρότητα των ερευνητικών εργαλείων (ερωτηματολόγια pre-test και post-test).Τέλος, στο έκτο κεφάλαιο συνοψίζονται τα συμπεράσματα της μελέτης. Επιβεβαιώνεται η εκπαιδευτική αξία της εισαγωγής εννοιών της Γεωμετρίας των Fractal στη διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών. Οι αρχικές ενναλλακτικές τους ιδέες άλλαξαν σε υψηλό ποσοστό προς τις επιστημονικά αποδεκτές με τα ποσοστά των επιστημονικά αποδεκτών απαντήσεων και γενικότερα τις επιδόσεις της πειραματικής ομάδας, η οποία εργάστηκε στο πεδίο αναζητώντας και μελετώντας φυσικά αντικείμενα με δομή Fractal, να είναι υψηλότερες από τις αντίστοιχες της ομάδας ελέγχου και με τη διαφορά να είναι στατιστικά σημαντική. Φαίνεται πως η εργασία με πραγματικά αντικείμενα με δομή Fractal στο πεδίο (αύλειος χώρος, εξωτερικοί χώροι του σχολείου, κατοικία κ.ά.) ενεργοποιεί τους μαθητές και τις μαθήτριες και τους εμπλέκει με τρόπους που η γνώση κατακτάται, συντηρείται και μπορεί να ανασυρθεί από την μνήμη με βέλτιστο τρόπο επηρεάζοντας την κατανόηση και τη συμμετοχή τους στις ποικίλες διδακτικές διαδικασίες αυτού του τύπου. Αναφορικά με τα κίνητρα μαθητών και μαθητριών του λυκείου για τις Φυσικές Επιστήμες η μελέτη στο πλαίσιο της διατριβής είχε ως στόχο να μελετήσει αν μεταβάλλονται ή αν παραμένουν σχετικά σταθερά μετά την ολοκλήρωση της διδακτικής παρέμβασης. Η κύρια υπόθεση της έρευνας ήταν ότι, μετά τη διδακτική παρέμβαση, τα κίνητρα των μαθητών της πειραματικής ομάδας στα τρία εξεταζόμενα μαθήματα (Φυσική, Χημεία, Βιολογία) θα βελτιωθούν σημαντικά σε σύγκριση με τα κίνητρα των μαθητών της ομάδας ελέγχου. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώθηκε με βάση τα ευρήματα της παρούσας έρευνας. Το κεντρικό εύρημα της έρευνας ήταν ότι, μετά τη διδακτική παρέμβαση, συνολικά τα κίνητρα των μαθητών της πειραματικής ομάδας βελτιώθηκαν σημαντικά και στα τρία εξεταζόμενα μαθήματα σε σύγκριση με τα κίνητρα των μαθητών της ομάδας ελέγχου. Η έρευνα που αντιστοιχεί στη διδακτορική διατριβή καταδεικνύει ότι διδακτικές προσεγγίσεις, όπως αυτή που πειραματικά εφαρμόστηκε, μπορούν να ενισχύσουν την κατανόηση των μαθητών και των μαθητριών για σύνθετα φυσικά φαινόμενα, να προάγουν τη δημιουργική και κριτική σκέψη των μαθητών και να συμβάλουν στον επιστημονικό εγγραμματισμό που αντιστοιχεί στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η διδακτική αξιοποίηση της Fractal Γεωμετρίας αναδεικνύεται ως καινοτόμος και αποδοτική στρατηγική, που γεφυρώνει τη θεωρία με την πράξη προσφέροντας νέα εργαλεία για τη μάθηση και τη διδασκαλία της φυσικής πραγματικότητας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This doctoral dissertation investigates how students comprehend mathematical, physical, and biological systems that exhibit Fractal structures. The research aims to introduce learners to the observation, exploration, and understanding of nature’s inherent complexity. Its overarching goal is to contribute to the development of effective instructional models that promote the comprehension, simulation, and teaching of phenomena and systems characterized by nonlinearity, irregularity, and structural complexity. Furthermore, the study seeks to highlight how contemporary domains within Complexity Science—such as Fractal Geometry—can be meaningfully integrated into educational practice, particularly within the teaching of Mathematics and the Natural Sciences.The complexity of nature necessitates the use of nonlinear models for accurate description and simulation, as traditional analytical methods often prove inadequate. The emergence of computational technologies, together with the advancemen ...
This doctoral dissertation investigates how students comprehend mathematical, physical, and biological systems that exhibit Fractal structures. The research aims to introduce learners to the observation, exploration, and understanding of nature’s inherent complexity. Its overarching goal is to contribute to the development of effective instructional models that promote the comprehension, simulation, and teaching of phenomena and systems characterized by nonlinearity, irregularity, and structural complexity. Furthermore, the study seeks to highlight how contemporary domains within Complexity Science—such as Fractal Geometry—can be meaningfully integrated into educational practice, particularly within the teaching of Mathematics and the Natural Sciences.The complexity of nature necessitates the use of nonlinear models for accurate description and simulation, as traditional analytical methods often prove inadequate. The emergence of computational technologies, together with the advancement of Complexity Science—especially in the areas of dynamical systems and Fractal Geometry—has provided the essential methodological and computational tools required to study such systems.Fractal Geometry, as established by Benoit Mandelbrot and often referred to as the “Geometry of Nature,” offers a non-Euclidean mathematical framework for describing, modeling, and visualizing physical and biological entities characterized by irregularity and roughness—such as clouds, coastlines, trees, and the human circulatory system. By incorporating the concepts of Fractal Geometry into educational contexts, this research aspires to foster deeper conceptual understanding and to enhance the ways in which complexity is represented and taught in science and mathematics education.Fundamental concepts of Fractal Geometry include scaling, self-similarity under scale transformation (scale invariance), and Fractal (fractional) dimension. Self-similarity may be exact—as in mathematical Fractals—or approximate/ statistical, as observed in natural Fractals. The Fractal dimension represents the key quantitative attribute that measures the degree of roughness, irregularity, or complexity of a Fractal set (Mandelbrot, 1977). In contrast to Euclidean dimensions, which take integer values, the Fractal dimension typically assumes non-integer values, serving as an indicator of the level of fragmentation, irregularity, and roughness in natural systems. It is closely associated with the study of physical systems that exhibit “structure within structure” and self-similarity across scales. The first chapter of this dissertation introduces the foundational elements of Fractal Geometry, presenting the concepts of scaling, self-similarity, and Fractal dimension, and examines mathematical systems that exhibit Fractal structures. Subsequently, the analysis extends to natural systems possessing Fractal characteristics, discussing their Fractal dimension and the methodologies employed for its estimation. The chapter concludes with the presentation of examples from the Natural Sciences that display such structures. Within this context, Fractal Geometry—as established by Mandelbrot—is proposed as an alternative framework for describing and understanding the irregular and rough aspects of the natural world. Its application enables the simulation of physical, chemical, and biological structures, the design of computational algorithms, and even the creation of novel aesthetic forms through the use of technology.The second chapter focuses on the theoretical foundations of learning and on the pedagogical approaches related to the teaching and learning of the Natural Sciences. Learning is defined as the internal process through which organisms modify their behavior—a process observable through the resulting changes in individual performance (e.g., in the problem-solving processes of Physics). A central goal of modern societies and educational systems is the promotion of Scientific Literacy and Public Understanding of Science, which can be achieved through education in the Natural Sciences, technological applications, the integration of Mathematics and Computer Science, and, ultimately, through the comprehension of the social implications of science.This section presents the ways in which learning is conceptualized as a process of transformation of both behavior and knowledge, occurring through internal and external mechanisms. It emphasizes the importance of scientific literacy and public understanding of science as central educational objectives in contemporary societies, and examines the relationship between scientific knowledge, school knowledge, and students’ alternative conceptions. Within this framework, the fundamental learning theories—behaviorism, cognitive theories, and sociocultural approaches—are examined, as they provide the theoretical foundation for the development of effective instructional interventions. Through the study of these theoretical perspectives, the need emerges for a form of pedagogical content knowledge that is grounded in learners’ active participation in the construction of new knowledge, as well as in the meaningful connection of this knowledge to their personal interests, experiences, and skills.The third chapter presents a comprehensive review of both Greek and international literature concerning the introduction and teaching of concepts from Fractal Geometry within educational contexts. It explores how these efforts aim to enhance the understanding of the structure and functioning of systems in mathematics and the natural sciences that exhibit Fractal characteristics. The chapter also discusses attempts to design instructional modules for incorporation into school curricula at various educational levels, as well as broader initiatives to develop curricula that integrate Fractal concepts and their applications across different scientific disciplines. The integration of these topics into the curriculum is deemed essential, as it offers a novel mathematical and physical language for interpreting natural phenomena, promotes an interdisciplinary approach to knowledge, and contributes to the cultivation of students’ scientific reasoning. The literature review confirms that the introduction of such concepts can support the development of innovative teaching interventions capable of bridging theoretical knowledge with everyday experience. The chapter concludes by emphasizing the need for further research in this specific field of study.The fourth chapter presents the research methodology. It outlines the aims and objectives of the doctoral dissertation, the research questions, the sample, the stages of implementation, and the data collection instruments. The research is based on an instructional intervention designed to evaluate students’ understanding of concepts related to Fractal Geometry, the characterization of Fractal sets and systems—both mathematical and physical—and their respective applications. Additionally, the study investigates students’ initial motivations regarding learning topics in the Natural Sciences, as well as possible changes in thesemotivations as a result of the intervention. The chapter also describes the statistical analysismethods employed, along with the reliability and validity of the research instruments. The methodological approach follows the logic of empirical inquiry, combining qualitative and quantitative data with the goal of producing robust and reliable conclusions.The fifth chapter focuses on the statistical processing of data derived from students’ responses to questionnaires and worksheets accompanying the instructional activities, and on this basis, the testing of the research hypotheses. It describes the process of testing data distributions for normality, which informed the selection of appropriate statistical tests. Non-parametric tests were employed due to the non-normal distribution of the data. Specifically:a) Within-group comparisons (Control Group and Experimental Group, before and after the intervention) were conducted using the Wilcoxon Signed-Rank Test (T), and b) Between-group comparisons (Experimental vs. Control Group, before and after the intervention) were conducted using the Mann–Whitney U Test. Furthermore, the reliability and validity of the research instruments (pre-test and post-test questionnaires) were thoroughly examined.The effectiveness of the instructional intervention—namely, the degree to which students achieved the intended learning outcomes—was assessed through these analyses. The results indicated that both the Control Group (CG) and the Experimental Group (EG) did not exhibit normal data distributions, leading to the use of the non-parametric tests mentioned above.The sixth chapter summarizes the main findings of the study. It confirms the educational value of introducing Fractal Geometry concepts into the teaching of the Natural Sciences. Students’ initial alternative conceptions shifted substantially toward scientifically accepted ideas, as evidenced by the high percentage of scientifically accurate responses. The overall performance of the Experimental Group—whose members engaged in fieldwork involving the observation and analysis of real-world Fractal structures—was significantly higher than that of the Control Group, with the difference being statistically significant.The findings suggest that engaging students in field-based activities involving authentic Fractal structures (e.g., in the schoolyard, outdoor environments, or home settings) effectively activates their interest and participation. Such experiential learning promotes deeper understanding, enhances retention, and facilitates long-term retrieval of knowledge, thereby positively influencing both comprehension and engagement in instructional processes of this nature. With regard to high school students’ motivation for the Natural Sciences, the study conducted within the framework of this dissertation aimed to investigate whether students’ motivation would change or remain relatively stable following the completion of the instructional intervention. The primary research hypothesis posited that, after the intervention, the motivation of students in the Experimental Group across the three examined subjects (Physics, Chemistry, and Biology) would improve significantly in comparison to the motivation of students in the Control Group. This hypothesis was confirmed by the findings of the present study. The central finding indicated that, following the instructional intervention, the overall motivation of students in the Experimental Group increased significantly across all three subjects relative to that of the Control Group. The research associated with this doctoral dissertation demonstrates that instructional approaches, such as the one implemented experimentally, can enhance students’ understanding of complex natural phenomena, foster creative and critical thinking, and contribute to scientific literacy in alignment with contemporary educational goals. The pedagogical application of Fractal Geometry emerges as an innovative and effective strategy that bridges theory and practice, providing novel tools for the teaching and learning of the physical world.
περισσότερα