Περίληψη
Η διατριβή εστιάζει στους ανθρώπους που έχτισαν τη μεταπολεμική Αθήνα και, μέσα από το παράδειγμα των οικοδόμων —μιας επαγγελματικής κατηγορίας που βρέθηκε στο επίκεντρο κρίσιμων μεταπολεμικών διεργασιών όπως ήταν η ανοικοδόμηση, η εσωτερική μετανάστευση και η διαμόρφωση ενός νέου εργατικού ριζοσπαστισμού— επιχειρεί να συνθέσει μια εικόνα της κοινωνικής ιστορίας της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η μελέτη προτείνει μια «από τα κάτω» ανάγνωση της μεταπολεμικής περιόδου, αναδεικνύοντας τις κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις του μεταπολεμικού εκσυγχρονισμού, τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες του, καθώς και τις συνάφειες ανάμεσα στις κοινωνικές δυναμικές και το πεδίο του πολιτικού. Στο πρώτο μέρος αναλύονται οι θεσμικές πολιτικές και οι κοινωνικές πρακτικές που συνέβαλαν στη ραγδαία αστικοποίηση του λεκανοπεδίου της Αττικής και στη μετατροπή της Αθήνας στον κεντρικό αστικό κόμβο της χώρας. Εξετάζονται οι τρόποι αντιμετώπισης του στεγαστικού προβλήματος, οι μηχανισμοί παραγωγής κατοικίας (δημ ...
Η διατριβή εστιάζει στους ανθρώπους που έχτισαν τη μεταπολεμική Αθήνα και, μέσα από το παράδειγμα των οικοδόμων —μιας επαγγελματικής κατηγορίας που βρέθηκε στο επίκεντρο κρίσιμων μεταπολεμικών διεργασιών όπως ήταν η ανοικοδόμηση, η εσωτερική μετανάστευση και η διαμόρφωση ενός νέου εργατικού ριζοσπαστισμού— επιχειρεί να συνθέσει μια εικόνα της κοινωνικής ιστορίας της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η μελέτη προτείνει μια «από τα κάτω» ανάγνωση της μεταπολεμικής περιόδου, αναδεικνύοντας τις κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις του μεταπολεμικού εκσυγχρονισμού, τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες του, καθώς και τις συνάφειες ανάμεσα στις κοινωνικές δυναμικές και το πεδίο του πολιτικού. Στο πρώτο μέρος αναλύονται οι θεσμικές πολιτικές και οι κοινωνικές πρακτικές που συνέβαλαν στη ραγδαία αστικοποίηση του λεκανοπεδίου της Αττικής και στη μετατροπή της Αθήνας στον κεντρικό αστικό κόμβο της χώρας. Εξετάζονται οι τρόποι αντιμετώπισης του στεγαστικού προβλήματος, οι μηχανισμοί παραγωγής κατοικίας (δημόσια και ιδιωτική πρωτοβουλία, αντιπαροχή, αυθαίρετη δόμηση), καθώς και οι οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες της οικοδομής ως βασικού πεδίου της μεταπολεμικής ανάπτυξης. Παράλληλα, διερευνώνται οι ταξικές ιεραρχίες και οι πολιτισμικές σημασίες που αποδόθηκαν στην οικοδομική εργασία, καθώς και οι διαδικασίες μέσω των οποίων συγκροτήθηκαν στερεοτυπικές αναπαραστάσεις του χειρώνακτα άνδρα εργάτη. Στο δεύτερο μέρος η ανάλυση εστιάζει στους οικοδόμους ως εργατική ομάδα και ως συλλογικό κοινωνικό υποκείμενο. Εξετάζονται οι εργασιακές σχέσεις στον κλάδο, η συνύπαρξη μισθωτής εργασίας και αυτοαπασχόλησης, το υπεργολαβικό σύστημα, ο καταμερισμός ανά ειδικότητες και ιεραρχικές βαθμίδες, καθώς και οι τρόποι συγκρότησης της επαγγελματικής ταυτότητας. Μελετώνται οι πρακτικές και οι μορφές κοινωνικότητας στο εργοτάξιο και στην «πιάτσα», οι μηχανισμοί αμοιβαιότητας αλλά και σύγκρουσης, καθώς και οι διαδικασίες μέσα από τις οποίες οι εμπειρίες της εργασίας μετασχηματίζονται σε συλλογικές προσδοκίες και πολιτική εκμάθηση.Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ιστορική συγκρότηση του εργατικού ανδρισμού. Η μελέτη αναλύει την εμπειρία του σώματος στην οικοδομή (κόπωση, τραυματισμοί, κίνδυνος), καθώς και το πώς η φθορά και η επισφάλεια μετατρέπονται σε πολιτισμικό κεφάλαιο, σε αξίες υπερηφάνειας και σε ηθικά νοήματα γύρω από την «τέχνη» και την επαγγελματική επάρκεια. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται η συλλογική δράση των οικοδόμων στη δεκαετία του 1960 ως κίνημα συνδεδεμένο με την ανάπτυξη του αστικού χώρου, το οποίο διεκδίκησε μια δικαιότερη κατανομή των ωφελημάτων της ανάπτυξης και συγκρούστηκε με τις αυταρχικές πολιτικές του μετεμφυλιακού κράτους. Κομβικές στιγμές, όπως η απεργία του Δεκεμβρίου 1960, αναλύονται ως πεδία όπου η κοινωνική ασφάλιση, τα «βαρέα και ανθυγιεινά» και τα εργατικά ατυχήματα αποκτούν πολιτική σημασία, ενώ επαναπροσδιορίζονται έννοιες όπως τα δικαιώματα, η αντιπροσώπευση και ο συνδικαλισμός. Η έρευνα βασίζεται σε συστηματική αρχειακή τεκμηρίωση (κομματικά και συνδικαλιστικά αρχεία, νομοθεσία, εγκύκλιοι και εκθέσεις του ΙΚΑ, πρακτικά της Βουλής, τεχνικά περιοδικά, ημερήσιο Τύπο, στατιστικά δεδομένα), σε συνεντεύξεις προφορικής ιστορίας και σε γραπτές μαρτυρίες. Εστιάζοντας στους ανθρώπους, την παραγωγή της υποκειμενικότητας, τη μνήμη και τη βιωμένη εμπειρία της κοινωνικής αλλαγής, η διατριβή προτείνει μια σύνθετη ανάγνωση της μεταπολεμικής περιόδου, πέρα από μονοσήμαντες εξιστορήσεις της είτε ως «οικονομικού θαύματος» είτε ως θεσμικού αυταρχισμού.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation foregrounds the people who built post-war Athens and, through the case of building workers —an occupational group at the centre of key post-war processes such as reconstruction, internal migration, and the emergence of new forms of labour radicalism— seeks to offer a synthetic account of the social history of post-war Greece. It advances a “history from below” perspective, highlighting the social and cultural conditions of post-war modernization, its tensions and ambiguities, and the links between social dynamics and the political field. The first part examines the institutional policies and social practices that reshaped the Attica basin and turned Athens into the country’s central urban core. It analyzes the ways the housing problem was addressed and the mechanisms of housing production (state initiatives, private construction, the antiparochí apartment-building system, and informal/unauthorized building), as well as the economic and social role of the construction ...
This dissertation foregrounds the people who built post-war Athens and, through the case of building workers —an occupational group at the centre of key post-war processes such as reconstruction, internal migration, and the emergence of new forms of labour radicalism— seeks to offer a synthetic account of the social history of post-war Greece. It advances a “history from below” perspective, highlighting the social and cultural conditions of post-war modernization, its tensions and ambiguities, and the links between social dynamics and the political field. The first part examines the institutional policies and social practices that reshaped the Attica basin and turned Athens into the country’s central urban core. It analyzes the ways the housing problem was addressed and the mechanisms of housing production (state initiatives, private construction, the antiparochí apartment-building system, and informal/unauthorized building), as well as the economic and social role of the construction sector as a key arena of post-war development. It also traces the class hierarchies and cultural meanings attached to building labour, and the processes through which stereotypical representations of the male manual worker were produced. The second part focuses on building workers as a social and occupational group and as a collective historical subject. It investigates employment relations in the sector, the coexistence of wage labour and self-employment, the subcontracting system, the division of labour by skill and hierarchy, and the formation of occupational identity. It explores everyday practices and forms of sociality on building sites and in the labour market “piazza”, highlighting both reciprocity and conflict, and showing how workplace experience was transformed into shared expectations and a form of political learning.Special attention is paid to the historical formation of working-class masculinity. The dissertation analyzes embodied experience in construction (fatigue, injury, risk) and the ways in which hardship and insecurity were converted into cultural capital, values of pride, and moral meanings surrounding craft, competence, and professional worth. Within this framework, collective action in the 1960s is examined as a movement tied to the expansion of urban space, which demanded a fairer distribution of the benefits of growth and frequently clashed with the authoritarian policies of the post-civil-war state. Key moments —such as the December 1960 strike— are analyzed as arenas in which social insurance, hazardous-work recognition, and workplace accidents acquired political significance, while notions of rights, representation, and trade unionism were redefined. The study is based on systematic archival research (party and union archives, legislation, Social Insurance Institute material, parliamentary proceedings, technical journals, daily press, and statistical data), on oral history interviews, and first-person written testimonies. Focusing on people, the production of subjectivity, memory, and the lived experience of social change, the dissertation proposes a nuanced interpretation of the post-war period, moving beyond one-dimensional narratives that frame it either as an “economic miracle” or as a regime of institutional authoritarianism.
περισσότερα