Περίληψη
ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το θέμα της διδακτορικής μελέτης αφορά το Αρχειακό Υλικό Μιχάλη Πατέλη (1927 – 1961), Εξόριστοι και εξόριστες του Έβρου στη Μακρόνησο. Προσέγγιση της τοπικής ιστορίας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία καταγράφεται πλούσια ερευνητική δραστηριότητα για τις Δηλώσεις και τις Επιστολές Μετανοίας, καθώς και για τη βιωμένη εμπειρία της Μακρονήσου (Βερβενιώτη, 2000, 2015; Βόγλης, 2004; Μαργαρίτης, 2000; Μπουρνάζος, 1997; Τσαβδαρά, 2020). Ωστόσο, παρά τον όγκο των δημοσιευμένων ερευνών, από την καύση των φακέλων κοινωνικών φρονημάτων το 1989 (Καραμανωλάκης, 2019) μέχρι και σήμερα (2025) δεν έχει μελετηθεί συστηματικά κάποιο τοπικό αρχείο Eπιστολών Μετανοίας, που να προέρχεται αποκλειστικά από μία συγκεκριμένη γεωγραφική κοινότητα. Η διδακτορική διατριβή επιχειρεί να καλύψει αυτό το ερευνητικό κενό, εστιάζοντας στις μικροϊστορικές όψεις των συνεπειών του Εμφυλίου στη Θράκη, μέσα από την ανάλυση Επιστολών Μετανοίας Εβριτών και Εβριτισσών που εστάλησαν προς την τ ...
ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το θέμα της διδακτορικής μελέτης αφορά το Αρχειακό Υλικό Μιχάλη Πατέλη (1927 – 1961), Εξόριστοι και εξόριστες του Έβρου στη Μακρόνησο. Προσέγγιση της τοπικής ιστορίας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία καταγράφεται πλούσια ερευνητική δραστηριότητα για τις Δηλώσεις και τις Επιστολές Μετανοίας, καθώς και για τη βιωμένη εμπειρία της Μακρονήσου (Βερβενιώτη, 2000, 2015; Βόγλης, 2004; Μαργαρίτης, 2000; Μπουρνάζος, 1997; Τσαβδαρά, 2020). Ωστόσο, παρά τον όγκο των δημοσιευμένων ερευνών, από την καύση των φακέλων κοινωνικών φρονημάτων το 1989 (Καραμανωλάκης, 2019) μέχρι και σήμερα (2025) δεν έχει μελετηθεί συστηματικά κάποιο τοπικό αρχείο Eπιστολών Μετανοίας, που να προέρχεται αποκλειστικά από μία συγκεκριμένη γεωγραφική κοινότητα. Η διδακτορική διατριβή επιχειρεί να καλύψει αυτό το ερευνητικό κενό, εστιάζοντας στις μικροϊστορικές όψεις των συνεπειών του Εμφυλίου στη Θράκη, μέσα από την ανάλυση Επιστολών Μετανοίας Εβριτών και Εβριτισσών που εστάλησαν προς την τοπική αυτοδιοίκηση, κατά τη διάρκεια της κράτησής τους στη Μακρόνησο. Η έρευνα για τους εξόριστους και τις εξόριστες του Έβρου κατά την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου, όπως προέκυψε από το αδημοσίευτο τοπικό γνήσιο Αρχείο, που παραχώρησε ο Σουφλιώτης ιστοριοδίφης/συλλέκτης Μιχάλης Πατέλης, αναπλαισιώνει τα ζητήματα του τραυματικού παρελθόντος για τη σύγχρονη τοπική και εθνική ιστορία στον νομό Έβρου, της δυτικής/ελληνικής Θράκης. Για την επιστημονική αποτίμηση του ιστορικού Αρχείου Μ. Πατέλη, ως έγκυρου και αξιόπιστου, λάβαμε υπόψη συγκεκριμένα αρχειακά και ιστορικά κριτήρια. Αρχικά, εξετάσαμε την αυθεντικότητά του, δηλαδή τον πρωτογενή χαρακτήρα του ιστορικού υλικού που αποκλείει την περίπτωση μεταγενέστερης κατασκευής. Στη συνέχεια, εστιάσαμε στην ακεραιότητα του, παράμετρο που αφορά στη διατήρηση του ιστορικού υλικού στην αρχική του μορφή, χωρίς παρεμβάσεις ή αλλοιώσεις από τον συλλέκτη. Παράλληλα, αξιολογήσαμε την αξιοπιστία της πηγής, σε συνάρτηση με το κοινωνικό, διοικητικό και ιστορικό πλαίσιο από το οποίο προέρχεται, καθώς και τη σαφή τεκμηρίωση της προέλευσής του, τόσο ως προς τους εξόριστους πομπούς, όσο και ως προς τον χρόνο αποστολής των Επιστολών μετανοίας (1948 – 1950). Τέλος, η εγκυρότητα του Αρχείου ενισχύεται μέσα από τη διασταύρωσή του με άλλες πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές, οι οποίες έχουν επιβεβαιωθεί τόσο από την επιτόπια έρευνα όσο και από τη σχετική βιβλιογραφία (Bloch, 1994; Brunton & Robinson, 2000: 278-293; Carr, 2015; Ferro, 1999; McKemmish, 2000: 23-36; Reed, 2000: 214-262; Topolsky, 1983) .Έτσι προτείνουμε μιαν ιστορική αφήγηση, που ακολουθεί το θετικιστικό μοντέλο χρονολόγησης και περιγραφής των γεγονότων μέσα από επίσημα διοικητικά έγγραφα και μεθοδολογικά τη διαλεκτική υλιστική διερεύνηση της Ιστορίας και της κοινωνικής εξέλιξης από τη σκοπιά της συνειδητής επαναστατικής δράσης. Η δεκαετία του 1940 συγκέντρωσε και συγκεντρώνει την προσοχή μας «γιατί συμπύκνωσε την κοινωνική εξέλιξη σε μεγάλα γεγονότα, ανοδικές και καθοδικές φάσεις, τον Πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση, την Απελευθέρωση, την επαναστατική κατάσταση, τους απαράδεκτους συμβιβασμούς με τον ταξικό αντίπαλο υπό το πρίσμα μιας γενικότερης συμβιβαστικής πολιτικής συνεργασίας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος» (Μπέλλου, 2025: 178-180). Ακολουθώντας τις κλασικές ιστορικές θέσεις του Σβορώνου (1981: 137-156) για την Ελλάδα στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1940-1944), για τον Εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), για τη βασιλεία της Δεξιάς, το Κεντρώο διάλειμμα, τη βασιλική δυναμική επέμβαση και το στρατιωτικό πραξικόπημα, καταλαβαίνουμε ότι «δεν υπάρχει τίποτε το εκπληκτικό στο ότι η νεοελληνική ιστορία είναι ισχυρά σημαδεμένη από προόδους και υποχωρήσεις καθώς και από εξαρτήσεις…». Η αστική διδασκαλία της Ιστορίας φαίνεται ότι παρακάμπτει τη σχέση αιτίου-αιτιατού σε υλική βάση και αποσιωπά τη διαλεκτική αλληλεπίδραση μεταξύ οικονομίας, πολιτικής, κοινωνικής ομάδας, τάξης και προσωπικότητας. Ο Εμφύλιος παρά τις αστικές απόπειρες αποσύνδεσής του από την επαναστατική διαδικασία, παραμένει επίκαιρος, καθώς συνιστά ιστορική έκφραση της ταξικής πάλης. Έτσι, η αντίληψη ότι ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός μπορεί να επιτευχθεί απλώς μέσω κοινοβουλευτικών διαδικασιών, δίχως συγκρούσεις και ρήξεις, αντανακλά μια μικροαστική αυταπάτη, αποσπασμένη από τις υλικές αντιφάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας (Luxemburg, 1918). Όπως εντοπίζουμε στην πρόσφατη ελληνική βιβλιογραφία, ήδη μετά το 1981, πολλές μελέτες και έρευνες παρουσιάζουν ιστορικές πηγές που αναλύουν διεπιστημονικά με μεθόδους προφορικής και τοπικής ιστοριογράφησης αναγνώσεις του Εμφυλίου πολέμου «από το παρόν προς το παρελθόν». Παράλληλα, τίθεται πλέον το ζήτημα της ιστορικής σημειωτικής περιγραφής του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου, όπως και σε άλλες χώρες, ανάλογα με την πολιτική νεωτερικότητα που έχουν ακολουθήσει. Έτσι, εντοπίζουμε σε διαφορετικά βαλκανικά και ευρωπαϊκά έθνη σημασιολογικά τους όρους «ενδοοικογενειακός πόλεμος, πόλεμος μεταξύ αδελφών, εσωτερικός πόλεμος, πολιτικός πόλεμος, εμφύλιος, ταξικός, απελευθερωτικός» (Δεμερτζής, 2013: 66-67). Κατά την πρώτη μεταγραφή του Αρχείου προέκυψαν χρονολογικά, θεματικά και τυπολογικά τα εξής ευρήματα: α) ενενήντα επτά (97) επιστολές εξόριστων ανδρών και γυναικών στην Μακρόνησο, με καταγωγή από την επαρχεία Σουφλίου και Διδυμοτείχου, χρονολογούμενες από το 1948 – 1950 και β) έγγραφα πολλαπλής θεματικής και χρονολόγησης από το 1927 – 1961, που παρουσιάζουν χαρακτηριστικά οικονομικής, κοινωνικής. διοικητικής και πολιτικής σχέσης (Passaris, 2011: 318-324). Αξιοποιώντας το σύνθετο αυτό το υλικό και βάσει των κριτηρίων της ιστορικής αρχειακής ερμηνευτικής ανάλυσης (Μαυροσκούφης, 2005; Peace & Allen, 2019), επιλέξαμε τις Επιστολές των εξόριστων ως ερευνητικό υλικό και ακολουθώντας την ιστορική μαρξιστική ανάλυση (Blackledge, 2013) στοχεύουμε στην ανάδειξη της τοπικής, πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας. Σκοπός της διατριβής είναι ο ιστορικός γραμματισμός ως την ανάδειξη της εμπειρίας και της ζωής των εξόριστων από τον Έβρο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την αποφυλάκισή τους από τη Μακρόνησο. Ειδικότερα, εξετάζεται η διαδρομή των γηγενών από το Σουφλί και τα «κόκκινα χωριά» του Έβρου προς τη Μακρόνησο, κατά την περίοδο του Εμφυλίου, καθώς και η επιστροφή ορισμένων εξ αυτών, όπως αποτυπώνεται στις Επιστολές Μετανοίας, αλλά και στα δεδομένα όπως προέκυψαν από την τοπική έρευνα και τις συνεντεύξεις για τους απογόνους και τον ενταφιασμό τους. Τέλος, διερευνάται πως το συγκεκριμένο ιστορικό υλικό μπορεί να ενταχθεί στην εκπαιδευτική πράξη και να συμβάλει στην καλλιέργεια του ιστορικού γραμματισμού στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Το ερευνητικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε αφορά τη χρήση/αξιοποίηση ενενήντα επτά (97) Επιστολών Μετανοίας εξόριστων ανδρών και γυναικών του Έβρου στη Μακρόνησο, ως πρωτογενών μαρτυριών και μέσων κυβερνητικής προπαγάνδας. Στόχος είναι να διερευνηθεί πώς οι Επιστολές αυτές συνέβαλαν στη χειραγώγηση της συλλογικής μνήμης και στην επιβολή μιας συγκεκριμένης αναπαράστασης του Εμφυλίου πολέμου, που συμβάλλει στη διαμόρφωση της ιστορικής πρόσληψης στη σύγχρονη Ελλάδα. Στη συνέχεια, από το ίδιο το υλικό, προέκυψαν επιμέρους ερευνητικά ερωτήματα για α) το είδος και το περιεχόμενο των Επιστολών ως δημόσιο λόγο και β) για την οικογενειακή ιστορία και τις βιογραφίες των εξόριστων και των απογόνων, γ) για την πρόσληψη του Εμφυλίου στη σύγχρονη ιστοριογραφία και στην κοινωνική μνήμη και δ) για την αξιοποίηση των Επιστολών ως υλικού ιστορικού γραμματισμού στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Μεθοδολογικά, ακολουθούμε την έρευνα πεδίου με επισκέψεις στον Έβρο και στη Μακρόνησο. Αναζητήσαμε και συναντήσαμε πληροφορητές/τριες και συγγραφείς, οι οποίοι επιλέχθηκαν με στοχευμένα θεματικά κριτήρια σχετικά με την ιστορική μνήμη και με την προσωπική/οικογενειακή εμπειρία της εξορίας. Η διαπροσωπική αλληλεπίδραση και επικοινωνία μαζί τους πραγματοποιήθηκε με ατομικές ημι-δομημένες συνεντεύξεις. Στο πεδίο της τοπικής βιβλιογραφίας ακολουθούμε τη μεθοδολογία της τοπικής και της προφορικής ιστορίας. Με τον όρο τοπική ιστορία προσδιορίζουμε τη θεματική και τη μεθοδολογία της μικρο-ιστορίας, η οποία συγκροτήθηκε ως ιδιαίτερη ιστοριογραφική τάση μετά το 1970 (Κόκκινος, 1998). Ειδικότερα, εστιάζει σε ένα είδος πολιτικο-κοινωνικής ιστορίας, που εντοπίζει ενδιαφέρον σε ομάδες «διαφορετικές» από την πλειοψηφία, σε τόπους «μακριά από το κέντρο», χωρίς να αποσιωπά τις υλικές συνθήκες της ζωής και τις βιωματικές όψεις της καθημερινότητας. Οι έννοιες του «Τόπου» και της «περιοχής» προσλαμβάνονται ως ευμετάβλητες, γιατί διευρύνονται ή περιορίζονται στον χρόνο (Βαϊνά, 1997). Βασικοί άξονες για τον προσδιορισμό των τοπικών ιστορικών γεγονότων και προσώπων αποτελούν η εγγύτητα στον χώρο και χρόνο (το σύγχρονο), η συμμετοχή των υποκειμένων (γηγενών και διαφορετικών) στα ιστορικά δρώμενα και οι μεταβολές, βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες, οι οποίες συντελούνται στον συγκεκριμένο τόπο. Η τοπική ιστορία κατακερματίζει την ερμηνευτική προοπτική των μακρο-ιστορικών αφηγήσεων και φανερώνει την πολλαπλότητα των κοινωνικών αναπαραστάσεων. Έτσι ενισχύεται η προσέγγιση της ολιστικής ιστοριογραφίας με έμφαση στην ανθρώπινη καθημερινότητα και στον τρόπο με τον οποίο κάθε κοινωνία ή ομάδα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και τους άλλους (Ανδρέου, 1996). Χωρίς να υποστηρίζουμε μια τοπικιστική μεθοδολογία ή έναν γεωγραφικό ντετερμινισμό, η έννοια του Τόπου μέσα από τη γεωφυσική διάστασή της, θεωρείται πλέον αναγκαία και συμβάλλει στην ανάπτυξη της αμοιβαίας ανεκτικότητας, της συνεργασίας, του σεβασμού λειτουργώντας ως μηχανισμός συνοχής. Παράλληλα με τη γεωγραφική ανάδειξη της Θράκης, μέσα από τις ιστορικές μαρτυρίες των εξόριστων πομπών, βιώνεται η Ιστορία μέσα από τις πηγές, έτσι ώστε να αποκαλύπτεται η αλληλεξάρτηση των αιτίων και των επιδράσεων στο ιστορικό γίγνεσθαι. Με αυτόν τον τρόπο η Ιστορία του τόπου επαναπροσδιορίζεται ως ιστορική καταγραφή και μεθοδολογία διατηρώντας την εγκυρότητα και την επικαιρότητά της, διότι αναδεικνύει με τον πλούτο των πηγών και την πυκνότητα των ιστορικών φαινομένων (Βαμβακίδου, 1998). Για την ανάλυση του αρχειακού υλικού ακολουθούμε την ιστορική μαρξιστική κριτική προσέγγιση (Hobsbawm, 1998, 2002, 2011). Στο πλαίσιο αυτό, οι Επιστολές μετανοίας δεν αντιμετωπίζονται ως αντανακλάσεις της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά ως ιστορικά τεκμήρια, που εντάσσονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις εξουσίας, μηχανισμούς καταναγκασμού και πρακτικές αστικής πειθάρχησης και καταστολής (Βόγλη, 2015: 173-174). Η ανάλυση εστιάζει στις υλικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες παραγωγής των Επιστολών, καθώς και στη λειτουργία τους ως μέσων ιδεολογικής αναπαράστασης και χειραγώγησης της συλλογικής μνήμης, που επιβεβαιώνουν την επισήμανση του Hobsbawm (2000: 17-19) και του Horowitz (2005) ότι η μαρξιστική συμβολή στην ιστοριογραφία αφορά πρωτίστως την κατανόηση των κοινωνικών δομών, παραβλέποντας την αναπαραγωγή προκαθορισμένων ερμηνευτικών σχημάτων. Παράλληλα, αξιοποιούμε τη σημειολογική ανάλυση, προσεγγίζοντας τις Επιστολές ως σύνθετα σημειωτικά αντικείμενα, στα οποία ο λόγος, το ύφος, οι εκφράσεις μετανοίας, οι εγγυήσεις πειθαρχίας και αποκήρυξης του κομμουνισμού λειτουργούν ως κώδικες συμμόρφωσης και εδραίωσης της αστικής εξουσίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη γλωσσική κατασκευή του υποκειμένου, στη μετάβαση από τον/την «αντιφρονούντα κομμουνιστή/στρια» στον/ην «εθνικόφρονα ανανήψαντα/ασσα πολίτη/ισσα», καθώς και στη συμβολική διαχείριση του φόβου, της σωματικής και ψυχικής εξουθένωσης. Η σημειολογική προσέγγιση συμπληρώνεται από τη θεματική ανάλυση, μέσα από την οποία εντοπίζουμε επαναλαμβανόμενα μοτίβα και θεματικούς άξονες, όπως την τιμωρία, την πειθαρχία, την ενοχή, την αποκήρυξη του κομμουνισμού, την υποταγή στο αστικό κράτος και την ιδεολογική συμμόρφωση. Η θεματική κατηγοριοποίηση των σημάνσεων επιτρέπει τη συστηματική ανάγνωση του αρχειακού υλικού ως προπαγανδιστικά κείμενα που αναπαράγουν τον δημόσιο εμφυλιακό λόγο του αστικού κράτους και απορρίπτουν τον αυθόρμητο, εξομολογητικό χαρακτήρα του επιστολικού λόγου. Έτσι, η μαρξιστική ιστορική ερμηνεία, η κοινωνική σημειωτική και η θεματική ανάλυση επιτρέπουν την κατανόηση των Επιστολών μετανοίας ως ιστορικά τεκμήρια ιδεολογικής και πολιτικής σκοπιμότητας. Για τη λεξικογραφική ανάλυση ποιοτικού γλωσσικού υλικού των Επιστολών ακολουθούμε την «Αφρικανική γραμματική» του Μπαρτ (1979: 190), καθώς το επίσημο λεξιλόγιο των επιστολών που μελετούμε είναι φορμαλιστικό, λειτουργώντας επικοινωνιακά και εκφοβιστικά. Η γλώσσα αυτή λειτουργεί ως κώδικας, που οι λέξεις έχουν ελάχιστη ή αντεστραμμένη σχέση με το περιεχόμενό τους, προκειμένου να ταυτιστούν με το ψευδο-αναμορφωτικό ιδεολόγημα του αστικού κράτους. Οι ιστορικές αφηγήσεις των Επιστολών, στο πεδίο του ιστορικού γραμματισμού, αξιοποιούνται στη μελέτη ως εκπαιδευτικά ιστορικά σενάρια, με στόχο τη διδακτική προσέγγιση της τοπικής ιστορίας και της συλλογικής μνήμης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η εκπαιδευτική πρόταση που παρουσιάζουμε αφορά στην πρόσληψη του Εμφυλίου και της εξορίας από τα νήπια. Στα αποτελέσματα προκύπτει ως κεντρικός θεματικός άξονας των Επιστολών Μετανοίας η ταυτοποίηση των εξόριστων ως θύματα του ΚΚΕ και των «εθνο-προδοτικών» αντιστασιακών οργανώσεων στις οποίες ενεπλάκησαν. Η Μακρόνησος παρουσιάζεται ως «πολιτισμικός/αναμορφωτικός» χώρος, που καλλιεργεί την εθνική συνείδηση και οδηγεί στην απόρριψη της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Από την έρευνα πεδίου διαπιστώνουμε ότι ορισμένοι εξόριστοι πομποί των Επιστολών επέστρεψαν μετά τον Εμφύλιο στην περιοχή του Έβρου ως εργαζόμενοι. Σε σχέση με τη σύγχρονη πρόσληψη του Εμφυλίου πολέμου, οι βιωμένες εμπειρίες φαίνεται να λειτουργούν ως «διηρημένες μνήμες», που διαταράσσουν την κοινωνική συνοχή των εθνών-κρατών και για αυτό επιδιώκεται η αποσύνδεσή τους από τη «συλλογική μνήμη» του ιστορικού και πολιτισμικού συστήματος (Γατσωτής & Κόκκινος, 2020: 87-110). Τα συγκρουσιακά ιστορικά ζητήματα στα οποία αναφέρονται οι Επιστολές και η συνολική έρευνα που εκπονήσαμε σημαίνουν την κοινωνική/ταξική διαίρεση (Levinson, 2006). Οι τραυματικές, πολιτικές και ταξικές εμπειρίες του Εμφυλίου, η πολιτική της «σιωπής» και μεταγενέστερα της «συμφιλίωσης» αναβιώνουν πολυτροπικά σε συγκεκριμένες οικονομικές και πολεμικές κρίσεις σήμερα. Εξίσου σημαντικό παράγοντα στη σύγχρονη αναβίωση του πολιτικού/ταξικού τραύματος συνιστά η διάδοση της ιστορικής πληροφόρησης μέσα από τη δημόσια ιστορία και την τοπική ιστορία ως έρευνες μικρής κλίμακας, που ενθαρρύνουν την αναπαράσταση των βιωμάτων, αναπροσανατολίζοντας την ιστοριογραφική πρακτική σε ζητήματα ετερότητας που φαίνεται να αμφισβητούν τη νομοτέλεια της θετικιστικής ιστορίας (Λιάκος, 2012). Έτσι σε παρόντα χρόνο, δύναται να προβληθεί και να διασωθεί η απωθημένη μνήμη και οι μνημονικές κατασκευές διαχείρισης του εμφυλιακού τραύματος (Κόκκινος, 2012: 524). Ο συνδυασμός της πολυπρισματικής συγκριτικής μελέτης ιστορικών πηγών και της βιωμένης εμπειρίας πληροφορητών/τριών και απογόνων, την οποία κι εμείς ακολουθούμε, ευνοεί την ερμηνευτική ανάδειξη του παρελθόντος και του ιδεολογικοπολιτικού συγκειμένου της εποχής, υπερβαίνοντας την εθνοκεντρική αφήγηση (Passerini, 1987). Η ανάδειξη «της τοπικότητας, αλλά και της μη τοπικότητας» των αόρατων Εβριτών και Εβριτισσών στη Μακρόνησο φαίνεται να συνδέει την ατομική εμπειρία της εξορίας με τη συλλογική ταυτότητα των «διωκώμενων κομμουνιστών/στριών και αντιφρονούντων». Έτσι, αναδεικνύονται πολιτικές και ιδεολογικές επιπτώσεις της περιόδου 1948 – 1950 και εμφανίζονται βιώματα που αποκρύπτονται στην επίσημη εθνική ιστοριογραφία, όπως το αντάρτικο κίνημα στα βουνά του Έβρου, τα βασανιστήρια για τη σύνταξη και υπογραφή των Επιστολών μετανοίας και η κοινωνική επανένταξη στο μετεμφυλιακό Σουφλί. Σχετικά με την εκπαιδευτική προσέγγιση της Μακρονήσου και των εξόριστων στην προσχολική εκπαίδευση, διαπιστώνεται ότι η ιστορικότητα προσεγγίζεται από τα νήπια κυρίως ως παροντικά βιωμένη και διαμεσολαβημένη από το οικογενειακό και πολιτισμικό τους κεφάλαιο. Οι έννοιες «τιμωρία», «εξορία» και «πολιτικο-στρατιωτική εξουσία» ερμηνεύονται κυρίως μέσω προσωπικών εμπειριών και δευτερευόντως μέσω ιστορικών γεγονότων. Η ιστορική σκέψη ενεργοποιείται μέσα από μοτίβα της καθημερινότητας, όπως χώρος, ενδυματολογικός κώδικας, συναισθήματα, ρόλοι, τα οποία επιτρέπουν την κατανόηση αφηρημένων εννοιών κοινωνικής και πολιτικής βίας. Η σύγκλιση των δεδομένων από τις συνεντεύξεις, το οπτικό ερωτηματολόγιο και τα ιχνογραφήματα δείχνει ότι η ιστορική σκέψη των παιδιών αναδύεται μέσα από την πολυτροπική αλληλεπίδραση εικόνων, λόγου, συναισθημάτων και βιωμάτων, υπερβαίνοντας τη στενή χρονολογική ή αιτιακή προσέγγιση. Για την περαιτέρω έρευνα, αξιοποιώντας το υλικό και την ανάλυση που παρουσιάζουμε, θεωρούμε ότι ο οπτικός κριτικός γραμματισμός και η επιστημονική σημειωτική ανάλυση στη δημόσια ελληνική, εθνική και τοπική μνημειακή γλυπτική για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, την Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων και τον Εμφύλιο πόλεμο συνιστούν μια καινοτόμα διεπιστημονικά ερευνητική και εκπαιδευτική πρόκληση. Επιπλέον, στην περαιτέρω έρευνα μπορεί να γίνει στοχευμένη αναζήτηση και ερμηνευτική ανάλυση στα αρχεία που έχουν διασωθεί για την επικοινωνία των Κομματικών Οργανώσεων της Περιφέρειας με το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Σφήκας, 2009: 331). Την τελευταία δεκαετία δημοσιεύονται καινούργια αρχεία και ερμηνευτικά αναλυτικά σχήματα από το Ιστορικό Τμήμα του ΚΚΕ που προσφέρουν νέο υλικό προς έρευνα και διδασκαλία (βλ. στο Βιβλιοστάτης, 2025). Λέξεις κλειδιά: τοπική ιστορία, αρχειακή έρευνα, ιστορική σημειωτική, Σουφλί, Έβρος, Μακρόνησος, Επιστολές Μετανοίας, ιστορικός γραμματισμός, εκπαίδευση
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
ABSTRACT The subject of this doctoral study concerns the Archival Material of Michalis Patelis (1927–1961), focusing on male and female political exiles from Evros detained on Makronissos, and on the approach to local history in primary education. In Greek-language historiography, extensive research activity has been recorded on Declarations and Letters of Repentance, as well as on the lived experience of Makronissos (Verveniti, 2000, 2015; Voglis, 2004; Margaritis, 2000; Bournazos, 1997; Tsavdara, 2020). However, despite the volume of published studies, from the destruction of social beliefs files in 1989 (Karamanolakis, 2019) up to the present day (2025), no local archive of Letters of Repentance originating exclusively from a specific geographical community has been systematically studied. This doctoral dissertation seeks to address this research gap by focusing on the microhistorical dimensions of the consequences of the Greek Civil War in Thrace, through the analysis of Letters of ...
ABSTRACT The subject of this doctoral study concerns the Archival Material of Michalis Patelis (1927–1961), focusing on male and female political exiles from Evros detained on Makronissos, and on the approach to local history in primary education. In Greek-language historiography, extensive research activity has been recorded on Declarations and Letters of Repentance, as well as on the lived experience of Makronissos (Verveniti, 2000, 2015; Voglis, 2004; Margaritis, 2000; Bournazos, 1997; Tsavdara, 2020). However, despite the volume of published studies, from the destruction of social beliefs files in 1989 (Karamanolakis, 2019) up to the present day (2025), no local archive of Letters of Repentance originating exclusively from a specific geographical community has been systematically studied. This doctoral dissertation seeks to address this research gap by focusing on the microhistorical dimensions of the consequences of the Greek Civil War in Thrace, through the analysis of Letters of Repentance written by men and women from Evros and sent to local authorities during their detention on Makronissos. The research on the exiles from Evros during the Civil War period, based on an unpublished, authentic local archive provided by the Soufli-born historian and collector Michalis Patelis, reframes issues of the traumatic past within contemporary local and national historiography in the Evros prefecture of Western (Greek) Thrace. For the scholarly assessment of the Patelis Historical Archive as valid and reliable, specific archival and historical criteria were applied. Initially, its authenticity was examined, namely the primary character of the historical material, which excludes the possibility of later fabrication. Subsequently, its integrity was assessed, referring to the preservation of the material in its original form, without interventions or alterations by the collector. At the same time, the reliability of the source was evaluated in relation to the social, administrative, and historical context from which it emerged, as well as the clear documentation of its provenance, both regarding the exiled senders and the time of dispatch of the Letters of Repentance (1948–1950). Finally, the archive’s validity is reinforced through cross-referencing with other primary and secondary sources, verified through field research and the relevant bibliography (Bloch, 1994; Brunton & Robinson, 2000: 278–293; Carr, 2015; Ferro, 1999; McKemmish, 2000: 23–36; Reed, 2000: 214–262; Topolski, 1983). This process yields a new historical narrative, following both the positivist model of chronological documentation through official administrative records and the dialectical-materialist investigation of history and social development from the standpoint of conscious revolutionary action. The 1940s have drawn and continue to draw scholarly attention “because they condensed social development into major events, phases of ascent and decline, war, occupation, resistance, liberation, revolutionary conditions, and unacceptable compromises with the class enemy under the prism of a broader conciliatory policy of international communism” (Bellou, 2025: 178–180). Drawing on the classical historical positions of Svoronos (1981: 137–156) regarding Greece during World War II (1940–1944), the Civil War (1946–1949), the monarchy of the Right, the centrist interlude, royal intervention, and the military coup, it becomes evident that “it is hardly surprising that modern Greek history is strongly marked by advances and retreats as well as by dependencies”. Bourgeois historiography tends to bypass the material causal relationship and to obscure the dialectical interaction between economy, politics, social groups, class, and personality. Despite bourgeois attempts to detach the Civil War from the revolutionary process, it remains a historically relevant expression of class struggle. Thus, the notion that socialist transformation can be achieved merely through parliamentary procedures without conflict or rupture reflects a petty-bourgeois illusion, detached from the material contradictions of social reality (Luxemburg, 1918). As identified in recent Greek scholarship, particularly after 1981, numerous studies have presented historical sources analyzed through interdisciplinary approaches, employing oral and local historiography to reinterpret the Civil War from the present toward the past. At the same time, the issue of the semantic designation of the Greek Civil War has been raised, as in other countries, depending on their trajectories of political modernity. Consequently, various Balkan and European nations employ terms such as “fratricidal war,” “war between brothers,” “internal war,” “political war,” “civil war,” “class war,” and “liberation struggle” (Demertzis, 2013: 66–67). The initial transcription of the Archive revealed the following chronological, thematic, and typological findings: (a) ninety-seven (97) letters written by male and female exiles on Makronissos originating from the Soufli and Didymoteicho districts, dated between 1948 and 1950; and (b) documents of multiple themes and dates spanning 1927–1961, reflecting economic, social, administrative, and political relations (Passaris, 2011: 318–324). Utilizing this composite material and following the criteria of historical archival hermeneutic analysis (Mavroskoufis, 2005; Peace & Allen, 2019), the Letters of the exiles were selected as the primary research corpus. Applying historical Marxist analysis (Blackledge, 2013), the study aims to illuminate aspects of local, political, and military history. The purpose of the dissertation is to promote historical literacy through the reconstruction of the experiences and lives of exiles from Evros before, during, and after their imprisonment on Makronissos. Specifically, it examines the trajectory of local inhabitants from Soufli and the “red villages” of Evros to Makronissos during the Civil War, as well as the return of some of them, as documented in the Letters of Repentance and supplemented by local field research and interviews concerning descendants and burial sites. Finally, the study explores how this historical material can be integrated into educational practice and contribute to the cultivation of historical literacy in primary education. The central research problem concerns the use and interpretation of ninety-seven (97) Letters of Repentance written by male and female exiles from Evros on Makronissos, both as primary testimonies and as instruments of state propaganda. The objective is to examine how these letters contributed to the manipulation of collective memory and the imposition of a specific representation of the Civil War that shapes historical perception in contemporary Greece. Further research questions emerged regarding: (a) the type and content of the letters as propaganda and public discourse; (b) the family histories and biographies of the exiles and their descendants; (c) the reception of the Civil War in contemporary historiography and social memory; and (d) the pedagogical use of the letters as materials for historical literacy in primary education. Methodologically, the study follows field research, including visits to Evros and Makronissos. Informants and authors were identified and interviewed based on targeted thematic criteria related to historical memory and personal or family experiences of exile. Interpersonal interaction took place through individual semi-structured interviews. In terms of local bibliography, the methodology of local and oral history is employed. Local history is defined here through the lens of microhistory, which emerged as a distinct historiographical trend after 1970 (Kokkinos, 1998). This approach emphasizes a form of socio-political history attentive to groups “different” from the majority and to places “far from the center,” without obscuring material living conditions and everyday experiences. Concepts of “place” and “region” are understood as fluid and historically contingent (Vaina, 1997). Core criteria for defining local historical events include spatial and temporal proximity, participation of subjects in historical processes, and short- or long-term transformations within a specific locality. Local history fragments macro-historical interpretative frameworks and reveals the multiplicity of social representations, thus reinforcing holistic historiography with an emphasis on everyday life and self-perception within societies or groups (Andreou, 1996). Without advocating localism or geographic determinism, the concept of place, through its geophysical dimension, is recognized as essential for fostering mutual tolerance, cooperation, and social cohesion. Through the geographical articulation of Thrace and the testimonies of exiled correspondents, history is experienced through sources, revealing the interdependence of causes and effects in historical processes and reaffirming the validity and relevance of local history (Vamvakidou, 1998). For the analysis of archival material, a historical Marxist critical approach is applied (Hobsbawm, 1998, 2002, 2011). Within this framework, Letters of Repentance are not treated as transparent reflections of historical reality but as historical documents embedded in power relations, coercive mechanisms, and practices of bourgeois discipline and repression (Voglis, 2015: 173–174). The analysis focuses on the material, social, and political conditions of production of the letters, as well as their function as instruments of ideological representation and manipulation of collective memory, confirming Hobsbawm’s (2000: 17–19) and Horowitz’s (2005) assertion that Marxist historiography primarily contributes to understanding social structures rather than reproducing predetermined interpretive schemas. Simultaneously, semiotic analysis is employed, approaching the letters as complex semiotic artifacts in which discourse, style, expressions of repentance, guarantees of discipline, and renunciation of communism operate as codes of conformity and consolidation of bourgeois power. Emphasis is placed on the linguistic construction of subjectivity, the transition from the “dissenting communist” to the “rehabilitated national-minded citizen,” and the symbolic management of fear, physical exhaustion, and psychological breakdown. This semiotic approach is complemented by thematic analysis, identifying recurring motifs such as punishment, discipline, guilt, renunciation of communism, submission to the bourgeois state, and ideological conformity. The thematic categorization enables a systematic reading of the letters as propaganda texts reproducing the public discourse of the bourgeois state during the Civil War, rejecting any notion of spontaneous confession. Thus, Marxist historical interpretation, social semiotics, and thematic analysis collectively frame the Letters of Repentance as documents of ideological and political intent. For the lexicographic analysis of qualitative linguistic material, Barthes’ “African grammar” (1979: 190) is employed, as the official language of the letters is formalistic, communicative, and intimidatory. Language functions as a code in which words bear minimal or inverted relations to their meanings, aligning with the pseudo-reformative ideology of the bourgeois state. Within the framework of historical literacy, these narratives are utilized as educational historical scenarios aimed at teaching local history and collective memory in primary education. The educational proposal presented focuses on preschool children’s reception of the Civil War and exile. The findings reveal that a central thematic axis of the Letters of Repentance is the identification of the exiles as victims of the Communist Party of Greece and of “nationally treacherous” resistance organizations. Makronissos is depicted as a “civilizing/reformatory” space cultivating national consciousness and leading to the rejection of communist ideology. Field research indicates that some letter writers returned to Evros after the Civil War as workers. Regarding contemporary perceptions of the Civil War, lived experiences function as “divided memories” that disrupt social cohesion within nation-states, prompting attempts to detach them from collective memory (Gatsotis & Kokkinos, 2020: 87–110). The conflictual historical issues addressed signify social and class division (Levinson, 2006). Traumatic political and class experiences of the Civil War, along with policies of silence and later reconciliation, re-emerge in contemporary economic and military crises. Public and local history as small-scale research practices contribute significantly to this resurgence, encouraging experiential representation and challenging positivist historiography (Liakos, 2012). Thus, repressed memory and mnemonic constructions of Civil War trauma can be articulated in the present (Kokkinos, 2012: 524). The combination of comparative historical source analysis and lived experience adopted here enhances interpretive depth and transcends ethnocentric narratives (Passerini, 1987). Highlighting both the “locality and non-locality” of the invisible exiles from Evros on Makronissos links individual exile experiences to the collective identity of persecuted communists and dissenters, revealing suppressed experiences absent from official national historiography. Thus, the political and ideological repercussions of the period 1948–1950 are brought to light, and lived experiences that are silenced in official national historiography become visible, such as the guerrilla movement in the mountains of Evros, the torture inflicted to compel the drafting and signing of the Letters of Repentance, and the processes of social reintegration in post–Civil War Soufli. Regarding the educational approach to Makronissos and exile in early childhood education, findings indicate that historicality is primarily perceived by preschool children as present-oriented and mediated through family and cultural capital. Concepts such as “punishment,” “exile,” and “political-military authority” are interpreted mainly through personal experience. Historical thinking is activated through everyday motifs—space, clothing, emotions, roles—allowing comprehension of abstract forms of social and political violence. Data convergence from interviews, visual questionnaires, and drawings demonstrates that children’s historical thinking emerges through multimodal interaction, surpassing linear chronological or causal approaches. For future research, the study proposes extending visual critical literacy and semiotic analysis to public monumental sculpture related to World War II, Occupation, National Resistance, and the Civil War, as a novel interdisciplinary educational challenge. Further targeted archival research into communications between local party organizations and the Central Committee of the Communist Party of Greece is also suggested (Sfikas, 2009). Newly published archives and interpretive frameworks from the KKE Historical Department provide additional material for research and teaching (Vibliostatis, 2025). Keywords: local history, archival research, historical semiotics, Evros, Soufli, Makronissos, Letters of Repentance, historical literacy, education
περισσότερα