Περίληψη
Μετά την παλινόρθωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1261 η αρχιτεκτονική παραγωγή κατέστη έντονα πλουραλιστική, αντανακλώντας τόσο τον πολιτικό καταμερισμό του χώρου όσο και τη διάχυση της χορηγίας σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Παρ’ όλα αυτά, η σύγχρονη έρευνα εξακολουθεί συχνά να αντιμετωπίζει την Παλαιολόγεια εκκλησιαστική αρχιτεκτονική ως ομοιογενές σύνολο, οριζόμενο από σταθερά τυπολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά, αναπαράγοντας αφηγήσεις παρακμής. Η παρούσα διατριβή επανεξετάζει τη διαμόρφωση και τη μεθοδολογική επάρκεια των κριτηρίων, τα οποία χρησιμοποιούνται για την περιγραφή και τη χρονολόγηση της αρχιτεκτονικής μεταξύ 1261 και 1461. Το Πρώτο Μέρος περιλαμβάνει κριτική επισκόπηση της βιβλιογραφίας. Σε αυτό αναλύονται τέσσερις βασικές παρατηρήσεις: (α) τα θεωρούμενα «Παλαιολόγεια» χαρακτηριστικά δεν έχουν οριστεί με επαρκή σαφήνεια, (β) τα διαγνωστικά κριτήρια εφαρμόζονται ασυνεπώς, οδηγώντας συχνά σε πρώιμες χρονολογήσεις, ενισχυμένες από παγιωμένες αντιλήψεις περί «πα ...
Μετά την παλινόρθωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1261 η αρχιτεκτονική παραγωγή κατέστη έντονα πλουραλιστική, αντανακλώντας τόσο τον πολιτικό καταμερισμό του χώρου όσο και τη διάχυση της χορηγίας σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Παρ’ όλα αυτά, η σύγχρονη έρευνα εξακολουθεί συχνά να αντιμετωπίζει την Παλαιολόγεια εκκλησιαστική αρχιτεκτονική ως ομοιογενές σύνολο, οριζόμενο από σταθερά τυπολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά, αναπαράγοντας αφηγήσεις παρακμής. Η παρούσα διατριβή επανεξετάζει τη διαμόρφωση και τη μεθοδολογική επάρκεια των κριτηρίων, τα οποία χρησιμοποιούνται για την περιγραφή και τη χρονολόγηση της αρχιτεκτονικής μεταξύ 1261 και 1461. Το Πρώτο Μέρος περιλαμβάνει κριτική επισκόπηση της βιβλιογραφίας. Σε αυτό αναλύονται τέσσερις βασικές παρατηρήσεις: (α) τα θεωρούμενα «Παλαιολόγεια» χαρακτηριστικά δεν έχουν οριστεί με επαρκή σαφήνεια, (β) τα διαγνωστικά κριτήρια εφαρμόζονται ασυνεπώς, οδηγώντας συχνά σε πρώιμες χρονολογήσεις, ενισχυμένες από παγιωμένες αντιλήψεις περί «παρακμής» της ύστερης βυζαντινής περιόδου, (γ) η Κωνσταντινούπολη αντιμετωπίζεται ως πρωτεύον συγκριτικό πρότυπο, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ερμηνευτική προσέγγιση και να συσκοτίζονται φαινόμενα επαρχιακής πειραματικότητας, τα οποία συχνά αντανακλούν τις στρατηγικές και τις προθέσεις των χορηγών της και (δ) η περιφερειακή παραγωγή μελετάται συχνά αποσπασματικά, ενισχύοντας τοπικιστικές αφηγήσεις περί διακριτών «σχολών» αρχιτεκτονικής, οι οποίες υποβαθμίζουν τις σύνθετες διαδικασίες μεταφοράς, προσαρμογής και επανασημασιοδότησης μητροπολιτικών προτύπων. Στη συνέχεια ακολουθεί η εκ νέου αξιολόγηση έξι μελετών περίπτωσης (case studies), οι οποίες αναδεικνύουν τα ζητήματα αυτά. Το Δεύτερο Μέρος εξετάζει τον ναό της Μεταμορφώσεως του Χριστού στην Τριφυλία και την «Αγία Σοφία» στη Βιζύη, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο η μορφή, η κλίμακα και στοιχεία συνδεδεμένα με την αυλική τελετουργία —όπως τα υπερώα— μπορούν να λειτουργήσουν ως συνειδητά μέσα άσκησης εξουσίας και ιδεολογικής επικοινωνίας, ακόμη και όταν οι κατασκευαστικές τεχνικές ή η εξωτερική διακόσμηση είναι σχετικά λιτές. Το Τρίτο Μέρος επικεντρώνεται στον ναό της Θεοτόκου στη Σαμαρίνα Μεσσηνίας και στον ναό της Θεοτόκου στο Λάμποβο της κοιλάδας του Δρίνου, υπογραμμίζοντας πώς η στρατηγική χωροθέτηση —ιδίως στην περίπτωση μοναστηριακών ιδρυμάτων που ελέγχουν οδικούς άξονες, πόρους και ζώνες αντιπαράθεσης— μπορεί να φωτίσει ζητήματα χρονολόγησης και να αποκαλύψει πολιτικές στοχεύσεις. Το Τέταρτο Μέρος επανεξετάζει τους ναούς του Αγίου Δημητρίου Κατσούρη στην Άρτα και του Αγίου Ιωάννη στη Μεσημβρία, προτείνοντας ότι η αρχιτεκτονική «ανομοιογένεια», η φαινομενικά «ατελής προσαρμογή» ή ο «πειραματισμός» δεν αποτελούν απαραίτητα ενδείξεις χρονολόγησης, αλλά μαρτυρίες της διεύρυνσης των πρακτικών χορηγίας και της ανταγωνιστικής προσπάθειας αυτοπροβολής κοινωνικών ομάδων πέραν των παραδοσιακών ελίτ. Συνολικά, η διατριβή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Παλαιολόγεια εκκλησιαστική αρχιτεκτονική συνιστά ένα δυναμικό πεδίο, διαμορφωμένο από μεταβαλλόμενες σχέσεις κέντρου και περιφέρειας και από την κοινωνική διαστρωμάτωση των χορηγών. Τα χαρακτηριστικά της περιόδου είναι, συνεπώς, κατεξοχήν ιστορικά και όχι αποκλειστικά τυπολογικά, αποκτώντας νόημα μόνο εντός συγκεκριμένων πολιτικών, κοινωνικών και γεωγραφικών συμφραζομένων.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This thesis argues that church building in the Byzantine world after 1261 should not be understood primarily as a stylistic “phase,” but rather as a historically contingent practice shaped by patronage, politics, and shifting geographies of power. Following the consolidation of the Palaiologan dynasty and the fragmentation of former imperial territories, architectural production became increasingly pluralistic. This pluralism reflected both the political division of space and the diffusion of patronage across broader social strata. Nevertheless, much modern scholarship has continued to treat Palaiologan church architecture as a homogeneous category defined by a stable set of typological and morphological traits, often reproducing evaluative narratives of decline and relying on a narrow canon of monuments. Against this background, the dissertation reassesses the formation and methodological adequacy of the criteria used to describe and date architecture between 1261 and 1461. The first ...
This thesis argues that church building in the Byzantine world after 1261 should not be understood primarily as a stylistic “phase,” but rather as a historically contingent practice shaped by patronage, politics, and shifting geographies of power. Following the consolidation of the Palaiologan dynasty and the fragmentation of former imperial territories, architectural production became increasingly pluralistic. This pluralism reflected both the political division of space and the diffusion of patronage across broader social strata. Nevertheless, much modern scholarship has continued to treat Palaiologan church architecture as a homogeneous category defined by a stable set of typological and morphological traits, often reproducing evaluative narratives of decline and relying on a narrow canon of monuments. Against this background, the dissertation reassesses the formation and methodological adequacy of the criteria used to describe and date architecture between 1261 and 1461. The first part offers a critical historiographic review that leads to four principal observations. First, so-called “Palaiologan” features have not been defined with sufficient clarity. Second, diagnostic criteria are applied inconsistently, frequently producing dates skewed toward earlier centuries—a tendency reinforced by entrenched assumptions about late Byzantine “decadence.” Third, Constantinople has been treated as the primary comparative model, narrowing interpretation and often obscuring experimentation in provincial contexts, particularly as an expression of patrons’ intentions. Fourth, regional production has often been studied in isolation, encouraging localist narratives of distinct “schools” that underplay the complex processes through which metropolitan models were transferred, adapted, and resemanticized. In response, the thesis proposes an alternative interpretive framework that retains architectural analysis while re-cantering historical context, patronage networks, and topography as primary analytical tools. This framework is applied through six case studies, presented in three pairs across the remaining parts of the study. The second part examines the churches of the Transfiguration of Christ in Triphylia (Greece) and the so-called Hagia Sophia in Bizye (Türkiye), demonstrating how form, scale, and elements associated with court ceremonial—most notably galleries—could function as deliberate vehicles of authority and ideological communication, even when construction techniques or exterior finishes appear relatively modest. The third part focuses on the churches of the Virgin Mary at Samarina in Messenia (Greece) and the Virgin Mary of Labovo in the Drino Valley (Albania), highlighting how strategic siting—especially in monastic foundations positioned to supervise routes, resources, and contested zones—can illuminate questions of dating while revealing political intent. The fourth part re-examines the churches of Hagios Demetrios Katsouris in Arta (Greece) and Hagios Ioannes in Mesembria (Bulgaria), arguing that architectural “irregularity” or apparent “experimentation” should be understood as evidence of expanded patronage and competitive self-presentation rather than architectural incompetence. The dissertation concludes that Palaiologan church architecture is best understood as a dynamic field shaped by shifting relationships between centre and periphery and by the social stratification of patrons. Its defining characteristics are therefore historical rather than purely typological, acquiring meaning only within specific political, social, and geographic contexts.
περισσότερα