Σκοπός της διατριβής είναι η μελέτη των φυσικοχημικών διεργασιών και φαινομένων που λαμβάνουν χώρα επί ημιαγώγιμων στρωμάτων ποικίλων μικροδομών, όταν αυτά χρησιμοποιούνται ως ηλεκτρόδια σε φωτοηλεκτροχημικά στοιχεία. Επιχειρείται η συσχέτιση των παρατηρούμενων φαινομένων, όπως η φωτοδιάβρωση, με τη δομή στερεάς κατάστασης των ημιαγώγιμων στρωμάτων και η εκτίμηση των φυσικοχημικών ιδιοτήτων τους, με βάση τις χρησιμοποιούμενες, (φωτο)ηλεκτροχημικές και μη, μεθόδους χαρακτηρισμού. Πιό συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της παρούσης ερευνητικής εργασίας, πολυκρυσταλλικά λεπτά φιλμ ημιαγώγιμων χαλκογενιδίων των στοιχείων της ομάδας IIΒ του περιοδικού πίνακα, παρασκευάσθηκαν ηλεκτροχημικά και χαρακτηρίστηκαν με μια σειρά (φωτο)ηλεκτροχημικών μεθόδων. Για το σκοπό αυτό, καταλλήλως προετοιμασμένα ηλεκτρόδια τέθηκαν σε επαφή με οξειδοαναγωγικά και μη διαλύματα, προς σχηματισμό ανορθωτικών διεπαφών ημιαγωγού/ηλεκτρολύτη. Οι διεπαφές που σχηματίσθηκαν είχαν την ιδιότητα της φωτομετατροπής, δηλαδή της ικα ...
Όλα τα τεκμήρια στο ΕΑΔΔ προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα.
Σκοπός της διατριβής είναι η μελέτη των φυσικοχημικών διεργασιών και φαινομένων που λαμβάνουν χώρα επί ημιαγώγιμων στρωμάτων ποικίλων μικροδομών, όταν αυτά χρησιμοποιούνται ως ηλεκτρόδια σε φωτοηλεκτροχημικά στοιχεία. Επιχειρείται η συσχέτιση των παρατηρούμενων φαινομένων, όπως η φωτοδιάβρωση, με τη δομή στερεάς κατάστασης των ημιαγώγιμων στρωμάτων και η εκτίμηση των φυσικοχημικών ιδιοτήτων τους, με βάση τις χρησιμοποιούμενες, (φωτο)ηλεκτροχημικές και μη, μεθόδους χαρακτηρισμού. Πιό συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της παρούσης ερευνητικής εργασίας, πολυκρυσταλλικά λεπτά φιλμ ημιαγώγιμων χαλκογενιδίων των στοιχείων της ομάδας IIΒ του περιοδικού πίνακα, παρασκευάσθηκαν ηλεκτροχημικά και χαρακτηρίστηκαν με μια σειρά (φωτο)ηλεκτροχημικών μεθόδων. Για το σκοπό αυτό, καταλλήλως προετοιμασμένα ηλεκτρόδια τέθηκαν σε επαφή με οξειδοαναγωγικά και μη διαλύματα, προς σχηματισμό ανορθωτικών διεπαφών ημιαγωγού/ηλεκτρολύτη. Οι διεπαφές που σχηματίσθηκαν είχαν την ιδιότητα της φωτομετατροπής, δηλαδή της ικανότητας μετατροπής της ενέργειας του φωτός σε ηλεκτρική, εντός κατάλληλης φωτοβολταϊκής διάταξης.
Αναλυτικότερα, πολυκρυσταλλικής δομής επιστρώματα ενώσεων (IIΒ–VIΒ, 12–16 κατά IUPAC) των στοιχείων Cd, Zn και Se (σεληνίδια του Cd και του Zn), αποτέθηκαν με τη μέθοδο της καθοδικής, ηλεκτροχημικής απόθεσης, επί μεταλλικών υποστρωμάτων νικελίου (Ni) ή τιτανίου (Ti), αλλά και υποστρωμάτων τιτανίας (TiO2). Τα παραχθέντα δείγματα χαρακτηρίστηκαν από την άποψη της μικροδομής και της χημικής σύστασής τους με τις μεθόδους (στερεάς κατάστασης): περίθλασης ακτίνων X (XRD γεωμετρίας Bragg - Brentano και χαμηλής γωνίας πρόσπτωσης LIXD – Low Incidence Angle X-Ray Diffraction) και ηλεκτρονικής μικροσκοπίας σάρωσης – ανάλυσης διασποράς ακτίνων X (Scanning Electron Microscopy / SEM; Energy-Dispersive Analysis of X-Rays / EDΑΧ). Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκαν ως οπτικώς ενεργά ηλεκτρόδια εργασίας εντός φωτοηλεκτροχημικών στοιχείων (Photoelectrochemical Cell / PEC) με σκοπό τη μελέτη των οπτικών/φωτοηλεκτροχημικών τους ιδιοτήτων. Η συμπεριφορά τους εξετάστηκε : α) σχηματίζοντας αναγεννητικά φωτοηλεκτροχημικά στοιχεία (regenerative PEC), σε επαφή με οξειδοαναγωγικά διαλύματα πολυθειοανιόντων (SPS: Sulfide-Poly-Sulfide S-2/Sx-2), πολυσεληνοανιόντων (Se-2/Sex-2), σιδηρο-σιδηρι-κυανιούχων ιόντων (FFC: Ferro-Ferri-Cyanide [Fe(CN)6]-4/[Fe(CN)6]-3) και φερροκενίου/φερρικενίου (Fc0/+ Ferrocene(C5H5)/Ferricenium, σε υδατικό ή οργανικό διάλυμα) και β) σε επαφή με μη οξειδοαναγωγικά διαλύματα άλατος (Na2SO4), οξέος (HClO4) ή βάσης (NaOH). Ο οπτικός - φωτοηλεκτροχημικός χαρακτηρισμός περιελάμβανε τις ακόλουθες μεθόδους:
• Βολταμμετρία φωτορεύματος (καταγραφή χαρακτηριστικών τάσης – έντασης με διακοπτόμενο φωτισμό).
• Φασματοσκοπία φωτορεύματος (καταγραφή έντασης φωτορεύματος συναρτήσει της ενέργειας ακτινοβολίας).
• Χρονοαμπερομετρία (καταγραφή έντασης φωτορεύματος συναρτήσει του χρόνου).
• Φασματοσκοπία ηλεκτροχημικής εμπέδησης EIS (Electrochemical Impedance Spectroscopy).
• Μετρήσεις φθίνοντος δυναμικού ανοιχτού κυκλώματος OCVD (Open Circuit Voltage Decay – μέτρηση δυναμικού ανοιχτού κυκλώματος συναρτήσει του χρόνου, μετά από απότομη διακοπή του φωτισμού).
Η ερευνητική εργασία διαχωρίζεται στις ακόλουθες τέσσερις ενότητες:
Γενική θεωρία φωτοηλεκτροχημείας: Bασικά στοιχεία ηλεκτροχημείας ημιαγώγιμων ηλεκτροδίων, περιγραφή των πιθανών διαμορφώσεων της στοιβάδας φορτίου χώρου και της ηλεκτροχημικής διπλοστοιβάδας σε διεπαφές ημιαγωγού/ηλεκτρολύτη. Αναφορά των ενεργειακών και ηλεκτρικών χαρακτηριστικών τους (ενεργειακές ζώνες, στάθμη Fermi, στάθμες επιφανείας, χαρακτηριστικές ρεύματος – τάσης ανορθωτικών διεπαφών κλπ...), των βασικών φαινομένων που λαμβάνουν χώρα σε αυτές (μεταφορά φορτίου, χημικά φαινόμενα, κ.ά.), καθώς και των μεθόδων χαρακτηρισμού τους με έμφαση στη μέθοδο της φασματοσκοπίας ηλεκτροχημικής εμπέδησης. Επίσης, γίνεται αναφορά στην φωτοευαισθητοποίηση ημιαγώγιμων ηλεκτροδίων TiO2.
Πειραματικό Μέρος Α: Μελέτη της φωτοηλεκτροχημείας ηλεκτροδίων σεληνιδίων του Cd και του Zn, που έχουν παρασκευαστεί με ηλεκτροαπόθεση επί μεταλλικών υποστρωμάτων (Ni ή Ti). Το μέρος αυτό διαχωρίζεται σε μια πρώτη ενότητα εξειδικευμένης θεωρίας, βάσει σχετικών βιβλιογραφικών ερευνητικών αναφορών και μια δεύτερη ενότητα, που αφορά τις πειραματικές μετρήσεις, τα αποτελέσματα και την ερμηνεία αυτών.
Πειραματικό Μέρος Β: Μελέτη της φωτοηλεκτροχημείας ηλεκτροδίων CdSe που έχουν παρασκευαστεί με ηλεκτροαπόθεση επί υποστρωμάτων τιτανίας (TiO2). Το μέρος αυτό διαχωρίζεται σε μια πρώτη ενότητα εξειδικευμένης θεωρίας, βάσει σχετικών βιβλιογραφικών, ερευνητικών αναφορών και μια δεύτερη ενότητα, που αφορά της πειραματικές μετρήσεις, τα αποτελέσματα και την ερμηνεία αυτών.
Ευρετήρια: Παρατίθενται τα ευρετήρια συμβόλων, συντμήσεων και ορολογίας, που σχετίζονται με το αντικείμενο της φωτοηλεκτροχημείας.
Αναλυτικά, το πειραματικό Μέρος Α αφορά κυρίως στο απλό αναγεννητικό φωτοηλεκτροχημικό στοιχείο με ενεργό ηλεκτρόδιο CdSe. Το σύστημα αυτό διερευνήθηκε εκτενώς στις δεκαετίες του 1970 και του ‘80, λόγω της βελτιωμένης σταθερότητάς του σε επαφή με οξειδοαναγωγικά διαλύματα, που επιτεύχθηκε συγκεκριμένα με τον ηλεκτρολύτη πολυθειοανιόντων (SPS). Η σταθεροποίηση, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε επαρκής για τον αποτελεσματικό περιορισμό του φαινομένου της φωτοδιάβρωσης του CdSe, ώστε να τύχει εμπορικής εκμετάλλευσης στο χώρο της φωτοβολταϊκής τεχνολογίας των PEC. Η ποικιλόμορφη επιφανειακή τροποποίηση του CdSe υπό τη διαβρωτική επίδραση υγρού ηλεκτρολύτη, εντούτοις, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από πλευράς επιστημονικής εξέτασης των σύνθετων φυσικοχημικών φαινομένων, που λαμβάνουν χώρα. Εξετάζοντας το εν λόγω σύστημα από αυτή τη σκοπιά, το Μέρος Α επικεντρώθηκε στη μελέτη του τρόπου που επηρεάζονται οι επιφανειακές, ηλεκτρονικές ιδιότητες των ηλεκτροδίων μετάλλου/CdSe από το φαινόμενο της (φωτο)διάβρωσης σε διάφορα ηλεκτρολυτικά περιβάλλοντα. Επίσης, λόγω της θεωρητικά προβλεπόμενης, υψηλότερης σταθερότητας του ZnSe σε σχέση με το CdSe, επιχειρήθηκε η βελτίωση της σταθερότητας των μελετώμενων φωτοηλεκτροδίων μονού ημιαγώγιμου στρώματος με την ηλεκτραπόθεση παραθυρικού, προστατευτικού στρώματος ZnSe. Η μελέτη των συστημάτων μετάλλου/CdSe και μετάλλου/CdSe/ZnSe έγινε με κατάλληλη εφαρμογή φωτοηλεκτροχημικών μεθόδων χαρακτηρισμού, όπως η (φωτο)βολταμμετρία (εκτίμηση ορίων ζωνών και δυναμικών ισορροπίας διαλυμάτων), η χρονοαμπερομετρία φωτορεύματος και η φασματοσκοπία φωτορεύματος (μετρήσεις ενεργειακού διακένου). Εξετάσθηκε, τέλος, επίσης η δυνατότητα τροποποίησης του ενεργειακού διακένου των φωτοηλεκτροδίων με την παρασκευή τριμερών κραμάτων ZnxCd1-xSe.
Σε αντίθεση με το ασταθές σύστημα μετάλλου/CdSe//ηλεκτρολύτη, αυξημένο τεχνολογικό και ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνδυασμένη χρήση CdSe (ανόργανος φωτοευαισθητοποιητής) με την, ανθεκτική απέναντι στο φαινόμενο της φωτοδιάβρωσης, τιτανία (φωτοευαισθητοποιημένα PEC με νανοσωλήνες TiO2 και κβαντικές τελείες CdSe). Σε μια προσπάθεια εξέτασης της δυνατότητας φωτοευαισθητοποίησης υποστρωμάτων τιτανίας με ηλεκτροαπόθεση CdSe επί αυτών, στο πειραματικό Μέρος Β εξετάζεται επισταμένως το σύστημα «ανοδιωμένης τιτανίας»/CdSe. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη μελέτη των φωτοηλεκτροχημικών χαρακτηριστικών του, συναρτήσει της μορφολογίας του ανοδικού TiO2 (συμπαγούς ή πορώδους), όπως καθορίστηκε από τις συνθήκες ανοδίωσης των ηλεκτροδίων Ti. Για τον χαρακτηρισμό των φωτοηλεκτροδίων «πορώδους TiO2»/CdSe, εκτός από τη μέθοδο της φωτοβολταμμετρίας, χρησιμοποιήθηκαν και οι μέθοδοι της φασματοσκοπίας ηλεκτροχημικής εμπέδησης (EIS) και του φθίνοντος φωτοδυναμικού (Open Circuit Voltage Decay; OCVD).
Η έρευνα των υπόψη συστημάτων στο πλαίσιο της παρούσης διατριβής οδήγησε στα αποτελέσματα/συμπεράσματα, τα οποία απαριθμούνται ακολούθως σε συνοπτική μορφή, και μέρος των οποίων έχει ήδη δημοσιευθεί σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά:
1. Εφαρμόζοντας τη μέθοδο της βολταμμετρίας υπολογίσθηκαν τα δυναμικά οξειδοαναγωγής VR/O των διαλυμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για τον σχηματισμό διεπαφών. Με βάση τις μετρήσεις βολταμμετρίας σε αδρανές ηλεκτρόδιο εργασίας εκτιμήθηκε, επίσης, ότι τα διαλύματα, κατά αύξουσα σειρά: FFC και Fc0/+ σε διαλύτη ακετονιτρίλιο (AcCN), είχαν κινητική συμπεριφορά πλησιέστερη στη θερμοδυναμικά αντιστρεπτή.
2. Με την εφαρμογή της παραπάνω μεθόδου σε ηλεκτρόδια εργασίας CdSe υπό φωτισμό, σε επαφή με διαφορετικούς ηλεκτρολύτες, προσδιορίστηκε η ενεργειακή θέση των ορίων των ζωνών αγωγιμότητας και σθένους (ECB, EVB) στην επιφάνεια του ημιαγωγού. Για κάθε διεπαφή (διαφορετικού ηλεκτρολύτη) εκτιμήθηκε η μέγιστη δυνατή κάμψη ζωνών (μέγιστη διαφορά 1.0 V για διάλυμα FFC), όπως καθορίζεται από τη διαφορά του δυναμικού επίπεδης ζώνης VFB του ημιαγωγού από το VR/O του ηλεκτρολύτη. Κατά την παραμονή των ηλεκτροδίων στο διάλυμα και υπό φωτισμό, παρατηρήθηκε χρονική μετατόπιση των ορίων των ζωνών προς χαμηλότερες ενέργειες (θετικότερα δυναμικά), γεγονός που αποδόθηκε στη φόρτιση επιφανειακών σταθμών λόγω παγίδευσης οπών.
3. Οι διεπαφές CdSe//SPS και CdSe//FFC συγκρίθηκαν στο πλαίσιο του προτύπου της ιδανικής διόδου για φωτισμό έντασης έως 400 mW/cm2. Στην πρώτη περίπτωση μετρήθηκαν συντελεστές (μη) ιδανικότητας 2.6 έως 3.0 και η σχέση του ρεύματος βραχυκύκλωσης ISC με την ένταση του φωτισμού ήταν γραμμική. Στη δεύτερη περίπτωση οι συντελεστές (μη) ιδανικότητας ήταν μεγαλύτεροι (5.0 έως 5.3) και παρατηρήθηκε έντονος κορεσμός του ISC σε υψηλές εντάσεις φωτός (πάνω από 100 mW/cm2). Το αποτέλεσμα αυτό καταδεικνύει την πιο ασταθή φύση του συστήματος CdSe//FFC.
4. Μετρήσεις χρονοαμπερομετρίας φωτορεύματος επιβεβαίωσαν τη θεωρητική εκτίμηση ότι η προσθήκη επιταξιακού, παραθυρικού ηλεκτροαποθέματος ZnSe επί των ηλεκτροδίων CdSe έχει σταθεροποιητική δράση. Από τα συστήματα CdSe//SPS, CdSe//FFC, CdSe/ZnSe//SPS, CdSe/ZnSe//FFC, που εξετάσθηκαν, το σύστημα πολυθειοανιόντων CdSe/ZnSe//SPS επέδειξε τη μεγαλύτερη σταθερότητα, χωρίς να καταστεί δυνατόν, ωστόσο, να αποφευχθεί πλήρως το φαινόμενο της φωτοδιάβρωσης. Επιπρόσθετα, στοιχειακές αναλύσεις EDAX στο διπλόστρωτο αυτό σύστημα, μετά από την φωτοδιάβρωσή του στο διάλυμα SPS, κατέδειξαν την παρουσία θείου στην επιφάνειά του, λόγω του σχηματισμού CdS.
5. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η πολύπλοκη χημική αλλοίωση των ηλεκτροδίων CdSe(ZnSe) σε επαφή με τον ηλεκτρολύτη σιδηρο-σιδηρικυανιούχων ιόντων, FFC, κατά τη διάρκεια των πειραμάτων χρονοαμπερομετρίας φωτορεύματος. Διαπιστώθηκε ότι το φαινόμενο της φωτοδιάβρωσης εξελίσσεται σε τρεις φάσεις, την παθητικοποίηση της επιφάνειας, την ηλεκτροδιάλυση του παθητικού στρώματος με παράλληλο σχηματισμό παραπροϊόντων φωτοδιάβρωσης και την πλήρη καταστροφή του στρώματος του ημιαγωγού. Η μελέτη των συνθηκών διεξαγωγής του πειράματος κατέδειξε, ότι η φωτοδιάβρωση είναι ηπιότερη όταν τα διαλύματα FFC είναι πιο αλκαλικά, όταν διαβιβάζεται ρεύμα αδρανούς αερίου (Ar), καθώς και όταν η μεταφορά μάζας στο ημιστοιχείο ρυθμίζεται κατάλληλα με χρήση περιστρεφόμενου ηλεκτροδίου εργασίας. [1].
6. Κατάλληλη εφαρμογή της μεθόδου της φασματοσκοπίας φωτορεύματος, με τις απαραίτητες διορθώσεις για τη διακύμανση της έντασης της φωτεινής πηγής με το μήκος κύματος και τη χρονική τροποποίηση της επιφάνειας των ημιαγώγιμων ηλεκτροδίων, επέτρεψε τη μέτρηση του ενεργειακού διακένου τριμερών χαλκογενιδίων ZnxCd1–xSe συναρτήσει της σύστασης x. Διαπιστώθηκε ότι η σχέση είναι μη γραμμική, σε συμφωνία με βιβλιογραφικά ημιεμπειρικά μοντέλα [2].
7. Η ποτενσιοστατική ανοδίωση ηλεκτροδίων Ti σε διάλυμα θειικού οξέος οδήγησε στη παρασκευή συμπαγών στρωμάτων οξειδίου του τιτανίου (παθητικοποίηση της επιφάνειας). Με ηλεκτραπόθεση CdSe επί αυτών προέκυψαν δείγματα Ti/TiOx/CdSe. Με εφαρμογή μικρών χρόνων ανοδίωσης, τα στρώματα μη στοιχειομετρικών οξειδίων TiOx ήταν επαρκώς λεπτά, ώστε να μην παρεμβάλλουν, περιοριστική για την παραγωγή φωτορεύματος, σειριακή αντίσταση. Το ελεγχόμενο από το δυναμικό ανοδίωσης, πάχος του λεπτού οξειδίου TiOx, αποδείχθηκε, επίσης, ρυθμιστική παράμετρος για το μέγεθος των κρυσταλλιτών του CdSe. Όταν χρησιμοποιήθηκαν ως φωτοηλεκτρόδια εντός PEC, τα δοκίμια Ti/TiOx/CdSe επέδειξαν φωτοαπορροφητική ικανότητα αντίστοιχη των ηλεκτροδίων Ti/CdSe και όριο οπτικής απορρόφησης μετατοπισμένο κατά 0.1 eV προς τις χαμηλότερες ενέργειες [3].
8. Η ποτενσιοστατική ανοδίωση ηλεκτροδίων Ti σε διάλυμα φωσφορικού – υδροφθορικού οξέος, οδήγησε στη παρασκευή στρωμάτων οξειδίου του τιτανίου με οργανωμένη πορώδη δομή (Por-TiO2), με διάμετρο πόρων 100 nm, μικρής διασποράς. Η ηλεκτροχημική απόθεση CdSe επί αυτών, υπό σταθερό δυναμικό απόθεσης, οδήγησε στην παρασκευή λεπτού, επιταξιακού στρώματος προσανατολισμένης εξαγωνικής δομής, για μικρά φορτία απόθεσης, και στρώματα προσανατολισμένης κυβικής δομής, για μεγαλύτερα φορτία απόθεσης. Παρόμοια αποτελέσματα, όσον αφορά τη δομή του επιστρώματος, ελήφθησαν με τη χρήση παλμικού δυναμικού απόθεσης. Ανεξάρτητα από την τεχνική απόθεσης, ο φωτοηλεκτροχημικός χαρακτηρισμός των δειγμάτων Por-TiO2/CdSe, εντός PEC, σε επαφή με ηλεκτρολύτη SPS, έδειξε ότι το δυναμικό ανοιχτού κυκλώματος VOC είναι μεγαλύτερο κατά 100 mV σε σχέση με τα ηλεκτροαποθέματα CdSe επί μεταλλικού Ti. Επιπλέον, η χρήση παλμικού δυναμικού ηλεκτραπόθεσης για το επίστρωμα CdSe είχε σαν αποτέλεσμα τη λήψη υψηλότερων ρευμάτων βραχυκύκλωσης, πιθανώς λόγω της καλύτερης πλήρωσης των πόρων [3].
9. Ο χαρακτηρισμός των ηλεκροαποθεμάτων CdSe με τη μέθοδο φθίνοντος φωτοδυναμικού (OCVD) και ο υπολογισμός του χρόνου ζωής τ των φωτοεπαγόμενων φορέων, έδειξαν ότι ο τελευταίος είναι μεγαλύτερος για πορώδη υποστρώματα Por-TiO2, από ότι σε υποστρώματα μεταλλικού Ti. Η αύξηση του χρόνου ζωής των φωτοεπαγόμενων φορέων στα δείγματα πορώδους δομής, ερμηνεύθηκε ως συνεπακόλουθο της αύξησης της διεπιφάνειας μεταξύ TiO2 και CdSe και του συνεπαγόμενου αποτελεσματικότερου διαχωρισμού ηλεκτρονίων και οπών. Η διαφοροποίηση των χρόνων ζωής ήταν εντονότερη στην περίπτωση των στρωμάτων Por-TiO2/CdSe που παρασκευάστηκαν με παλμική απόθεση CdSe. Το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα εμφανές για χαμηλές εντάσεις φωτισμού (χαμηλά δυναμικά VOC), πιθανώς λόγω της καθοριστικής επίδρασης της υψηλής συγκέντρωσης επιφανειακών σταθμών πλησίον του ορίου της ζώνης αγωγιμότητας στα δείγματα Ti/CdSe.
10. Η μελέτη των φωτοηλεκτροδίων Por-TiO2/CdSe//SPS με τη μέθοδο της φασματοσκοπίας ηλεκτροχημικής εμπέδησης (EIS), μέσω των διαγραμμάτων 1/C2 ως προς V, ανέδειξε τη σημαντική απόκλιση των τελευταίων από την ιδανική γραμμική μορφή, που προβλέπει το θεωρητικό πρότυπο Mott-Schottky. Η τυπική μορφή της καμπύλης 1/C2 ως προς V, και οι μετασχηματισμοί της με αλλαγή των συνθηκών του πειράματος (θερμική ανόπτηση ηλεκτροδίων, διαφορετικοί ηλεκτρολύτες, επιβολή φωτισμού) και των παραμέτρων καταγραφής, ερμηνεύθηκε με βάση τις μικροδομικές και ηλεκτρονικές ιδιότητες των στρωμάτων CdSe. Ο σχηματισμός χαρακτηριστικού μεγίστου σε γραφήματα που ελήφθησαν σε έντονα διαβρωτικές συνθήκες, φάνηκε να συνδέεται με τη δημιουργία επιφανειακού διηλεκτρικού στρώματος στοιχειακού σεληνίου. Με την εφαρμογή υπολογιστικής μεθόδου, που λαμβάνει υπόψη το φαινόμενο της διηλεκτρικής χαλάρωσης κατέστη δυνατή η εκτίμηση της συγκέντρωσης δότη στα ηλεκτρολυτικά φιλμ CdSe.