Περίληψη
Το τέμπλο, το οποίο αποτελεί την εξέλιξη του παλαιοχριστιανικού φράγματος του πρεσβυτερίου και πρόδρομη μορφή του σημερινού εικονοστασίου, αποτελεί, σήμερα, αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ενός ορθόδοξου ναού. Η παρούσα εργασία διερευνά τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε και διαμορφώθηκε το φράγμα του πρεσβυτερίου και ειδικότερα το ύψος του. Στο Α΄ κεφάλαιο, μελετήθηκε η προς Εβραίους επιστολή, στην οποία ειδικότερα συναντάμε δύο ιδέες, που είναι μοναδικές στην Καινή Διαθήκη. Η πρώτη είναι η ιεροσύνη του Χριστού «κατὰ τήν τάξιν Μελχισεδέκ» και η δεύτερη είναι η χρήση του τυπικού της εορτής του Εξιλασμού προκειμένου ο συγγραφέας να ερμηνεύσει το θάνατο του Χριστού. Έχοντας υπόψη τα εσχατολογικά στοιχεία, το τελετουργικό και τη σημασία της εορτής του Εξιλασμού, ερμηνεύτηκαν ορισμένα χωρία της προς Εβραίους επιστολής, προκειμένου να καταδειχθεί ότι η θυσία του Χριστού άνοιξε τον δρόμο για τα πραγματικά Άγια των Αγίων σε όλον τον πιστό λαό χωρίς διακρίσεις. Εν κατακλείδι, στη ...
Το τέμπλο, το οποίο αποτελεί την εξέλιξη του παλαιοχριστιανικού φράγματος του πρεσβυτερίου και πρόδρομη μορφή του σημερινού εικονοστασίου, αποτελεί, σήμερα, αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ενός ορθόδοξου ναού. Η παρούσα εργασία διερευνά τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε και διαμορφώθηκε το φράγμα του πρεσβυτερίου και ειδικότερα το ύψος του. Στο Α΄ κεφάλαιο, μελετήθηκε η προς Εβραίους επιστολή, στην οποία ειδικότερα συναντάμε δύο ιδέες, που είναι μοναδικές στην Καινή Διαθήκη. Η πρώτη είναι η ιεροσύνη του Χριστού «κατὰ τήν τάξιν Μελχισεδέκ» και η δεύτερη είναι η χρήση του τυπικού της εορτής του Εξιλασμού προκειμένου ο συγγραφέας να ερμηνεύσει το θάνατο του Χριστού. Έχοντας υπόψη τα εσχατολογικά στοιχεία, το τελετουργικό και τη σημασία της εορτής του Εξιλασμού, ερμηνεύτηκαν ορισμένα χωρία της προς Εβραίους επιστολής, προκειμένου να καταδειχθεί ότι η θυσία του Χριστού άνοιξε τον δρόμο για τα πραγματικά Άγια των Αγίων σε όλον τον πιστό λαό χωρίς διακρίσεις. Εν κατακλείδι, στην Παλαιά Διαθήκη το βασικό ζήτημα στην εορτή του Εξιλασμού είναι η είσοδος του αρχιερέα στα Άγια των Αγίων και ο ραντισμός του ιλαστηρίου. Στην προς Εβραίους επιστολή, ο ραντισμός απουσιάζει πλήρως, το βάρος πέφτει στην είσοδο του Αρχιερέα Χριστού στ’ Άγια των Αγίων και το νέο, ρηξικέλευθο στοιχείο, που προστίθεται εδώ, είναι η παρουσία των πιστών μέσα στα Άγια των Αγίων, οι οποίοι έχουν πλέον «παρρησίαν εἰς τὴν εἴσοδον τῶν Ἁγίων», καθώς τους εισήγαγε ο Ιησούς, ο οποίος «ἐν τῷ αἵματί» Του «ἐνεκαίνισεν ἡμῖν ὁδὸν πρόσφατον καὶ ζῶσαν». Στην εποχή της Καινής Διαθήκης αποτειχίζονται τα Άγια των Αγίων του Ναού, οι πιστοί, με πρόδρομο τον Ιησού Χριστό, εισδράμουν εις το εσώτερον του καταπετάσματος, το επικαταλαμβάνουν και βιώνουν «τήν τῶν ἀθεάτων θείαν ἐποψίαν τε καί ἐπίγνωσιν». Η επίβαση των αδύτων, η έκφανση των κεκρυμμένων, η βατότητα των αβάτων καταμηνύει σαφώς πως, σε σχέση με την Παλαιά Διαθήκη, η λατρεία δύναται πλέον να τελειώσει κατά συνείδησιν τον λατρεύοντα (Ἑβρ. 9, 9), ενώ, αντίθετα, το άβατο, το άδυτο, το κεκρυμμένο και το αθέατο δήλωνε το ατελέσφορο της παλαιοδιαθηκικής λατρείας. Τούτο δε το ατελέσφορο ίσχυε, καθώς δεν είχε εγκαινιασθεί ακόμα η οδός προς τα Άγια των Αγίων και προς το εσώτερον του καταπετάσματος, «ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς» δια της Σταυρικής του θυσίας. Η οδός, επομένως, των χριστιανών προς τη δόξα και την ουράνια πατρίδα είναι, ακριβώς, η οδός του Χριστού και η οδός αυτή είναι η αγάπη. Στο Β΄ κεφάλαιο, διερευνήσαμε το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, μέσα στ’ οποίο διαμορφώθηκε το φράγμα του πρεσβυτερίου. Τα πρότυπα του φράγματος θα μπορούσαν ν’ αναζητηθούν σε προηγούμενες κατασκευές θρησκευτικού (αρχαίοι ναοί) ή κοσμικού χαρακτήρα (αίθουσες θρόνου), στις οποίες κάποιο διαχωριστικό κιγκλίδωμα απομόνωνε ένα χώρο ιδιαίτερης θρησκευτικής ή πολιτικής σημασίας. Στις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες υπήρχαν, αρχικά, τα χαμηλά φράγματα του πρεσβυτερίου, τα οποία είχαν τη μορφή χαμηλού κιγκλιδώματος, όπως υποδηλώνει η χριστιανική γραμματεία των παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών χρόνων· πιο συνηθισμένες είναι οι ονομασίες «κιγκλίδες ή «ἱεραί κιγκλίδες» και «κάγκελλοι» ή «κάγκελλα», και είναι ενδεικτική της μεταλλικής προέλευσης του φράγματος. Στα χριστιανικά κείμενα οι ονομασίες, που συναντώνται, περιέχουν, βέβαια, την έννοια του αποκλεισμού, όμως δηλώνουν, κυρίως, το υλικό ή το ύψος της κατασκευής αυτής. Το φράγμα του πρεσβυτερίου, αντί να κρύβει την ιεροτελεστία, απλώς συγκρατούσε το πλήθος των εκκλησιαζομένων. Με άλλα λόγια δεν κρύβει, αλλά διακοσμεί την πρόσοψη του Ιερού Βήματος και προφυλάσσει τους ιερείς. Η παλαιότερη φιλολογική μαρτυρία του όρου «τέμπλον», σχετιζόμενη με το φράγμα του πρεσβυτερίου, προέρχεται από το κείμενο των θαυμάτων του Αγίου Αρτεμίου στην Κωνσταντινούπολη, του α΄ μισού του 7ου αιώνα. Από τον 11ο αιώνα κι εξής ο όρος «τέμπλον» χρησιμοποιείται συχνότερα, πλην όμως οι αναφορές, τις οποίες γνωρίζουμε από «Τυπικά» μοναστηριών, δείχνουν ότι ο όρος δεν αφορούσε όλο τα φράγμα του πρεσβυτερίου, αλλά μόνο τη μεγάλη επιμήκη εικόνα με τη Δέηση και το Δωδεκάορτο, που ήταν τοποθετημένα πάνω στο επιστύλιο του φράγματος. Όσο για το ίδιο το φράγμα χρησιμοποιείται ένας από τους όρους «περιφραγή», «διάστυλα», «κιγκλίδες», «κάγκελα». Στον ελληνικό χώρο, η ορολογία «τέμπλον», με την έννοια της εικόνας της Δεήσεως και του Δωδεκάορτου, συνέχισε να χρησιμοποιείται τουλάχιστον μέχρι το 16ο αιώνα. Για το φράγμα του πρεσβυτερίου οι όροι «κιγκλίδες» και «κάγκελα» διατηρήθηκαν μέχρι και το 17ο αιώνα. Μετά την Ζ΄ Οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας, το 787, και την οριστική αναστήλωση των εικόνων, το 843, οι τελευταίες γνωρίζουν μεγάλη δημοτικότητα. Έτσι, σταδιακά, από τον 9ο αιώνα, αρχίζει να διαμορφώνεται ένα υποτυπώδες εικονογραφικό πρόγραμμα με την εμφάνιση ανάγλυφων ή ζωγραφικών παραστάσεων της Δεήσεως στο επιστύλιο ή σε πλάκες πάνω από αυτό. Από τον 9ο έως το 13ο αιώνα συντελείται η εξέλιξη του τέμπλου σε εικονοστάσιο. Αυτή την περίοδο υπάρχουν δύο τάσεις. Στην πρώτη, το τέμπλο παραμένει μία καθαρά διακοσμητική κατασκευή, στολισμένο με τα συνήθη παλαιοχριστιανικά θέματα (γεωμετρικά, φυτικά, ζωόμορφα κ.ά.). Στη δεύτερη τάση, υπάρχει την ίδια περίοδο μία επίμονη συνήθεια να διακοσμούν το τέμπλο με παραστάσεις Αγίων. Αυτές οι παραστάσεις, όμως, είναι ενσωματωμένες στο τέμπλο και φτιάχνονται από το ίδιο υλικό με αυτό και δεν είναι φορητές εικόνες από διαφορετικό υλικό. Ο όρος «εἰκονοστάσιον» είναι μεταγενέστερος από το «τέμπλον». Φαίνεται ότι, από το 12ο αιώνα, αρχίζουν να καταργούνται τα βήλα μεταξύ των κιόνων του φράγματος και στη θέση τους αρχίζουν να μπαίνουν οι δεσποτικές εικόνες. Τότε έχουμε την πρώτη αναφορά της λέξης «εἰκονοστάσιον» στο Τυπικό της μονής της Παναγίας Κεχαριτωμένης στην Κωνσταντινούπολη (1107 – 1118), αλλά εδώ δε σημαίνει το τέμπλο, αλλά το χώρο προσευχής της αυτοκράτειρας, που βρισκόταν στον περίβολο της μονής. Πιθανόν, εικόνες ανάμεσα στα μετακιόνια διαστήματα να τοποθετήθηκαν, αρχικά, στα ξύλινα τέμπλα, καθότι στα μαρμάρινα η τοποθέτηση μεγάλου αριθμού εικόνων θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρή. Η μεταγενέστερη εμφάνιση των ψηλών ξύλινων τέμπλων με πολλές εικόνες θα οδηγήσει στη χρήση του όρου «εἰκονοστάσιον» ή «εἰκονόστασις» για όλο το φράγμα του πρεσβυτερίου. Το εικονοστάσιο, λοιπόν, δηλώνει μια εξελιγμένη μορφή του φράγματος του πρεσβυτερίου, που προέκυψε, όταν στα μετακιόνια διαστήματα τοποθετήθηκαν εικόνες. Έκτοτε οι ονομασίες «τέμπλον» και «εἰκονοστάσιον» χρησιμοποιούνται παράλληλα. Από το 14ο αιώνα, περιορίζεται σταδιακά η χρήση του μαρμάρου κι επικρατεί όλο και περισσότερο το φτηνότερο ξύλο. Η αντικατάσταση αυτή των μαρμάρινων τέμπλων από τα ξύλινα γενικεύεται στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Από το 17ο αιώνα, στα επιστύλια των τέμπλων, εκτός από τη ζώνη των εικόνων προστίθενται και άλλες ξυλόγλυπτες ζώνες και τοιουτοτρόπως αρχίζει ο μετασχηματισμός του λιτού επιστυλίου σε υψηλό θριγκό. Υπάρχουν ενδείξεις ότι στα μετακιόνια διαστήματα του φράγματος του πρεσβυτερίου υπήρχαν «βῆλα», γνωστά στη χριστιανική γραμματεία και ως «καταπετάσματα» ή «παραπετάσματα» και «ἀμφίθυρα», που, σε ορισμένες στιγμές της θείας λατρείας, καθιστούσαν το Ιερό Βήμα αθέατο στους πιστούς. Ήδη, από τα πρώιμα χριστιανικά χρόνια, την Αγία Τράπεζα επέστεφε ένας «ουρανός», το λεγόμενο «κιβώριο». Στο κιβώριο της Αγίας Τράπεζας ανηρτώντο βήλα, για να περιβάλλουν και αποκρύπτουν σε ορισμένες στιγμές το χριστιανικό βωμό. Όμως στις γραπτές πηγές δεν είναι πάντοτε σαφές, εάν τα αναφερόμενα βήλα αφορούσαν το φράγμα του πρεσβυτερίου ή του κιβωρίου. Οι αρχαιολογικές έρευνες και οι γραπτές πηγές δεν πιστοποιούν την ύπαρξη βήλων στα ψηλά φράγματα των εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης. Σαφείς αρχαιολογικές ενδείξεις δεν προέκυψαν ούτε για τις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες του ελλαδικού χώρου. Επίσης, η πλειοψηφία των έργων τέχνης, που απεικονίζουν πρώιμα βυζαντινά Ιερά, δείχνουν ένα χαμηλό με θωράκια φράγμα πρεσβυτερίου κι ένα κιβώριο χωρίς παραπετάσματα. Στη Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου υπάρχει η λεγόμενη «Εὐχή τοῦ καταπετάσματος», από το περιεχόμενο της οποίας είναι φανερό ότι με τον όρο «καταπέτασμα» γίνεται λόγος για τα βήλα του Ιερού Βήματος και όχι του κιβωρίου. Η θέση της ευχής είναι μετά τη Μεγάλη Είσοδο, συνεπώς ήταν ευχή προπαρασκευαστική του ιερέα για την τέλεση του Μυστηρίου και η ανάγνωσή της γινόταν όσο τα βήλα ήταν ακόμα απλωμένα. Μετά την «Εὐχή τοῦ καταπετάσματος» ακολουθούσε η Αγία Αναφορά. Τέλος, ο εκμοναχισμός της ορθόδοξης ιεραρχίας, ως συνέπεια της νίκης επί των εικονομάχων, το 843, σε συνδυασμό με τον άκρατο αντιλατινισμό, μια διαδικασία, η οποία άρχισε με το Σχίσμα του 1054 κι εντάθηκε μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους σταυροφόρους κατά την Δ΄ Σταυροφορία, το 1204 και η μοναστική επιρροή στο τελετουργικό της πρωτεύουσας, είχαν ως αποτέλεσμα το πλήρες αναπτυγμένο εικονοστάσιο ν’ αποτελέσει, τελικά, το γενικό χαρακτηριστικό όλης της βυζαντινής ορθοδοξίας. Στο Γ΄ κεφάλαιο, ο διαχωρισμός μεταξύ ιερού και βέβηλου υπόκειται σε πολλαπλές ερμηνείες. Κατά τη βυζαντινή εποχή, οι Πατέρες και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς επηρεασμένοι από φιλοσοφικά και θεολογικά συγγράμματα, συχνά, έτειναν να βλέπουν αυτή τη διαίρεση με όρους μεταφορικούς. Το καταπέτασμα της Ωραίας Πύλης θύμιζε και το καταπέτασμα της Σκηνής του Μαρτυρίου και του Ναού του Σολόμωντα, που χώριζε τα Άγια από τα άβατα Άγια των Αγίων, τα οποία ήταν η κατοικία του Θεού και η «κατάπαυσις» της κιβωτού Του. Ένας άλλος παράγοντας είναι και η εμφάνιση των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων (τέλη 5ου αρχές 6ου αιώνα). Η επίδρασή τους υπήρξε καθοριστική σε μεταγενέστερους βυζαντινούς θεολόγους, όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Νικήτας Στηθάτος και ο Συμεών Θεσσαλονίκης. Έχουμε, επομένως, την κατασκευή ενός θεολογικού συστήματος τάξεων, των οποίων τα υψηλότερα κλιμάκια απολαμβάνουν τη θέα του «Ἑνός» εντός του Ιερού Βήματος, ενώ τα κατώτερα μέλη μπορούν μόνο να κοιτάζουν συρόμενα παραπετάσματα μπροστά σε κλειστές θύρες. Χαρακτηριστική αυτής της «Αρεοπαγιτικής» θεολογίας είναι η «Εὐχή τοῦ καταπετάσματος», της λειτουργίας του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Η κάλυψη των μετακιονίων διαστημάτων με μεγάλες εικόνες (γεγονός που συνέβαλε στον πλήρη διαχωρισμό του Ιερού Βήματος από τον κυρίως ναό) οφείλεται, κυρίως, στον αντιλατινισμό, που επικράτησε κατά την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο. Από τα στοιχεία, που εκθέσαμε παραπάνω, εξάγουμε το συμπέρασμα ότι ο Διονύσιος πέτυχε με τα έργα του τη δημιουργία ενός κλίματος, το οποίο επέτρεψε την ανάδειξη μιας τυχαίας αρχιτεκτονικής μετάλλαξης (του τοξωτού προστώου και της συνακόλουθης έλξης, που άσκησε στο φράγμα του πρεσβυτερίου) σε θεολογικό σύμβολο. Τέλος, στο επίμετρο ασχοληθήκαμε με το θέμα του αντιμινσίου, το οποίο αποτελεί μία τέλεια Αγία Τράπεζα. Το αντιμίνσιο, ξύλινο ή υφασμάτινο – καθαγιασμένο και αυτό με Άγιο Μύρο κι έχοντας στην κάτω επιφάνειά του προσαρμοσμένες μικρές θήκες με Άγια Λείψανα – μπορεί να τοποθετηθεί επάνω σε οποιοδήποτε τραπέζι και η Λειτουργία να γίνει κανονικά. Το αντιμίνσιο επινοήθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, για ν’ αντικαθιστά την καθαγιασμένη Αγία Τράπεζα σε υπαίθριους ή άλλους χώρους και σε μη εγκαινιασμένους ιερούς ναούς. Είναι ίσο, όμοιο, αντάξιο και ισοδύναμο προς την Αγία Τράπεζα και μετέχει πλήρως του καθαγιασμού, με τον οποίο αυτή καθιερώνεται. Αφού, λοιπόν, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, η οποία είναι ορατή σε όλους, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρύβεται η Αγία Τράπεζα με το καταπέτασμα μέσα στους ιερούς ναούς.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The templon, which developed from the Early Christian chancel barrier of the sanctuary (presbyterium) and constitutes a precursor of today’s iconostasis, is an integral part of the interior architecture of the Orthodox church. This study, by examining the conditions under which the iconostasis took shape, will attempt to answer the following questions: What were the height and the function of the barrier in the Early Christian church? Did this barrier serve a utilitarian and practical role or was it also laden with theological symbolism? From what period did the barrier begin to rise, and under what architectural and theological circumstances? Was there any biblical or theological justification that ensured the barrier’s low height, the visibility of the Holy Table and the synthronon and the accessibility of the sanctuary to the faithful? The appearance in the sixth century of the so-called “Areopagitic” writings contributed to the formation of a climate that favored the concealment of ...
The templon, which developed from the Early Christian chancel barrier of the sanctuary (presbyterium) and constitutes a precursor of today’s iconostasis, is an integral part of the interior architecture of the Orthodox church. This study, by examining the conditions under which the iconostasis took shape, will attempt to answer the following questions: What were the height and the function of the barrier in the Early Christian church? Did this barrier serve a utilitarian and practical role or was it also laden with theological symbolism? From what period did the barrier begin to rise, and under what architectural and theological circumstances? Was there any biblical or theological justification that ensured the barrier’s low height, the visibility of the Holy Table and the synthronon and the accessibility of the sanctuary to the faithful? The appearance in the sixth century of the so-called “Areopagitic” writings contributed to the formation of a climate that favored the concealment of the officiating clergy within the sanctuary, protecting them from the impure gaze of unworthy laypeople.In the first chapter, the Epistle to the Hebrews was examined, according to which Jesus the High Priest, through his sacrificial self-offering on the Cross, inaugurates the believers’ entry into the Holy of Holies (Heb. 10:19–20), where “a forerunner on our behalf has entered” (Heb. 6:19–20). In this way, the forbidden and unseen character of Solomon’s Temple is abolished, along with the entire Old Testament cult, which is unable to perfect the worshipper in conscience (Heb. 9:9). Thus, the accessibility and visibility of the Christian sanctuary for the faithful were established theologically and subsequently also architecturally. The second chapter deals with the purely architectural development of the barrier, which appears to evolve into an iconostasis from the ninth through the thirteenth century. In the third chapter, the emergence of the pseudonymous “Areopagitic” writings in the early sixth century is examined, as well as the decisive influence they exerted in the process by which the low sanctuary barrier developed into a templon and ultimately into an iconostasis, with its intercolumniations covered by large icons.
περισσότερα