Περίληψη
Σκοπός: Η παρούσα μελέτη διερεύνησε τις οξείες επιδράσεις τεσσάρων διαφοροποιημένων προσεγγίσεων προθέρμανσης (παραδοσιακής, σύγχρονης και δύο πρωτοκόλλων με ενεργοποίηση μέσω του μηχανισμού Post-Activation Performance Enhancement – PAPE) σε θεμελιώδεις φυσιολογικές και κινητικές παραμέτρους απόδοσης ποδοσφαιριστών κατά την προ-αγωνιστική φάση. Συγκεκριμένα, αξιολογήθηκαν η αερόβια ικανότητα, η εκρηκτική ισχύς, η ταχυδύναμη και η ταχύτητα. Επιπροσθέτως, εξετάστηκε εάν τα εν λόγω πρωτόκολλα προκάλεσαν άμεσες τροποποιήσεις σε μεταβλητές εξωτερικού μηχανικού φορτίου, όπως η καλυπτόμενη απόσταση, οι προσπάθειες υψηλής έντασης και οι επαναλαμβανόμενες επιταχύνσεις, στο πλαίσιο της αγωνιστικά προσομοιωμένης προπονητικής διαδικασίας. Ο βασικός στόχος της μελέτης ήταν η ταυτοποίηση της πλέον αποτελεσματικής στρατηγικής προθέρμανσης, ικανής να μεγιστοποιήσει την οξεία φυσική απόδοση σε αγωνιστικές και προπονητικές συνθήκες. Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 20 ποδοσφαιριστές κάτω των 17 ετών. Εφα ...
Σκοπός: Η παρούσα μελέτη διερεύνησε τις οξείες επιδράσεις τεσσάρων διαφοροποιημένων προσεγγίσεων προθέρμανσης (παραδοσιακής, σύγχρονης και δύο πρωτοκόλλων με ενεργοποίηση μέσω του μηχανισμού Post-Activation Performance Enhancement – PAPE) σε θεμελιώδεις φυσιολογικές και κινητικές παραμέτρους απόδοσης ποδοσφαιριστών κατά την προ-αγωνιστική φάση. Συγκεκριμένα, αξιολογήθηκαν η αερόβια ικανότητα, η εκρηκτική ισχύς, η ταχυδύναμη και η ταχύτητα. Επιπροσθέτως, εξετάστηκε εάν τα εν λόγω πρωτόκολλα προκάλεσαν άμεσες τροποποιήσεις σε μεταβλητές εξωτερικού μηχανικού φορτίου, όπως η καλυπτόμενη απόσταση, οι προσπάθειες υψηλής έντασης και οι επαναλαμβανόμενες επιταχύνσεις, στο πλαίσιο της αγωνιστικά προσομοιωμένης προπονητικής διαδικασίας. Ο βασικός στόχος της μελέτης ήταν η ταυτοποίηση της πλέον αποτελεσματικής στρατηγικής προθέρμανσης, ικανής να μεγιστοποιήσει την οξεία φυσική απόδοση σε αγωνιστικές και προπονητικές συνθήκες. Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 20 ποδοσφαιριστές κάτω των 17 ετών. Εφαρμόστηκαν τέσσερα διαφορετικά πρωτόκολλα προθέρμανσης: P1 – σύγχρονη προθέρμανση, P2 – παραδοσιακή προθέρμανση, P3 – σύγχρονη προθέρμανση με αντίσταση με ζώνες και P4 – παραδοσιακή προθέρμανση με αντίσταση με ζώνες. Η απόδοση των ποδοσφαιριστών αξιολογήθηκε μέσω του τεστ Yo-Yo IR2 για αντοχή, των τεστ σπριντ 10 και 30 μέτρων, του τεστ πέντε διαδοχικών αλμάτων (5 Jump Test – 5JT) με καταγραφή της μέγιστης επίδοσης και του μέσου όρου των πέντε προσπαθειών. Επιπλέον, μετρήθηκαν φυσιολογικές παράμετροι όπως το φορτίο προπόνησης και τα επίπεδα κόπωσης, τα οποία αξιολογήθηκαν μέσω δεικτών ευεξίας, όπως η υποκειμενική αντίληψη κόπωσης, η ποιότητα ύπνου, ο μυϊκός πόνος και η γενική διάθεση. Το φορτίο προπόνησης καταγράφηκε επίσης με τη χρήση του συστήματος Polar Team Pro 2, το οποίο υπολόγισε την επιβάρυνση των παικτών βάσει της καρδιακής συχνότητας. Τα δεδομένα απόδοσης συλλέχθηκαν με τη χρήση του συστήματος Statsports GPS, ενώ οι φυσιολογικές αποκρίσεις και το φορτίο προπόνησης καταγράφηκαν μέσω του Polar Team Pro 2. Η θερμοκρασία του σώματος μετρήθηκε πριν και μετά την προθέρμανση για να αξιολογηθούν οι επιδράσεις των πρωτοκόλλων στις φυσιολογικές παραμέτρους. Αποτελέσματα: Η σύγκριση των τεσσάρων διαφορετικών πρωτοκόλλων προθέρμανσης δεν ανέδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές στην απόδοση αντοχής, όπως αξιολογήθηκε μέσω του τεστ Yo-Yo IR2 (p = .957). Στο τεστ ταχύτητας 10 μέτρων, το πρωτόκολλο P1 κατέγραψε την καλύτερη επίδοση (1.59s), με στατιστικά σημαντική υπεροχή έναντι των P3 και P4 (p < .001). Στο τεστ των 30 μέτρων, η καλύτερη τιμή καταγράφηκε στο P2 (4.03s), χωρίς σημαντική διαφορά από το P1 (p = 1), ενώ και τα δύο αυτά πρωτόκολλα υπερείχαν σημαντικά σε σχέση με τα P3 και P4 (p < .001). Στο 5 Jump Test, το πρωτόκολλο P2 παρουσίασε τη μέγιστη απόδοση στο καλύτερο άλμα, ακολουθούμενο από το P4. Η διαφορά με το P1 ήταν στατιστικά σημαντική (p < .05), ενώ δεν καταγράφηκαν διαφορές μεταξύ των P2–P3, P2–P4 και P3–P4. Όσον αφορά τον μέσο όρο άλματος στο ίδιο τεστ, το P1 εμφάνισε τις χαμηλότερες τιμές, οι οποίες ήταν σημαντικά κατώτερες συγκριτικά με τα P2, P3 και P4 (p < .05). Αντίθετα, δεν εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ P2, P3 και P4, γεγονός που υποδηλώνει παρόμοια επίδραση στην ικανότητα επαναλαμβανόμενης άλσης. Αναφορικά με τους δείκτες εξωτερικού φορτίου, το P2 ανέδειξε τη μεγαλύτερη συνολική απόσταση και μέγιστη ταχύτητα. Αντιθέτως, το P1 παρουσίασε τις χαμηλότερες τιμές σε HSR και μέγιστη ταχύτητα. Δεν καταγράφηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στα επίπεδα Training Load και στη θερμοκρασία σώματος μεταξύ των πρωτοκόλλων. Συμπεράσματα: Η μελέτη ανέδειξε ότι η παραδοσιακή προθέρμανση (P2) αποτέλεσε την πιο αποτελεσματική στρατηγική ως προς τη βελτίωση της ταχύτητας, της ικανότητας άλματος και της συνολικής φυσικής απόδοσης, καταγράφοντας τις υψηλότερες τιμές στη μέγιστη ταχύτητα και στη συνολική απόσταση. Το σύγχρονο πρωτόκολλο χωρίς αντιστάσεις (P1) φάνηκε να ευνοεί την απόδοση στα σπριντ μικρών αποστάσεων, χωρίς ωστόσο να ενισχύσει επαρκώς τη νευρομυϊκή ενεργοποίηση. Τα πρωτόκολλα με ζώνες αντίστασης (P3, P4), παρότι βασίστηκαν στον μηχανισμό PAPE, δεν προσέφεραν σημαντικά εργοφυσιολογικά οφέλη και συσχετίστηκαν με αυξημένα επίπεδα κόπωσης και μειωμένες επιδόσεις σε ταχυδύναμη και επιτάχυνση, κυρίως στην περίπτωση του P3. Η αποτελεσματικότητα των πρωτοκόλλων φάνηκε να εξαρτάται περισσότερο από τη δοσολογία, την ένταση και τον χρονισμό εφαρμογής, παρά από τον ίδιο τον τύπο εξοπλισμού. Συνολικά, η προθέρμανση αποδείχθηκε στρατηγικό εργαλείο για τη βελτιστοποίηση της απόδοσης, το οποίο απαιτούσε εξατομικευμένο σχεδιασμό και προσεκτική ρύθμιση των παραμέτρων έντασης και διάρκειας, προκειμένου να επιτυγχάνεται το μέγιστο λειτουργικό όφελος χωρίς πρόκληση πρόωρης κόπωσης.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Aim: This study investigated the acute effects of four distinct warm-up approaches (traditional, modern, and two protocols incorporating activation via the Post-Activation Performance Enhancement – PAPE – mechanism) on key physiological and motor performance parameters of football players during the pre-competition phase. Specifically, aerobic capacity, explosive power, reactive strength, and sprint speed were evaluated. Additionally, the study examined whether these protocols induced immediate changes in external mechanical load variables, such as total distance covered, high-intensity efforts, and repeated accelerations, within the context of a match-simulated training session. The primary objective of the research was to identify the most effective warm-up strategy capable of maximizing acute physical performance under both training and competitive conditions. Methodology: The study involved 20 male football players under the age of 17. Four different warm-up protocols were applied: ...
Aim: This study investigated the acute effects of four distinct warm-up approaches (traditional, modern, and two protocols incorporating activation via the Post-Activation Performance Enhancement – PAPE – mechanism) on key physiological and motor performance parameters of football players during the pre-competition phase. Specifically, aerobic capacity, explosive power, reactive strength, and sprint speed were evaluated. Additionally, the study examined whether these protocols induced immediate changes in external mechanical load variables, such as total distance covered, high-intensity efforts, and repeated accelerations, within the context of a match-simulated training session. The primary objective of the research was to identify the most effective warm-up strategy capable of maximizing acute physical performance under both training and competitive conditions. Methodology: The study involved 20 male football players under the age of 17. Four different warm-up protocols were applied: P1 – modern warm-up, P2 – traditional warm-up, P3 – modern warm-up with resistance bands, and P4 – traditional warm-up with resistance bands. Players’ performance was assessed through the Yo-Yo IR2 test for endurance, 10- and 30-meter sprint tests, and the Five-Jump Test (5JT), recording the highest individual score and the average of the five attempts. Additionally, physiological parameters such as training load and perceived fatigue levels were measured and evaluated through wellness indicators including subjective fatigue perception, sleep quality, muscle soreness, and overall mood. Training load was also recorded using the Polar Team Pro 2 system, which estimated player exertion based on heart rate data. Performance data were collected using the Statsports GPS, while physiological responses and training load were monitored via the Polar Team Pro 2. Body temperature was measured before and after warm-up to assess the effects of the protocols on physiological parameters. Results: The comparison of the four different warm-up protocols did not reveal statistically significant differences in endurance performance, as assessed by the Yo-Yo IR2 test (p = .957). In the 10-meter sprint test, protocol P1 recorded the best performance (1.59 seconds), showing statistically significant superiority over protocols P3 and P4 (p < .001). In the 30-meter sprint test, the best value was observed in P2 (4.03s), with no significant difference compared to P1 (p = 1); however, both protocols outperformed P3 and P4 significantly (p < .001). In the 5 Jump Test, P2 demonstrated the highest single-jump distance, followed by P4. The difference compared to P1 was statistically significant (p < .05), while no significant differences were found between P2–P3, P2–P4, and P3–P4. Regarding the average jump distance in the same test, P1 showed the lowest values, which were significantly lower than those of P2, P3, and P4 (p < .05). In contrast, no significant differences were found among P2, P3, and P4, indicating a similar effect on repeated jump capacity. As for external load indicators, P2 recorded the highest total distance and maximum speed. In contrast, P1 showed the lowest values in both high-speed running (HSR) and maximum speed. No statistically significant differences were observed in Training Load levels or body temperature across the protocols. Conclusion: The study demonstrated that the traditional warm-up protocol (P2) was the most effective strategy for enhancing speed, jump performance, and overall physical performance, recording the highest values in maximum speed and total distance. The modern protocol without resistance (P1) appeared to favor short-distance sprint performance, although it did not sufficiently enhance neuromuscular activation. The resistance band protocols (P3 and P4), despite being based on the PAPE mechanism, did not yield significant ergophysiological benefits and were associated with increased fatigue levels and reduced performance in power and acceleration—particularly in the case of P3. The effectiveness of the protocols appeared to depend more on the dosage, intensity, and timing of implementation rather than on the type of equipment used. Overall, warm-up was confirmed as a strategic tool for optimizing performance, requiring individualized planning and careful regulation of intensity and duration parameters to achieve maximum functional benefit without inducing premature fatigue.
περισσότερα