Περίληψη
Το κεντρικό ζήτημα που πραγματεύεται η παρούσα διατριβή αφορά τη θεσμική ασυμβατότητα μεταξύ της συνεταιριστικής επιχείρησης και του κυρίαρχου θεσμικού πλαισίου, το οποίο έχει διαμορφωθεί ιστορικά για να εξυπηρετεί τις ανάγκες, τις αξίες και τους μηχανισμούς της καπιταλιστικής επιχείρησης. Σκοπός είναι να εξεταστεί σε ποιο βαθμό ο συνεταιριστικός τρόπος οικονομικής οργάνωσης συγκλίνει ή αποκλίνει από το θεσμικό πλαίσιο της καπιταλιστικής επιχείρησης, να αποτυπωθούν οι όροι βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας των συνεταιριστικών επιχειρήσεων και να αναδειχθούν οι μηχανισμοί μέσω των οποίων ένα συνεταιριστικό οικοσύστημα αναπαράγεται, κλιμακώνεται και δικτυώνεται εντός και έναντι του καπιταλιστικού συστήματος. Η κεντρική αντιπαραβολή της συνεταιριστικής αρχής «ένα μέλος - μία ψήφος» έναντι της λογικής «μία μονάδα κεφαλαίου - μία ψήφος» διαμορφώνει το αναλυτικό πεδίο και επιτρέπει τη συστηματική σύγκριση θεσμικών κανόνων, δομών διακυβέρνησης και κινήτρων ανάμεσα στις δύο μορφές επιχείρησης. Σ ...
Το κεντρικό ζήτημα που πραγματεύεται η παρούσα διατριβή αφορά τη θεσμική ασυμβατότητα μεταξύ της συνεταιριστικής επιχείρησης και του κυρίαρχου θεσμικού πλαισίου, το οποίο έχει διαμορφωθεί ιστορικά για να εξυπηρετεί τις ανάγκες, τις αξίες και τους μηχανισμούς της καπιταλιστικής επιχείρησης. Σκοπός είναι να εξεταστεί σε ποιο βαθμό ο συνεταιριστικός τρόπος οικονομικής οργάνωσης συγκλίνει ή αποκλίνει από το θεσμικό πλαίσιο της καπιταλιστικής επιχείρησης, να αποτυπωθούν οι όροι βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας των συνεταιριστικών επιχειρήσεων και να αναδειχθούν οι μηχανισμοί μέσω των οποίων ένα συνεταιριστικό οικοσύστημα αναπαράγεται, κλιμακώνεται και δικτυώνεται εντός και έναντι του καπιταλιστικού συστήματος. Η κεντρική αντιπαραβολή της συνεταιριστικής αρχής «ένα μέλος - μία ψήφος» έναντι της λογικής «μία μονάδα κεφαλαίου - μία ψήφος» διαμορφώνει το αναλυτικό πεδίο και επιτρέπει τη συστηματική σύγκριση θεσμικών κανόνων, δομών διακυβέρνησης και κινήτρων ανάμεσα στις δύο μορφές επιχείρησης. Στο πλαίσιο αυτό τίθεται μια συνεκτική δέσμη ερευνητικών ερωτημάτων που αφορούν: τον βαθμό σύγκλισης ή ασυμβατότητας των θεσμών, τις ομοιότητες και διαφορές στη διακυβέρνηση μεταξύ συνεταιριστικής και καπιταλιστικής επιχείρησης, τους μηχανισμούς δικτύωσης και αναπαραγωγής του συνεταιριστικού μοντέλου, καθώς και την ανθεκτικότητα σε περιόδους κρίσης. Οι προσεγγίσεις των θεσμικών οικονομικών αξιοποιούνται για να αναλυθούν οι μηχανισμοί διακυβέρνησης της συνεταιριστικής επιχείρησης και να περιγραφούν/ερμηνευθούν οι πολυεπίπεδες δυναμικές σε επίπεδο ατόμου, οργανισμού και οικοσυστήματος. Παρότι η ιστορική και θεωρητική συζήτηση για τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις είναι εκτενής, οι διαδικασίες δικτύωσης και οι μηχανισμοί αναπαραγωγής του μοντέλου από το ίδιο το συνεταιριστικό κίνημα έχουν μελετηθεί λιγότερο συστηματικά. Η επιλογή του Ομίλου Συνεταιρισμών Mondragón (MCC) ως πεδίου εφαρμογής βασίζεται στη διεθνή αναγνώριση της σημασίας του ως ολοκληρωμένου παραδείγματος συλλογικής διακυβέρνησης, καινοτομίας και κοινωνικής εμπέδωσης σε ένα μεταβαλλόμενο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον. Για τη μελέτη της Mondragón Corporation αξιοποιούνται βιβλιογραφικές και δευτερογενείς πηγές καθώς και ημιδομημένες συνεντεύξεις, με στόχο να αποτυπωθούν κανόνες, ρουτίνες και αλληλεπιδράσεις που διέπουν τη συλλογική δράση. Το αναλυτικό πλαίσιο βασίζεται στο μοντέλο Θεσμικής Ανάλυσης και Ανάπτυξης (Institutional Analysis and Development - IAD) της Elinor Ostrom, υιοθετώντας μια ολιστική προσέγγιση που διακρίνει τρεις διακριτές σφαίρες θεσμικής αλλαγής - οικονομική, γνωστική και πολιτική - και τρία επίπεδα ανάλυσης - άτομο/μέλος, οργανισμός, οικοσύστημα. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης η συγκεκριμένη μελέτη περίπτωσης είναι κατάλληλη για την ενδελεχή κατανόηση σύνθετων θεσμικών ρυθμίσεων, καθώς εξετάζεται η μακροπρόθεσμη εξέλιξη ενός δικτύου συνεταιρισμών σε περιβάλλοντα διεθνοποίησης αλλά και κρίσεων. Η διατριβή απαρτίζεται από τρία μέρη. Στο Μέρος Α αναπτύσσεται το θεωρητικό υπόβαθρο και το μεθοδολογικό πλαίσιο για την κατανόηση της συνεταιριστικής επιχείρησης μέσα από την ιστορική της εξέλιξη και την προσέγγιση των θεσμικών οικονομικών. Περιλαμβάνονται η ιστορική ανασκόπηση του συνεταιριστικού κινήματος (από τις πρώιμες μορφές έως τον 21ο αιώνα), η κωδικοποίηση βασικών ορισμών (κατευθυντήριες οδηγίες ICA/ILO/UN) και η εννοιολογική προσέγγιση των δομικών στοιχείων διακυβέρνησης, της δικτύωσης, της καινοτομίας και του «οικοσυστήματος» ως καθοριστικής διάστασης της συνεταιριστικής οργάνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, συγκρίνεται η συνεταιριστική με την καπιταλιστική επιχείρηση, προκειμένου να αναδειχθούν οι θεμελιώδεις διαφορές στην οικονομική οργάνωση, καθώς και οι όροι βιώσιμης επιχειρηματικότητας στον συνεταιριστικό τομέα. Το Μέρος Β αποτελεί την εμπειρική αποτύπωση της μελέτης περίπτωσης. Η ιστορική γένεση και εξέλιξη της Mondragón αναλύεται σε τρεις περιόδους: (α) 1870-1965, από την κοινωνική ζύμωση στη Χώρα των Βάσκων έως τη θεσμική συγκρότηση των πρώτων συνεταιρισμών και των εργαλείων χρηματοδότησης και κοινωνικής ασφάλισης, (β) 1966-1985, όπου αναλύεται η ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και κρίσης στο οικοσύστημα με θεσμοποίηση της συμμετοχής (κοινωνικά συμβούλια), δημιουργία τεχνολογικών και εκπαιδευτικών θεσμών (π.χ. Ikerlan) και προσαρμογές σε μακροοικονομικές αναταράξεις και (γ) 1985-2023, με διεθνοποίηση, εισαγωγή κεντρικών οργάνων διακυβέρνησης (Συνεταιριστικό Κογκρέσο, Γενικό Συμβούλιο), δημιουργία διασυνεταιριστικών ταμείων (FISO, FEPI), μετασχηματισμούς στον οργανωσιακό σχεδιασμό και διαχείριση κρίσιμων γεγονότων (π.χ. κρίση 2008, κατάρρευση Fagor το 2013) που οδήγησαν σε ουσιώδεις θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Η χρονολογική και θεματική ανάλυση αναδεικνύει την προσαρμοστικότητα, την αλληλεγγύη μέσω κοινών θεσμών, την πολυκεντρική διακυβέρνηση και την ενσωμάτωση γνώσης και καινοτομίας ως οργανωτικής ικανότητας. Στο Μέρος Γ τα ιστορικά ευρήματα ερμηνεύονται μέσα από την προσέγγιση της θεσμικής ανάλυσης, με έμφαση στην πολυπλοκότητα των θεσμών της Mondragón και με εντοπισμό του τρόπου με τον οποίο γεγονότα και επιλογές σε διαφορετικά επίπεδα (άτομο, οργανισμός, οικοσύστημα) διασταυρώνονται με τους κανόνες και αναδιαμορφώνουν τη συλλογική δράση. Το εννοιολογικό σχήμα του «ενάρετου κύκλου» εξέλιξης του συνεταιριστικού μοντέλου συνδέει τη βιβλιογραφία της συνεταιριστικής διακυβέρνησης (συμμετοχή μελών, ευθυγράμμιση κινήτρων, πολυκεντρικές δομές) με τη θεσμική ανάλυση (τυπικοί/άτυποι κανόνες, σφαίρες αλλαγής, εξειδίκευση). Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι ο βαθμός ασυμβατότητας μεταξύ του συνεταιριστικού και του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης δεν παραμένει στατικός. Εξαρτάται από τη διαμόρφωση των κανόνων διακυβέρνησης, την αρχιτεκτονική των κινήτρων και την ικανότητα του οικοσυστήματος να παράγει γνώση. Όταν η συνεταιριστική επιχείρηση ενσωματώνει θεσμούς αλληλεγγύης (κοινά ταμεία), μηχανισμούς προσαρμογής (εργασιακές ρυθμίσεις με δημοκρατική ταυτότητα) και οργανωσιακή μάθηση, εμφανίζει υψηλή ανθεκτικότητα σε περιόδους ύφεσης και κρίσεων. Δεύτερον, η διεθνοποίηση και η υιοθέτηση εταιρικών σχημάτων εισάγουν νέες προκλήσεις για τις συνεταιριστικές αρχές και αξίες (ισότητα, συμμετοχή), απαιτώντας αναθεωρήσεις στη διακυβέρνηση και επανακαθορισμό της αυτονομίας των θυγατρικών, ώστε να διατηρείται η συνοχή του δικτύου χωρίς διάβρωση των συνεταιριστικών αξιών. Εν κατακλείδι, η συνεταιριστική επιχείρηση συνιστά διακριτή θεσμική μορφή της οικονομίας, όπου η δημοκρατική συμμετοχή μετασχηματίζεται σε οργανωτική ικανότητα. Η διαλεκτική σχέση μεταξύ θεσμικού πλαισίου και συνεταιριστικής επιχείρησης αποδίδεται με τον «ενάρετο κύκλο». Πρόκειται για ένα συνθετικό σχήμα ερμηνείας της κλιμάκωσης και της ανανέωσης του θεσμικού πλαισίου των συνεταιρισμών. Η ερμηνεία αυτή βασίζεται στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ατόμου, οργανισμού, συνεταιριστικού οικοσυστήματος και ευρύτερου περιβάλλοντος, χωρίς να διακυβεύεται η αξιακή και οργανωσιακή ταυτότητα. Αναδεικνύεται πώς άτυπες πρακτικές μετασχηματίζονται σε ισχυρούς τυπικούς κανόνες, παρέχοντας το υπόβαθρο της ανάπτυξης και της ανθεκτικότητας του συνεταιριστικού μοντέλου. Το μοντέλο πολυκεντρικής διακυβέρνησης ερμηνεύει την ανθεκτικότητα του συνεταιριστικού θεσμού στις κρίσεις και προκλήσεις και πώς απαντά στην αντιστάθμιση ανάμεσα στην ταχύτητα/αποτελεσματικότητα του οργανισμού και στην ποιότητα/βάθος συμμετοχής των μελών.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The central issue addressed in this thesis concerns the institutional incompatibility between the co operative enterprise and the dominant institutional framework, which has historically been shaped to serve the needs, values, and mechanisms of the capitalist enterprise. Its aim is to examine the extent to which the co operative mode of economic organisation converges with or diverges from the institutional framework of the capitalist enterprise, to delineate the conditions of viability and resilience of co operative enterprises, and to illuminate the mechanisms through which a co operative ecosystem reproduces itself, scales, and networks within and against the capitalist system. The central juxtaposition of the co operative principle ‘one member - one vote’ against the logic of ‘one unit of capital - one vote’ delineates the analytical field and permits a systematic comparison of institutional rules, governance structures, and incentives between the two forms of enterprise. Within th ...
The central issue addressed in this thesis concerns the institutional incompatibility between the co operative enterprise and the dominant institutional framework, which has historically been shaped to serve the needs, values, and mechanisms of the capitalist enterprise. Its aim is to examine the extent to which the co operative mode of economic organisation converges with or diverges from the institutional framework of the capitalist enterprise, to delineate the conditions of viability and resilience of co operative enterprises, and to illuminate the mechanisms through which a co operative ecosystem reproduces itself, scales, and networks within and against the capitalist system. The central juxtaposition of the co operative principle ‘one member - one vote’ against the logic of ‘one unit of capital - one vote’ delineates the analytical field and permits a systematic comparison of institutional rules, governance structures, and incentives between the two forms of enterprise. Within this framework, a coherent set of research questions is posed regarding: the degree of convergence or incompatibility of institutions; the similarities and differences in governance between the co operative and the capitalist enterprise; the mechanisms of networking and reproduction of the co operative model; and resilience in periods of crisis. Approaches from institutional economics are employed to analyse the governance mechanisms of the co operative enterprise and to describe/interpret the multi level dynamics at the levels of the individual, the organisation and the ecosystem. Although the historical and theoretical discussion on co operative enterprises is extensive, the processes of networking and the mechanisms by which the model is reproduced by the co operative movement itself have been studied less systematically. The selection of the Mondragón Co operative Group (MCC) as the empirical field rests on the international recognition of its significance as an integrated example of collective governance, innovation, and social embeddedness within a changing social and economic environment. The study of the Mondragón Corporation draws on bibliographic and secondary sources as well as semi structured interviews, with the aim of mapping the rules, routines and interactions that govern collective action. The analytical framework is grounded in Elinor Ostrom’s Institutional Analysis and Development (IAD) model, adopting a holistic approach that distinguishes three distinct spheres of institutional change -economic, cognitive and political - and three levels of analysis - individual/member, organisation, ecosystem. Within this approach, the case study is well suited to an in depth understanding of complex institutional arrangements, as it examines the long term evolution of a network of co operatives in contexts of internationalisation as well as crises. The thesis comprises three parts. Part A develops the theoretical background and methodological framework for understanding the co operative enterprise through its historical evolution and the lens of institutional economics. It includes a historical review of the co operative movement (from its early forms to the twenty first century), the codification of core definitions (ICA/ILO/UN guidance), and the conceptual treatment of the structural elements of governance, networking, innovation, and the ‘ecosystem’ as a defining dimension of co operative organisation. Within this framework, the co operative is compared with the capitalist enterprise in order to bring to the fore the fundamental differences in economic organisation, as well as the conditions for sustainable entrepreneurship in the co operative sector. Part B presents the empirical account of the case study. The historical genesis and evolution of Mondragón are analysed in three periods: (a) 1870-1965, from the social ferment in the Basque Country to the institutional formation of the first co operatives and the instruments of finance and social security; (b) 1966-1985, in which the balance between growth and crisis within the ecosystem is examined, with the institutionalisation of participation (social councils), the creation of technological and educational institutions (e.g., Ikerlan), and adaptations to macroeconomic disruptions; and (c) 1985-2023, marked by internationalisation, the introduction of central governance bodies (Co operative Congress, General Council), the creation of inter co operative funds (FISO, FEPI), transformations in organisational design, and the management of critical events (e.g., the 2008 crisis, the collapse of Fagor in 2013) that led to substantial institutional reforms. The chronological and thematic analysis highlights adaptability, solidarity through shared institutions, polycentric governance, and the embedding of knowledge and innovation as an organisational capability. In Part C, the historical findings are interpreted through the lens of institutional analysis, with an emphasis on the complexity of Mondragón’s institutions and the identification of how events and choices at different levels (individual, organisation, ecosystem) intersect with rules and reshape collective action. The conceptual schema of the ‘virtuous circle’ of the co operative model’s evolution links the literature on co operative governance (member participation, incentive alignment, polycentric structures) with institutional analysis (formal/informal rules, spheres of change, specialisation). The central conclusion is that the degree of incompatibility between the co operative and the capitalist modes of organisation is not static. It depends upon the configuration of governance rules, the architecture of incentives, and the ecosystem’s capacity to generate knowledge. When the co operative enterprise embeds institutions of solidarity (common funds), mechanisms of adaptation (workplace arrangements with a democratic identity), and organisational learning, it exhibits high resilience in periods of recession and crisis. Secondly, internationalisation and the adoption of corporate forms introduce new challenges to co operative principles and values (equality, participation), requiring revisions in governance and a redefinition of subsidiary autonomy so as to preserve network cohesion without eroding co operative values. In conclusion, the co operative enterprise constitutes a distinct institutional form of the economy, in which democratic participation is transformed into organisational capability. The dialectical relationship between the institutional framework and the co operative enterprise is captured by the ‘virtuous circle’. This is a synthetic interpretive schema for the scaling and renewal of the institutional framework of co operatives. This interpretation rests on the interactions among the individual, the organisation, the co operative ecosystem and the wider environment, without compromising value based and organisational identity. It shows how informal practices are transformed into robust formal rules, providing the foundation for the development and resilience of the co operative model. The model of polycentric governance accounts for the resilience of the co operative institution in the face of crises and challenges, and explains how it addresses the trade off between organisational speed/efficiency and the quality/depth of member participation.
περισσότερα