Περίληψη
Η παρούσα έρευνα αποσκοπεί στη διαμόρφωση μιας κριτικής προσέγγισης των προσωρινών χρήσεων του δημόσιου χώρου από κοινωνικοπολιτιστικούς ακτιβιστές στην Αθήνα. Η έρευνα αναπτύσσεται μέσω της διαμόρφωσης σημειογραφικών σχεδίων και πειραματισμών, με στόχο τη διατύπωση μιας μεθοδολογίας ικανής να υποστηρίξει και να συγκροτήσει συνθήκες προσωρινών χωρικών μετασχηματισμών σε επιλεγμένες αστικές τοποθεσίες, διερευνώντας τη σχέση και τη συμβίωση της σωματικής κίνησης με τον δομημένο χώρο. Αρχικά, εξετάζονται οι πολιτικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες που οδήγησαν στην ενίσχυση της παρουσίας επιτελεστικών πρακτικών στον δημόσιο χώρο από την έναρξη της οικονομικής κρίσης το 2008. Στο πλαίσιο της έρευνας, ο όρος «επιτέλεση» (performance) ορίζεται ως ένα σύνολο χρονικών και κιναισθητικών δράσεων που επιχειρούν να ασκήσουν κριτική και να διερευνήσουν κυρίαρχα κοινωνικοπολιτικά αφηγήματα στον δημόσιο χώρο. Τοποθετώντας τη μελέτη στο διεπιστημονικό πεδίο μεταξύ επιτελεστικής πρακτικής και α ...
Η παρούσα έρευνα αποσκοπεί στη διαμόρφωση μιας κριτικής προσέγγισης των προσωρινών χρήσεων του δημόσιου χώρου από κοινωνικοπολιτιστικούς ακτιβιστές στην Αθήνα. Η έρευνα αναπτύσσεται μέσω της διαμόρφωσης σημειογραφικών σχεδίων και πειραματισμών, με στόχο τη διατύπωση μιας μεθοδολογίας ικανής να υποστηρίξει και να συγκροτήσει συνθήκες προσωρινών χωρικών μετασχηματισμών σε επιλεγμένες αστικές τοποθεσίες, διερευνώντας τη σχέση και τη συμβίωση της σωματικής κίνησης με τον δομημένο χώρο. Αρχικά, εξετάζονται οι πολιτικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες που οδήγησαν στην ενίσχυση της παρουσίας επιτελεστικών πρακτικών στον δημόσιο χώρο από την έναρξη της οικονομικής κρίσης το 2008. Στο πλαίσιο της έρευνας, ο όρος «επιτέλεση» (performance) ορίζεται ως ένα σύνολο χρονικών και κιναισθητικών δράσεων που επιχειρούν να ασκήσουν κριτική και να διερευνήσουν κυρίαρχα κοινωνικοπολιτικά αφηγήματα στον δημόσιο χώρο. Τοποθετώντας τη μελέτη στο διεπιστημονικό πεδίο μεταξύ επιτελεστικής πρακτικής και αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, στοιχεία χορογραφικής σημειογραφίας και αναπαραστατικών τεχνικών συσχετίζονται με θεωρητικές προσεγγίσεις που αντιλαμβάνονται τον αστικό χώρο ως πεδίο κοινωνικής δράσης και συλλογικής συμμετοχής. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις πρσωρινές πρακτικές και λύσεις που αναδείχθηκαν κατα την περίοδο του πρώτου (2010), δεύτερου (2012) και τρίτου (2015) Μνημονίου. Οι περικοπές στη χρηματοδότηση ανέδειξε τον ρόλο των ανεπίσημων παρεμβάσεων στον δημόσιο χώρο ως κρίσιμων φορέων χωρικής και κοινωνικής αναδιαμόρφωσης. Σε συνδυασμό με τη γενικευμένη παθητικότητα και τους πολλαπλούς περιορισμούς που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο αστικό χώρο σε παγκόσμιο επίπεδο, η μετατροπή της οικονομικής κρίσης σε χωρική κρίση καθιστά σαφές ότι μια αποκλειστικά παραδοσιακή αρχιτεκτονική προσέγγιση δεν επαρκεί πλέον για την επαναδιεκδίκηση του δημόσιου χώρου. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται μια υποθετική σχεδιαστική πρακτική ως ένα υβριδικό εργαλείο παρέμβασης για την ανάγκη επαναπροσδιορισμού του δημόσιου χώρου. Διατυπώνεται έτσι μια μεθοδολογία αυτοσχεδιαστικής σημειογραφίας, η οποία λειτουργεί ως αναπαραστατική «γλώσσα» καταγραφής επιλεγμένων γεγονότων και ως μέσο αποτύπωσης εφήμερων δράσεων που καταγράφονται στον δημόσιο χώρο. Η μεθοδολογία αυτή παρουσιάζεται και δοκιμάζεται αρχικά μέσω βίντεο και συγκροτεί τη βάση για περαιτέρω σχεδιαστικές προτάσεις. Στόχος της έρευνας είναι αφενός η ανάδειξη της σχέσης μεταξύ της σημειογραφικής χαρτογράφησης του χώρου και των προσωρινών δυναμικών της κίνησης, και αφετέρου η διερεύνηση του βαθμού στον οποίο το προτεινόμενο υβριδικό εργαλείο μπορεί να παραγάγει νέα αστικά σενάρια και να λειτουργήσει συμπληρωματικά για το αρχιτεκτονικό σχέδιο. Εξετάζεται πώς η ερμηνεία της ενσώματης εμπειρίας μπορεί να καθορίσει και να ενσωματώσει σχεδιαστικές παραμέτρους, συμβάλλοντας στη συγκρότηση ενός νέου εργαλείου για την αρχιτεκτονική, τον αστικό σχεδιασμό και τον αστικό ακτιβισμό. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η επιτελεστικότητα των πολιτών στον δημόσιο χώρο μελετάται υπό το πρίσμα δύο διακριτών αλλά αλληλένδετων κρίσεων. Η πρώτη αφορά την οικονομική κρίση και τις πολιτικές αυστηρής λιτότητας που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα από το 2009, αναδεικνύοντας τον δημόσιο χώρο τόσο ως τόπο κοινωνικής αλληλεγγύης όσο και ως πεδίο παρακμής, όπου οι επιπτώσεις της οικονομικής κατάρρευσης εκδηλώθηκαν έντονα σε χωρικό και κοινωνικό επίπεδο. Η δεύτερη αφορά την παγκόσμια κρίση της πανδημίας COVID-19, η οποία περιόρισε δραστικά την κοινωνική αλληλεπίδραση και ανέστειλε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών, πολιτιστικών και οικονομικών δραστηριοτήτων, ενώ παράλληλα άνοιξε τον διάλογο για νέες προσεγγίσεις στον σχεδιασμό του δημόσιου χώρου. Συνοψίζοντας, η διατριβή αναδεικνύει την πολυπλοκότητα, τη ρευστότητα και την αστάθεια του δημόσιου χώρου, προτείνοντας ένα σημειογραφικό και σχεδιαστικό εργαλείο που βασίζεται πάνω στις σύγχρονες κοινωνικές πρακτικές και κινήσεις, πέρα από το άμεσα ορατό και το δεδομένο. Η διαδικασία του σχεδίου και της σημειογραφίας προτείνεται ως υβριδική πρακτική με τη δυνατότητα να διαμορφώνει κοινωνικο-χωρικά προγράμματα, να αποδομεί την τυπικότητα του χώρου και να αποκαλύπτει δυναμικές που παραμένουν αθέατες. Τέλος, η έρευνα επανεξετάζει τον ρόλο των παραδοσιακών αρχιτεκτονικών αναπαραστάσεων ως προς την ικανότητά τους να προσαρμόζονται και να αποτυπώνουν τις σύνθετες κοινωνικές μεταβολές που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο αστικό περιβάλλον.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This research by design is concerned with forming a critique of the temporary uses of public space by socio-cultural activists in Athens, Greece, through the development of notational drawings and filmic experiments. The aim is to propose a method to sustain and construct conditions for temporary transformations in selected locations within the urban context of Athens by exploring the symbiosis of corporeal movement and physical space.It initially draws attention to the political, economic and social drivers that led to the increased presence of performative activists in public space from the beginning of the financial crisis in 2008. For the purpose of this research, ‘performance’ refers to a number of temporal kinaesthetic actions that attempt to critique and interrogate socio-political narratives in public space. Positioning the research at the intersections between performance practice and architectural design, elements of choreographic notation and representation are juxtaposed wi ...
This research by design is concerned with forming a critique of the temporary uses of public space by socio-cultural activists in Athens, Greece, through the development of notational drawings and filmic experiments. The aim is to propose a method to sustain and construct conditions for temporary transformations in selected locations within the urban context of Athens by exploring the symbiosis of corporeal movement and physical space.It initially draws attention to the political, economic and social drivers that led to the increased presence of performative activists in public space from the beginning of the financial crisis in 2008. For the purpose of this research, ‘performance’ refers to a number of temporal kinaesthetic actions that attempt to critique and interrogate socio-political narratives in public space. Positioning the research at the intersections between performance practice and architectural design, elements of choreographic notation and representation are juxtaposed with theories that perceive the space of the city as a field for social engagement. Attempting to operate despite the severe funding cuts that were forced by austerity policies as a result of the first (2010), second (2012) and third (2015) Memoranda, the range of informal solutions that emerged and their impact on public space have a central role throughout this enquiry. Multiple constraints and passivity in urban space on a global scale, combined with the transformation of an economic crisis into a spatial crisis, have led to the consideration that a traditional architectural approach alone can no longer address the reclamation of public spaces. Therefore, a conceptual and speculative practice could become a critical tool to intervene in public space and constitute a hybrid approach that responds to the increasing demand to redefine public space. An improvised notation methodology is formulated to operate as a representational form of “language” that can record selected events and act as a tool by which ephemeral actions, engraved through performance into public space, can be captured. This process and its outcomes are initially demonstrated in filmic experiments which investigate the performative events and form the basis for further speculative propositions. The aim is to indicate both the relationship between layers of the notational mapping of space with temporary movement dynamics, and the extent to which this hybrid tool can generate new urban scenarios and complement architectural drawing. The speculative experimentation therefore tests how the interpretation of the ephemeral as an embodied experience can determine and impose elements of design to consolidate a new potential tool for architecture, urban design and urban activism. During the course of this research, the performativity of citizens in public space was observed, spanning two significant types of crisis. The first was a financial crisis and harsh austerity specific to Greece since 2009, which accentuated public space as a place of solidarity, but also of decay where the effects of economic bankruptcy were largely manifested both spatially and socially. The second was the global crisis of the COVID-19 pandemic, which limited sociability and deprived people of a vast range of social activities; from education, health and culture to all forms of economic activity. But it also opened the dialogue for new possibilities in the design of public spaces. Following these reflections, the thesis primarily highlights the complexity and instability of public space, while the speculative experiments and notational tool proposed reflect on contemporary social actions, looking beyond the obvious and what is there. The drawing and notational process aims to become a hybrid tool that has the capacity to shape socio-spatial programmes and disrupt the formality of space by freeing it from constraints, showing what cannot be otherwise seen. Ultimately, through this process, traditional architectural drawings are addressed in terms of their ability to adapt and to reflect the discussed complex social transformations discussed above in spatial terms.
περισσότερα