Περίληψη
Η Διδακτορική Διατριβή αναφέρεται στο αρχαιολογικό ερώτημα σχετικά με τον εντοπισμό των αργιλικών πηγών, που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή της Αττικής Κεραμικής και συνάγει συμπεράσματα για την οργάνωση των εργαστηρίων αγγειοπλαστικής (6ος-4ος αιώνα π.Χ.) σε σχέση με τις πρώτες ύλες. Μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση, η έρευνα επικεντρώθηκε στην εξέταση σιδηρούχων αργίλων σε περιοχές της Αττικής, κατάλληλων για την παραγωγή της αργιλικής-βαφής, η οποία κατά την όπτηση τριών σταδίων μετασχηματίζεται στο μελανό υάλωμα (ΜΥ) που διακοσμεί την επιφάνεια των αγγείων. Μελετήθηκαν οι πρώτες ύλες και οι ιδιότητές τους κατά τη διαδικασία της παρασκευής του κολλοειδούς αργιλικού-αιωρήματος, από το οποίο παράγεται η αργιλική-βαφή, και καταγράφηκαν τα αποτελέσματα μετά την όπτησή τους, τα οποία και συγκρίνονται με αντίστοιχα αρχαιολογικά θραύσματα που φέρουν ΜΥ.Το πρώτο στάδιο της εργασίας αφορά στην άμεση σύγκριση αρχαιολογικών κεραμικών δειγμάτων που φέρουν ΜΥ σε επίπεδο ιχνοστοιχείων, ...
Η Διδακτορική Διατριβή αναφέρεται στο αρχαιολογικό ερώτημα σχετικά με τον εντοπισμό των αργιλικών πηγών, που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή της Αττικής Κεραμικής και συνάγει συμπεράσματα για την οργάνωση των εργαστηρίων αγγειοπλαστικής (6ος-4ος αιώνα π.Χ.) σε σχέση με τις πρώτες ύλες. Μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση, η έρευνα επικεντρώθηκε στην εξέταση σιδηρούχων αργίλων σε περιοχές της Αττικής, κατάλληλων για την παραγωγή της αργιλικής-βαφής, η οποία κατά την όπτηση τριών σταδίων μετασχηματίζεται στο μελανό υάλωμα (ΜΥ) που διακοσμεί την επιφάνεια των αγγείων. Μελετήθηκαν οι πρώτες ύλες και οι ιδιότητές τους κατά τη διαδικασία της παρασκευής του κολλοειδούς αργιλικού-αιωρήματος, από το οποίο παράγεται η αργιλική-βαφή, και καταγράφηκαν τα αποτελέσματα μετά την όπτησή τους, τα οποία και συγκρίνονται με αντίστοιχα αρχαιολογικά θραύσματα που φέρουν ΜΥ.Το πρώτο στάδιο της εργασίας αφορά στην άμεση σύγκριση αρχαιολογικών κεραμικών δειγμάτων που φέρουν ΜΥ σε επίπεδο ιχνοστοιχείων, μέσω μιας καινοτόμας αναλυτικής μεθοδολογίας (mXRF, μΧRF, μPIXE, XRD και SEM/EDX), με σύγχρονα μελαμβαφή εργαστηριακά δείγματα, τα οποία παράχθηκαν στο εργαστήριο με την διαδικασία της «αναγωγής του σιδήρου». Τα εργαστηριακά δοκίμια διακοσμήθηκαν με αργιλικές-βαφές που παράχθηκαν από την δειγματοληψία 37 αργιλικών εδαφών της Αττικής. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν 5 αργιλικές αποθέσεις συμβατές με τα αρχαιολογικά δείγματα, οι οποίες εντοπίζονται στις περιοχές Πάνακτο-Σκούρτα, Πάρνηθα, Υμηττός, Μεσογαία, Λαύριο. Επιπλέον, η συνδυαστική μελέτη των αργιλικών εδαφών, της αργιλικής-βαφής και του ΜΥ έφερε στο φως σημαντικά αποτελέσματα όσον αφορά τα ιχνοστοιχεία και την ορυκτολογική σύσταση της βαφής. Ορισμένα μακροσκοπικά χαρακτηριστικά των αρχαιολογικών δειγμάτων, όπως οι χαρακτηριστικές αστεροειδείς μικρο-ρωγμές και οι διαφορετικές αποχρώσεις του ΜΥ, στοιχεία τα οποία διακρίνονται και σε σημαντικά αρχαιολογικά μουσειακά εκθέματα, φαίνεται να συσχετίζονται με συγκεκριμένες αργιλικές αποθέσεις. Επιπλέον, παρατηρήθηκε συμβατότητα ως προς τη σύγκριση των ιχνοστοιχείων μεταξύ σύγχρονων και αρχαίων δειγμάτων όσον αφορά τον ψευδάργυρο-Zn, ιχνοστοιχείο το οποίο συσχετίζεται με την περιοχή του Λαυρίου. Προκειμένου να ελεγχθούν περαιτέρω αυτά τα διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά, ένα σύνολο από ~ 100 γεωμετρικά, αρχαϊκά και κλασικά διακοσμημένα όστρακα από τις ανασκαφές στην Ακρόπολη τον 19ο αιώνα (Graef και Langlotz, 1909-1933), εξετάστηκαν επί τόπου με τη χρήση ενός Bruker\hh-PXRF φορητού συστήματος που προσφέρει τη δυνατότητα μη καταστρεπτικής στοιχειακής ανάλυσης. Επιπλέον, αναλύθηκε συγκριτικό υλικό από τη Βοιωτία, όστρακα από μια απόθεση στο λόφο της Ακρόπολης, καθώς και κεραμικά θραύσματα που φέρουν πινελιές δοκιμών ΜΥ από την περιοχή των κεραμέων της αρχαίας Κορίνθου.Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επιλογή, συλλογή και επεξεργασία της κατάλληλης αργίλου για την παραγωγή ενός επιτυχημένου ΜΥ, απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό. Παράλληλα, α) η έλλειψη αρχαιολογικών δεδομένων σχετικά με την παραγωγή της αργιλικής-βαφής, β) η μεγάλη ποσότητα πρώτης ύλης που απαιτήθηκε για την παραγωγή της Αττικής κεραμικής, γ) η ύπαρξη άφθονων αργιλικών κοιτασμάτων στην Αττική που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για αυτό το σκοπό, και δ) η δυνατότητα συλλογής του αργιλικού-αιωρήματος απευθείας από τη φύση, υποστηρίζουν ισχυρά την υπόθεση ενός προϊόντος αργιλικής-βαφής με προσιτή νομισματική αξία στην Αρχαϊκή και Κλασική εποχή, ενώ ενισχύουν τη πρόταση για την ύπαρξη ενός ξεχωριστού επαγγέλματος και ενός εμπορικού δικτύου, σχετικού με την παραγωγή και την διανομή της αργιλικής-βαφής στα εργαστήρια της Αθήνας του 6ου-4ου αιώνα π.Χ..
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This multidisciplinary doctoral thesis addresses a longstanding archaeological question on the clay-sources used for the Attic pottery production in Attica and draw conclusions on the organisation of pottery workshops from sixth to fourth century BCE. Emphasis was given on the red ferruginous-clays used for the clay paint (CP) decoration of the black-glazed (BG) ceramic production. The aim is to study the raw materials, record the chemical and mineralogical changes that take place during the refinement and preparation process of the colloidal suspension, from which the CP is produced, as well as to document the after-firing results and compare them with the BG of the archaeological fragments.The first stage of the project focused on the direct analytical innovative comparison (mXRF,μXRF, μPIXE, XRD, SEM/EDX) of archaeological BG ceramic sherds from excavations at the Acropolis and at Kerameikos, with modern BG specimens, produced in the laboratory following the original process of the ...
This multidisciplinary doctoral thesis addresses a longstanding archaeological question on the clay-sources used for the Attic pottery production in Attica and draw conclusions on the organisation of pottery workshops from sixth to fourth century BCE. Emphasis was given on the red ferruginous-clays used for the clay paint (CP) decoration of the black-glazed (BG) ceramic production. The aim is to study the raw materials, record the chemical and mineralogical changes that take place during the refinement and preparation process of the colloidal suspension, from which the CP is produced, as well as to document the after-firing results and compare them with the BG of the archaeological fragments.The first stage of the project focused on the direct analytical innovative comparison (mXRF,μXRF, μPIXE, XRD, SEM/EDX) of archaeological BG ceramic sherds from excavations at the Acropolis and at Kerameikos, with modern BG specimens, produced in the laboratory following the original process of the “iron-reduction technique”, within modern facilities. 37 laboratory BG specimens were produced from various clay-soils in Attica. The results revealed 5 clay deposits that are compatible with the ancient BG samples in terms of macroscopic appearance micromorphology and chemical composition of the BG layer, located in the areas of Panakton-Skourta plain, Mt.Parnis, Mt.Hymettus, Mesogaia basin and Laurium. Moreover, the comparative study of clay-soils/CP/BG brought to light significant results with respect to trace elements composition and the mineralogical analysis of the CP.A set of phenomenological features of the ancient BG samples, such as characteristic star-like micro-cracks and colour shades present also in prominent museum exhibits, appear to correlate with specific clay deposits. In addition, modern and ancient BG samples compare well in terms of trace element composition and an increased Zn content in the BG is compatible with an origin from Laurium. In order to study further these differentiating features a group of ~100 Geometric, Archaic and Classical decorated sherds from the 19th cent. Acropolis excavations by Graef and Langlotz (1933) were analysed non-destructively and in-situ with the use of a Bruker/hh-PXRF system. Comparable material from Boeotia was also included in the analytical part, as well as sherds from a special deposit at the Acropolis hill and test-pieces bearing brush-strokes from the potter’s district in ancient Corinth.The analytical and technical data of this research, allow the conclusion that the procurement of the adequate red clay-soil for producing a successful BG, requires specialised personnel. In addition, the absence of archaeological data related to the production of the CP along with the large quantities of CP needed for the production of the BG Attic pottery, plus the existence of abundant clay deposits in Attica that could have been exploited for this purpose and the possibility of collecting the clay suspension directly from natural clay-pools, are strongly support the case of an accessible CP product in terms of monetary value in the Archaic and Classical era, and reinforce the proposal for the existence of a separate profession and commercial network related to the production and distribution of CP in the workshops in Attica.
περισσότερα