Περίληψη
Σκοπός. Η διόγκωση της μήτρας αποτελεί ένα σύνηθες εύρημα στην καθ’ ημέρα κλινική πράξη, η διαχείριση όμως ενός τέτοιου ευρήματος δεν είναι πάντα εύκολη. Για την καλύτερη αξιολόγηση της διογκωμένης μήτρας έχει χρησιμοποιηθεί το υπερηχοτομογράφημα και τελευταία και η μαγνητική τομογραφία. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να προσδιορισθεί ποσοτικά η αξιοπιστία της μαγνητικής τομογραφίας όσον αφορά την ικανότητά της να παράσχει σωστή προεγχειρητική διάγνωση σχετικά με την παθολογανατομική υφή της διόγκωσης της μήτρας. Υλικό και μέθοδοι. Η προοπτική αυτή μελέτη διεξήχθη κατά το χρονικό διάστημα 2005-2009 και αφορούσε γυναίκες που προσέρχονταν στα Εξωτερικά Ιατρεία της Α΄ Μαιευτικής και Γυναικολογικής κλινικής του Α.Π.Θ. Όσες από αυτές διαπιστώνονταν ότι είχαν διογκωμένη μήτρα και πληρούσαν τα κριτήρια εισαγωγής στο πρωτόκολλο υποβάλλονταν σε μαγνητική τομογραφία και στη συνέχεια σε ολική υστερεκτομή. Τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας συγκρίνονταν με την ιστολογική εξέταση, έτσι ώ ...
Σκοπός. Η διόγκωση της μήτρας αποτελεί ένα σύνηθες εύρημα στην καθ’ ημέρα κλινική πράξη, η διαχείριση όμως ενός τέτοιου ευρήματος δεν είναι πάντα εύκολη. Για την καλύτερη αξιολόγηση της διογκωμένης μήτρας έχει χρησιμοποιηθεί το υπερηχοτομογράφημα και τελευταία και η μαγνητική τομογραφία. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να προσδιορισθεί ποσοτικά η αξιοπιστία της μαγνητικής τομογραφίας όσον αφορά την ικανότητά της να παράσχει σωστή προεγχειρητική διάγνωση σχετικά με την παθολογανατομική υφή της διόγκωσης της μήτρας. Υλικό και μέθοδοι. Η προοπτική αυτή μελέτη διεξήχθη κατά το χρονικό διάστημα 2005-2009 και αφορούσε γυναίκες που προσέρχονταν στα Εξωτερικά Ιατρεία της Α΄ Μαιευτικής και Γυναικολογικής κλινικής του Α.Π.Θ. Όσες από αυτές διαπιστώνονταν ότι είχαν διογκωμένη μήτρα και πληρούσαν τα κριτήρια εισαγωγής στο πρωτόκολλο υποβάλλονταν σε μαγνητική τομογραφία και στη συνέχεια σε ολική υστερεκτομή. Τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας συγκρίνονταν με την ιστολογική εξέταση, έτσι ώστε να καθοριστεί η αξιοπιστία της απεικονιστικής αυτής μεθόδου στον καθορισμό της παθολογανατομικής υφής της διόγκωσης. Η μελέτη συμπεριέλαβε συνολικά 139 γυναίκες με ηλικιακό εύρος από 39 μέχρι 85 έτη και μέση ηλικία τα 50,1 έτη. Αποτελέσματα. Για τη μελέτη της συμφωνίας της μαγνητικής τομογραφίας με την gold standard ιστολογική εξέταση υπολογίσθηκαν οι δείκτες συμφωνίας Cramer’s V και Cohen’s kappa παίρνοντας τις τιμές 0,672 και 0,610 αντίστοιχα με τυπικό σφάλμα για τον δεύτερο 0,07. Υπολογίσθηκε ακόμη η ευαισθησία της μεθόδου για τα λειομυώματα, το συνδυασμό λειομυωμάτων και αδενομύωσης, τις κακοήθειες και άλλες λιγότερο συχνές παθολογίες. Η ευαισθησία της μαγνητικής τομογραφίας για τις παραπάνω καταστάσεις υπολογίσθηκε 96,9%, 38,1%, 66,6% και 80% αντίστοιχα με επίπεδα σημαντικότητας α=0,05. Συμπεράσματα. Η μαγνητική τομογραφία σύμφωνα με τους δείκτες Cramer’s V και Cohen’s kappa παρουσιάζει σημαντικού βαθμού συμφωνία με την τελική ιστολογική διάγνωση. Ακόμα αποτελεί μία εξαιρετικά ευαίσθητη μέθοδο για την ανίχνευση λειομυωμάτων (96,9%), ενώ ικανοποιητική ευαισθησία παρουσιάζει και για τη διάγνωση κακοηθειών (66,6%) και άλλων παθολογιών (80%). Στην περίπτωση συνύπαρξης λειομυωμάτων και αδενομύωσης η μετρηθείσα ευαισθησία κυμάνθηκε σε χαμηλά επίπεδα (38,1%).