Περίληψη
Εισαγωγή: Οι πολλαπλές οικονομικές κρίσεις αποτελούν πρόκληση για την Ελλάδαστη σύγχρονη εποχή. Υπό διερεύνηση είναι οι πολυδιάστατες επιδράσεις στο ήδη επιβαρυμένο δημόσιο σύστημα υγείας, τη συνολική, αλλά και συγκεκριμένα την καρδιαγγειακή υγεία του πληθυσμού. Οι επιπτώσεις στην εποχή των πολλαπλών κρίσεων αναμένεται να είναι εντονότερες στα κοινωνικοοικονομικά ευάλωτα άτομα, τα οποία αντιμετωπίζουν δυσκολίες ως προς την προσβασιμότητα σε υπηρεσίες υγείας, ενώ ταυτόχρονα δεν αντιπροσωπεύονται επαρκώς σε επιδημιολογικές μελέτες. Επομένως, η παρούσα διδακτορική διατριβή είχε ως στόχο την εκτίμηση της καρδιαγγειακής και ψυχικής υγείας κοινωνικοοικονομικά ευάλωτων πληθυσμών στη σύγχρονη Ελλάδα, με έμφαση στην Αττική. Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση πεδίου (scoping review) ατομικών δεικτών κοινωνικοοικονομικής στέρησης και ευαλωτότητας, ενώ συμπεριλήφθηκαν επίσης δείκτες με μεταβλητές σε επίπεδο νοικοκυριού. Επιπλέον αναλύθηκαν δεδομένα από τη μελέτη πρωτοβάθμιας φροντί ...
Εισαγωγή: Οι πολλαπλές οικονομικές κρίσεις αποτελούν πρόκληση για την Ελλάδαστη σύγχρονη εποχή. Υπό διερεύνηση είναι οι πολυδιάστατες επιδράσεις στο ήδη επιβαρυμένο δημόσιο σύστημα υγείας, τη συνολική, αλλά και συγκεκριμένα την καρδιαγγειακή υγεία του πληθυσμού. Οι επιπτώσεις στην εποχή των πολλαπλών κρίσεων αναμένεται να είναι εντονότερες στα κοινωνικοοικονομικά ευάλωτα άτομα, τα οποία αντιμετωπίζουν δυσκολίες ως προς την προσβασιμότητα σε υπηρεσίες υγείας, ενώ ταυτόχρονα δεν αντιπροσωπεύονται επαρκώς σε επιδημιολογικές μελέτες. Επομένως, η παρούσα διδακτορική διατριβή είχε ως στόχο την εκτίμηση της καρδιαγγειακής και ψυχικής υγείας κοινωνικοοικονομικά ευάλωτων πληθυσμών στη σύγχρονη Ελλάδα, με έμφαση στην Αττική. Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση πεδίου (scoping review) ατομικών δεικτών κοινωνικοοικονομικής στέρησης και ευαλωτότητας, ενώ συμπεριλήφθηκαν επίσης δείκτες με μεταβλητές σε επίπεδο νοικοκυριού. Επιπλέον αναλύθηκαν δεδομένα από τη μελέτη πρωτοβάθμιας φροντίδας «ΕΓΚΑΡΔΙΑ», η οποία διενεργήθηκε στην Αττική κατά την περίοδο 2013-2015, σε άτομα ηλικίας ≥30ετών, που ανήκαν σε κοινωνικοοικονομικά ευάλωτους πληθυσμούς. Οι πρωταρχικοί στόχοι της μελέτης ήταν η εκτίμηση του επιπολασμού καρδιομεταβολικών νοσημάτων (παχυσαρκία, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης), ενώ δευτερεύωνστόχος ήταν η διερεύνηση παραγόντων που σχετίζονται με την παρουσία υπέρτασης (διαγνωσμένης/αδιάγνωστης), μέσω χρήσης μοντέλων μονοπαραγοντικής και πολυπαραγοντικής ανάλυσης λογιστικής παλινδρόμησης. Τέλος, πραγματοποιήθηκε συγχρονική μελέτη κατά την περίοδο 2024, όπου χορηγήθηκε το επικαιροποιημένο ερωτηματολόγιο της μελέτης «ΕΓΚΑΡΔΙΑ» σε ασθενείς της Καρδιολογικής Κλινικής του Γ.Ν.Α «Αλεξάνδρα», καθώς και στους συνοδούς τους. Πρωταρχικός στόχος της εν λόγω μελέτης ήταν η εκτίμηση του επιπολασμού και των συσχετίσεων της υλικής και κοινωνικής στέρησης, με τη χρήση του δείκτη υλικής και κοινωνικής στέρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU-MSDI). Για τη στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε ιεραρχικό μοντέλο λογιστικής παλινδρόμησης.Αποτελέσματα: Μέσω της βιβλιογραφικής ανασκόπησης πεδίου εντοπίστηκαν 14 δείκτες, εκ των οποίων το 64% μετρούσαν την κοινωνική στέρηση και το 36% την κοινωνικοοικονομική ευαλωτότητα. Το άθροισμα σταθμισμένων απαντήσεων αποτέλεσε το συχνότερο σύστημα βαθμολόγησης, καθώς χρησιμοποιήθηκε στο 43% όλων των δεικτών, χωρίς να υπάρχουν αποκλειστικοί τομείς που να αντιστοιχούν μόνο σε δείκτες ευαλωτότητας ή μόνο σε δείκτες στέρησης. Συνολικά αναγνωρίστηκαν 83 διαφορετικές μεταβλητές, ενώ μια πολύ συχνά χρησιμοποιούμενη μεταβλητή (29%), που αφορούσε τις κοινωνικές σχέσεις του ατόμου, ήταν το ερώτημα «είδε κάποιο μέλος της οικογένειας ή φίλους ή γείτονες». Μόνο πέντε δείκτες κοινωνικής στέρησης ανέφεραν κάποιο ειδικό μέτρο εσωτερικής συνοχής, ενώ κανένας δείκτης δεν παρείχε δεδομένα σχετικά με την αναπαραγωγιμότητα. Στη μελέτη «ΕΓΚΑΡΔΙΑ», μεταξύ 5.609 συμμετεχόντων (65% θήλεα, 31% ηλικίας ≥65 ετών, 39% με μόνο υποχρεωτική εκπαίδευση και 24% άνεργοι), το 89% ήταν σωματικά ανενεργοί ή ελάχιστα 9δραστήριοι, το 56% ήταν νυν ή πρώην καπνιστές, το 27% ήταν παχύσαρκοι, το 55% είχε υπέρταση (εκ των οποίων το 28% αδιάγνωστη), το 84% είχε δυσλιπιδαιμία (εκ των οποίων το 49% αδιάγνωστη) και το 15% είχε σακχαρώδη διαβήτη (εκ των οποίων το 9% αδιάγνωστο). Επιπλέον, το 20% παρουσίαζε μέτρια ή σοβαρή κατάθλιψη. Η υπέρταση συσχετίστηκε ανεξάρτητα με το αρσενικό φύλο, τη μεγαλύτερη ηλικία, το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, τη σωματική αδράνεια, τη συνταξιοδότηση, την ανεργία, την κατάθλιψη, το υπέρβαρο και την παχυσαρκία, τον σακχαρώδη διαβήτη και τη δυσλιπιδαιμία. Παρόμοιο σύνολο συσχετίσεων παρατηρήθηκε και για την αδιάγνωστη υπέρταση. Σε ότι αφορά τη συγχρονική μελέτη εκτίμησης της υλικής και κοινωνικής στέρησης, μεταξύ 456 συμμετεχόντων (59% θήλεα, 75% ηλικίας <65 ετών, 40% με ≤12 έτη εκπαίδευσης), το 46,3% παρουσίασε υλική και κοινωνική στέρηση (εκ των οποίων το 28,5% σοβαρή στέρηση), με τα ποσοστά αυτά να είναι σχεδόν διπλάσια των εθνικών εκτιμήσεων για το 2024. Η στέρηση συσχετίστηκε σημαντικά με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, μεγαλύτερη ηλικία και απουσία τρέχουσας απασχόλησης. Το κάπνισμα, η μη επαρκής διάρκεια ύπνου, και η παρουσία σωματικών παθήσεωνσυσχετίστηκαν ανεξάρτητα με τη στέρηση. Τα άτομα που παρουσίασαν στέρηση ανέφεραν επίσης στατιστικά σημαντικά χειρότερη ποιότητα ζωής σχετιζόμενη με την υγεία (HRQoL), υψηλότερα επίπεδα καταθλιπτικών συμπτωμάτων, μεγαλύτερη πιθανότητα κλινικά σημαντικού άγχους και χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή. Συμπεράσματα: Η βιβλιογραφική ανασκόπηση πεδίου πρόκειται για την πρώτη μελέτη που ανέδειξε τους δείκτης ατομικής κοινωνικοικονομικής στέρησης και ευαλωτότητας, οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιούνται εναλλάξιμα κατά τη μέτρηση της επίδρασης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης σε εκβάσεις υγείας. Η μελέτη «ΕΓΚΑΡΔΙΑ» ανέδειξε ιδιαίτερα υψηλό επιπολασμό καρδιομεταβολικών νοσημάτων μεταξύ κοινωνικοοικονομικά ευάλωτων ατόμων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας με σκοπό την υποστήριξη των συγκεκριμένων. Τέλος, η συγχρονική μελέτη εκτίμησης υλικής και κοινωνικής στέρησης ανέδειξε ιδιαίτερα υψηλό επιπολασμό του φαινομένου στον νοσοκομειακό πληθυσμό και συσχετίστηκε με τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά, τα δυσμενή χαρακτηριστικά τρόπου ζωής, τις σωματικές παθήσεις και την επιβαρυμένη HRQoL και την ψυχική υγεία. Η αξιολόγηση της στέρησης θα πρέπει να ενσωματωθεί στη ρουτίνα της κλινικής φροντίδας, ενώ είναι αναγκαία η εφαρμογή στοχευμένων στρατηγικών κοινωνικής και υγειονομικής υποστήριξης για τους κοινωνικοοικονομικά ευάλωτους ασθενείς και φροντιστές.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Introduction:Multiple economic crises have constituted a major challenge for contemporary Greece. Under investigation are their multidimensional effects on the already strained public health system, on overall population health, and more specifically on cardiovascular health. The impact of this era of overlapping crises is expected to be more pronounced among socioeconomically vulnerable individuals, who face barriers to access to healthcare services while being simultaneously underrepresented in epidemiological studies. Therefore, the present doctoral dissertation aimed to assess the cardiovascular and mental health of socioeconomically vulnerable populations in contemporary Greece, with a particular focus on the region of Attica. Methods: A scoping review of individual-level indices of socioeconomic deprivation and vulnerability was conducted, also including indices incorporating household-level variables. In addition, data from the primary care study “EGKARDIA,” conducted in Attica ...
Introduction:Multiple economic crises have constituted a major challenge for contemporary Greece. Under investigation are their multidimensional effects on the already strained public health system, on overall population health, and more specifically on cardiovascular health. The impact of this era of overlapping crises is expected to be more pronounced among socioeconomically vulnerable individuals, who face barriers to access to healthcare services while being simultaneously underrepresented in epidemiological studies. Therefore, the present doctoral dissertation aimed to assess the cardiovascular and mental health of socioeconomically vulnerable populations in contemporary Greece, with a particular focus on the region of Attica. Methods: A scoping review of individual-level indices of socioeconomic deprivation and vulnerability was conducted, also including indices incorporating household-level variables. In addition, data from the primary care study “EGKARDIA,” conducted in Attica during the period 2013–2015 among individuals aged ≥30 years belonging to socioeconomically vulnerable populations, were analyzed. The primary objectives of this study were to estimate the prevalence of cardiometabolic conditions (obesity, hypertension, dyslipidemia, diabetes mellitus), while a secondary objective was to investigate factors associated with the presence of hypertension (diagnosed and undiagnosed) using univariable and multivariable logistic regression models. Finally, a cross-sectional study was conducted in 2024, during which the updated “EGKARDIA” questionnaire was administered to patients of the Cardiology Clinic of “Alexandra” General Hospital of Athens, as well as to their accompanying caregivers. The primary objective of this study was to estimate the prevalence and correlates of material and social deprivation using the European Union Material and Social Deprivation Index (EU-MSDI). A hierarchical logistic regression model was applied for statistical analysis. Results: Through the scoping review, 14 indices were identified, of which 64% measured social deprivation and 36% socioeconomic vulnerability. The sum of weighted responses was the most common scoring approach, used in 43% of all indices, with no exclusive domains corresponding solely to vulnerability or deprivation indices. Overall, 83 distinct variables were identified; a frequently used variable (29%), related to individuals’ social relationships, was the question “seen any family members, friends, or neighbors.” Only five deprivation indices reported a specific measure of internal consistency, while none provided data on reproducibility. In the “EGKARDIA” study, among 5,609 participants (65% female at birth, 31% aged ≥65 years, 39% with only compulsory education, and 24% unemployed), 89% were physically inactive or minimally active, 56% were current or former smokers, 27% were obese, 55% had hypertension (28% undiagnosed), 84% had dyslipidemia (49% undiagnosed), and 15% had diabetes mellitus (9% undiagnosed). Additionally, 20% reported moderate or 11severe depression. Hypertension was independently associated with male sex at birth, older age, lower educational attainment, physical inactivity, retirement, unemployment, depression, overweight and obesity, diabetes mellitus, and dyslipidemia. A similar pattern of associations was observed for undiagnosed hypertension. Regarding the cross-sectional study assessing material and social deprivation, among 456 participants (59% female at birth, 75% aged <65 years, and 40% with ≤12 years of education), 46.3% experienced material and social deprivation (28.5% severe deprivation), with these rates nearly doubling the national estimates for 2024. Deprivation was significantly associated with lower educational attainment, older age, and lack of current employment. Smoking, insufficient sleep duration, and the presence of physical health conditions were independently associated with deprivation. Individuals experiencing deprivation also reported statistically significantly poorer health-related quality of life (HRQoL), higher levels of depressive symptoms, a greater likelihood of clinically significant anxiety, and lower life satisfaction. Conclusions: The scoping review represents the first study to highlight individual-level indices of socioeconomic deprivation and vulnerability, which may be used interchangeably when assessing the impact of socioeconomic status on health outcomes. The “EGKARDIA” study demonstrated a particularly high prevalence of cardiometabolic diseases among socioeconomically vulnerable individuals, underscoring the need for targeted public health interventions to support these populations. Finally, the cross-sectional study of material and social deprivation revealed a notably high prevalence of deprivation in the hospital population and its strong associations with sociodemographic characteristics, adverse lifestyle factors, physical health conditions, impaired HRQoL, and mental health. Deprivation assessment should be integrated into routine clinical care, and targeted social and healthcare support strategies should be implemented for socioeconomically vulnerable patients and caregivers.
περισσότερα