Περίληψη
Η παρούσα διατριβή διερευνά τον τρόπο με τον οποίο δίγλωσσα άτομα ερμηνεύουν και επεξεργάζονται προβλεπτικές μη τοπικές εξαρτήσεις στην πρώτη (Γ1) και τη δεύτερη (Γ2) γλώσσα τους, με έμφαση στον ρόλο γραμματικών και εξωγραμματικών περιορισμών τόσο κατά την επεξεργασία σε πραγματικό χρόνο όσο και κατά την εκτός πραγματικού χρόνου κατανόηση προτάσεων. Με τη χρήση συνδυασμού συμπεριφορικών και νευροφυσιολογικών μεθόδων (ERP – δυναμικά σχετιζόμενα με γεγονότα), δύο εμπειρικές μελέτες εξέτασαν την επίλυση καταφορικών αντωνυμιών (cataphoric pronoun resolution, CPR) και τον σχηματισμό εξαρτήσεων μεταξύ μετακινημένου όρου και κενού (filler-gap dependencies, FGD) σε δίγλωσσους με Γ1 τη γερμανική και Γ2 την αγγλική, με υψηλό επίπεδο γλωσσικής επάρκειας. Η έρευνα εξέτασε κατά πόσο οι δίγλωσσοι εφαρμόζουν τους ίδιους γλωσσικούς περιορισμούς στις δύο γλώσσες τους και σε ποιον βαθμό τα πρότυπα ατομικής διαφοροποίησης είναι κοινά μεταξύ της Γ1 και της Γ2 στα ίδια άτομα.Η Μελέτη 1 επικεντρώθηκε στην ε ...
Η παρούσα διατριβή διερευνά τον τρόπο με τον οποίο δίγλωσσα άτομα ερμηνεύουν και επεξεργάζονται προβλεπτικές μη τοπικές εξαρτήσεις στην πρώτη (Γ1) και τη δεύτερη (Γ2) γλώσσα τους, με έμφαση στον ρόλο γραμματικών και εξωγραμματικών περιορισμών τόσο κατά την επεξεργασία σε πραγματικό χρόνο όσο και κατά την εκτός πραγματικού χρόνου κατανόηση προτάσεων. Με τη χρήση συνδυασμού συμπεριφορικών και νευροφυσιολογικών μεθόδων (ERP – δυναμικά σχετιζόμενα με γεγονότα), δύο εμπειρικές μελέτες εξέτασαν την επίλυση καταφορικών αντωνυμιών (cataphoric pronoun resolution, CPR) και τον σχηματισμό εξαρτήσεων μεταξύ μετακινημένου όρου και κενού (filler-gap dependencies, FGD) σε δίγλωσσους με Γ1 τη γερμανική και Γ2 την αγγλική, με υψηλό επίπεδο γλωσσικής επάρκειας. Η έρευνα εξέτασε κατά πόσο οι δίγλωσσοι εφαρμόζουν τους ίδιους γλωσσικούς περιορισμούς στις δύο γλώσσες τους και σε ποιον βαθμό τα πρότυπα ατομικής διαφοροποίησης είναι κοινά μεταξύ της Γ1 και της Γ2 στα ίδια άτομα.Η Μελέτη 1 επικεντρώθηκε στην επίλυση καταφορικών αντωνυμιών και χρησιμοποίησε κρίσεις σχετικά με το πιθανό antecedent της αντωνυμίας, εκτός πραγματικού χρόνου, προκειμένου να αξιολογηθεί η ευαισθησία σε δομικούς και κειμενοπραγματολογικούς περιορισμούς κατά την ερμηνεία καταφορικών αντωνυμιών. Σε επίπεδο ομάδας, τα αποτελέσματα έδειξαν σε μεγάλο βαθμό συνεπή εφαρμογή των περιορισμών μεταξύ της Γ1 και της Γ2. Ωστόσο, παρατηρήθηκαν ορισμένες σποραδικές διαφοροποιήσεις που σχετίζονταν με το καθεστώς της γλώσσας (Γ1/Γ2) και το επίπεδο επάρκειας στη Γ2 και επηρέαζαν τόσο τους δομικούς όσο και τους κειμενοπραγματολογικούς περιορισμούς. Σε ατομικό επίπεδο, οι προτιμήσεις συναναφοράς παρουσίασαν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της Γ1 και της Γ2, ιδιαίτερα ως προς τον περιορισμό της Συνθήκης C (Condition C), γεγονός που υποδηλώνει συνεπή ευαισθησία στους σχετικούς περιορισμούς στις δύο γλώσσες.Η Μελέτη 2 εξέτασε την επεξεργασία εξαρτήσεων μεταξύ μετακινημένου όρου και κενού με τη χρήση μετρήσεων ERP, προκειμένου να καταγραφούν σε πραγματικό χρόνο οι αποκρίσεις σε συνθήκες σημασιολογικά μη εύλογου μετακινημένου όρου και σε παραβιάσεις συμπληρωμένου κενού (filled-gap violations), παράλληλα με δοκιμασίες κρίσης σημασιολογικής ευλογοφάνειας και γραμματικότητας. Παρότι παρατηρήθηκαν επιδράσεις του επιπέδου επάρκειας στη Γ2, οι αποκρίσεις ERP που προκλήθηκαν από τις παραβιάσεις συμπληρωμένου κενού και τις παραβιάσεις σημασιολογικής ευλογοφάνειας ήταν ποιοτικά παρόμοιες στις δύο γλώσσες, αντανακλώντας συνεπή νευρωνικά πρότυπα που συνδέονται με τη συντακτική και σημασιολογική επεξεργασία σε επίπεδο ομάδας. Επιπλέον, οι ατομικές αποκρίσεις ERP στις συντακτικές ιδιότητες των εξεταζόμενων παραβιάσεων παρουσίασαν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των δύο γλωσσών και των πειραμάτων, καταδεικνύοντας συνεπή πρότυπα συντακτικής επεξεργασίας μεταξύ Γ1 και Γ2 στα ίδια άτομα.Συνολικά, τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι οι δίγλωσσοι αξιοποιούν παρόμοιους τύπους περιορισμών στις δύο γλώσσες τους, ωστόσο η ισχύς και η ιεράρχηση αυτών των περιορισμών στη Γ2 διαφοροποιούνται, ως προς ορισμένες πτυχές, ανάλογα με την ατομική διαφοροποίηση και το επίπεδο γλωσσικής επάρκειας στη Γ2.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation investigates how bilingual individuals interpret and process predictive non-local dependencies in their first (L1) and second (L2) languages, with a focus on the role of grammatical and extra-grammatical constraints in both real-time and offline sentence comprehension. Using a combination of behavioral and neurophysiological (ERP) methods, two empirical studies examined cataphoric pronoun resolution (CPR) and filler-gap dependency (FGD) formation in highly proficient L1 German–L2 English bilinguals. The research examined whether bilinguals apply the same linguistic constraints across their languages and to what extent individual variability patterns are shared across the L1 and the L2 within the same individuals. Study 1 focused on CPR and used offline antecedent judgments to assess sensitivity to structural and discourse-level constraints in the interpretation of cataphoric pronouns. At the group level, results showed largely consistent constraint application across ...
This dissertation investigates how bilingual individuals interpret and process predictive non-local dependencies in their first (L1) and second (L2) languages, with a focus on the role of grammatical and extra-grammatical constraints in both real-time and offline sentence comprehension. Using a combination of behavioral and neurophysiological (ERP) methods, two empirical studies examined cataphoric pronoun resolution (CPR) and filler-gap dependency (FGD) formation in highly proficient L1 German–L2 English bilinguals. The research examined whether bilinguals apply the same linguistic constraints across their languages and to what extent individual variability patterns are shared across the L1 and the L2 within the same individuals. Study 1 focused on CPR and used offline antecedent judgments to assess sensitivity to structural and discourse-level constraints in the interpretation of cataphoric pronouns. At the group level, results showed largely consistent constraint application across the L1 and the L2. However, there were some sporadic modulations by language status (L1/L2) and L2 proficiency that affected both structural and discourse-level constraints. At the individual level, coreference preferences were highly correlated across the L1 and the L2, particularly with respect to the Condition C constraint, indicating consistent constraint sensitivity across languages. Study 2 examined FGD processing using ERP measures to track real-time responses to implausible filler conditions and filled-gap violations, alongside plausibility and grammaticality judgment tasks. Although effects of L2 proficiency were observed, the ERP responses elicited by filled-gap violations and semantic plausibility violations were qualitatively similar across both languages, reflecting consistent neural patterns associated with syntactic and semantic processing at the group level. Additionally, individual ERP responses to the syntactic properties of the examined violations were strongly correlated across languages and experiments, indicating consistent L1–L2 patterns of syntactic processing within the same individuals. Together, the findings demonstrate that bilinguals engage similar types of constraints across their two languages, but the strength and prioritization of these constraints in the L2 are modulated, in certain respects, by individual variability and L2 proficiency.
περισσότερα