Περίληψη
Σκοπός: Η γνωσιακή έκπτωση αποτελεί σύγχρονο πρόβλημα δημόσιας υγείας. Ο πιθανός ρόλος των χρονικών διαιτητικών προτύπων (ΧΔΠ) παραμένει ουσιαστικά αδιερεύνητος. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των ΧΔΠ και της γνωσιακής λειτουργίας (συνολικά & επιμέρους τομείς) συγχρονικά και προοπτικά και της σχέσης αυτών με τη συγκέντρωση του βιοδείκτη αβ42 στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Μεθοδολογία: Ο πληθυσμός της μελέτης αποτελείται από άτομα με φυσιολογική γνωσιακή λειτουργία και με ήπια γνωσιακή έκπτωση (MCI). Οι συμμετέχοντες/ουσες υποβλήθηκαν σε σειρά διαδικασιών (λήψη ιστορικού, ανθρωπομετρήσεων, οσφυονωτιαία παρακέντηση για τον προσδιορισμό του βιοδείκτη αβ42). Έγινε ενδελεχής νευροψυχολογική αξιολόγηση μέσω συστοιχίας δοκιμασιών που αξιολογούν 5 γνωσιακούς τομείς (μνήμη/λόγος/προσοχή-ταχύτητα επεξεργασίας/επιτελικές λειτουργίες/οπτικοχωρικές ικανότητες). Η αξιολόγηση της διαιτητικής πρόσληψης πραγματοποιήθηκε μέσω 4 ανακλήσεων 24ώρου. Από τις πληρ ...
Σκοπός: Η γνωσιακή έκπτωση αποτελεί σύγχρονο πρόβλημα δημόσιας υγείας. Ο πιθανός ρόλος των χρονικών διαιτητικών προτύπων (ΧΔΠ) παραμένει ουσιαστικά αδιερεύνητος. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των ΧΔΠ και της γνωσιακής λειτουργίας (συνολικά & επιμέρους τομείς) συγχρονικά και προοπτικά και της σχέσης αυτών με τη συγκέντρωση του βιοδείκτη αβ42 στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Μεθοδολογία: Ο πληθυσμός της μελέτης αποτελείται από άτομα με φυσιολογική γνωσιακή λειτουργία και με ήπια γνωσιακή έκπτωση (MCI). Οι συμμετέχοντες/ουσες υποβλήθηκαν σε σειρά διαδικασιών (λήψη ιστορικού, ανθρωπομετρήσεων, οσφυονωτιαία παρακέντηση για τον προσδιορισμό του βιοδείκτη αβ42). Έγινε ενδελεχής νευροψυχολογική αξιολόγηση μέσω συστοιχίας δοκιμασιών που αξιολογούν 5 γνωσιακούς τομείς (μνήμη/λόγος/προσοχή-ταχύτητα επεξεργασίας/επιτελικές λειτουργίες/οπτικοχωρικές ικανότητες). Η αξιολόγηση της διαιτητικής πρόσληψης πραγματοποιήθηκε μέσω 4 ανακλήσεων 24ώρου. Από τις πληροφορίες των ανακλήσεων 24ώρου υπολογίστηκε η πρόσληψη ενέργειας, θρεπτικών συστατικών και ομάδων τροφίμων και προσδιορίστηκαν οι παράμετροι των ΧΔΠ (χρόνος/τακτικότητα/παράθυρο διαιτητικής πρόσληψης). Ο χρόνος μελετήθηκε ως προς την ώρα κατανάλωσης του πρώτου/τελευταίου διατροφικού επεισοδίου και ως την ποσοστιαία ενεργειακή συνεισφορά 4 διαφορετικών χρονικών ζωνών (πρωινό/πρωινή ζώνη/απογευματινή ζώνη/βραδινό). Οι χρονικές ζώνες ορίστηκαν με 2 τρόπους: βάσει των ωρών αφύπνισης-ύπνου και βάσει της ώρας της ημέρας. Η τακτικότητα της διαιτητικής πρόσληψης αξιολογήθηκε μέσω της συχνότητας και το παράθυρο αξιολογήθηκε μέσω του διαστήματος που αυτή διαρκεί. Η ποιότητα του πρωινού γεύματος αξιολογήθηκε μέσω ενός δείκτη, που βασίζεται στην καθημερινή κατανάλωση συγκεκριμένων ποσοτήτων ενέργειας, θρεπτικών συστατικών και ομάδων τροφίμων. Αποτελέσματα: Συμπεριλήφθηκαν 189 άτομα (66,3% γυναίκες, 34,9% MCI), ηλικίας 64±9 ετών και 13±4 ετών εκπαίδευσης. Το 75,4% των ατόμων επανελέγχθηκε έπειτα από 2±1 έτη, ενώ η διαιτητική πρόσληψη επαναξιολογήθηκε στο έτος σε 52,9%. Συγχρονικά, υψηλότερη ποσοστιαία ενεργειακή συνεισφορά της ζώνης 4:00-9:59 σχετίστηκε με μικρότερη πιθανότητα παθολογικής συγκέντρωσης αβ42. Μετά από 2±1 έτη, λήψη του τελευταίου διατροφικού επεισοδίου κατά 1h αργότερα σχετίστηκε με μικρότερη έκπτωση στον τομέα των οπτικοχωρικών ικανοτήτων. Επιπρόσθετα, βάσει των ωρών αφύπνισης-ύπνου, υψηλότερο ποσοστό της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης (ΗΕΠ) που καλύπτεται από το πρωινό και το βραδινό σχετίστηκαν με μεγαλύτερη έκπτωση στον τομέα της προσοχής-ταχύτητας επεξεργασίας και στον τομέα των οπτικοχωρικών ικανοτήτων αντίστοιχα. Κατά την ετήσια επαναξιολόγηση της διαιτητικής πρόσληψης, σημειώθηκαν αλλαγές σε αρκετές παραμέτρους των ΧΔΠ, οι οποίες σχετίστηκαν με τη γνωσιακή λειτουργία. Μετακίνηση της ώρας του πρώτου διατροφικού επεισοδίου αργότερα σχετίστηκε με μεγαλύτερη έκπτωση στον τομέα των οπτικοχωρικών ικανοτήτων. Επιπλέον, βάσει των ωρών αφύπνισης-ύπνου, αύξηση του ποσοστού της ΗΕΠ που καλύπτεται από την πρωινή ζώνη σχετίστηκε με μεγαλύτερη γνωσιακή έκπτωση συνολικά και στον τομέα της μνήμης, ενώ αύξηση του ποσοστού της ΗΕΠ που καλύπτεται από το βραδινό σχετίστηκε με μικρότερη έκπτωση συνολικά και σε επιμέρους τομείς (μνήμη/λόγος/επιτελικές λειτουργίες/οπτικοχωρικές ικανότητες). Συμπεράσματα: Η έναρξη λήψης τροφής αργότερα μέσα στην ημέρα και η λήξη αυτής νωρίτερα μέσα στην ημέρα θα μπορούσαν να αποτελέσουν δείκτες γνωσιακής έκπτωσης. Επίσης, η κατανάλωση τροφής νωρίτερα μέσα στην ημέρα σχετίστηκε τόσο με θετικές όσο και με αρνητικές, για τη γνωσιακή υγεία, εκβάσεις. Παρά το γεγονός ότι τα συμπεράσματα της παρούσας διατριβής προκύπτουν από δεδομένα παρατήρησης, αναδεικνύουν τη σημασία της μελέτης των ΧΔΠ στη γνωσιακή λειτουργία, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν εργαλεία ανίχνευσης ή/και πρόληψης γνωσιακής έκπτωσης.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Aim: Cognitive decline is a major public health issue. The role of temporal patterns of eating in cognitive health remains insufficiently investigated. The aim of the present doctoral thesis is to examine the relationship between temporal patterns of eating and cognitive function (globally and specific cognitive domains) in cross-sectional and prospective analyses. Additionally, it aims to investigate the association between temporal patterns of eating and the concentration of Aβ42 in cerebrospinal fluid. Methods: The study sample consisted of individuals with normal cognitive function and individuals with mild cognitive impairment (MCI). Participants underwent a series of procedures (medical history, weight and height measurements, lumbar puncture for Aβ42 determination). Cognitive performance was assessed by a battery of neuropsychological tests to provide information on 5 main cognitive domains (memory, language, attention/speed, executive function, visuospatial abilities). Dietary ...
Aim: Cognitive decline is a major public health issue. The role of temporal patterns of eating in cognitive health remains insufficiently investigated. The aim of the present doctoral thesis is to examine the relationship between temporal patterns of eating and cognitive function (globally and specific cognitive domains) in cross-sectional and prospective analyses. Additionally, it aims to investigate the association between temporal patterns of eating and the concentration of Aβ42 in cerebrospinal fluid. Methods: The study sample consisted of individuals with normal cognitive function and individuals with mild cognitive impairment (MCI). Participants underwent a series of procedures (medical history, weight and height measurements, lumbar puncture for Aβ42 determination). Cognitive performance was assessed by a battery of neuropsychological tests to provide information on 5 main cognitive domains (memory, language, attention/speed, executive function, visuospatial abilities). Dietary intake was evaluated using four 24-h dietary recalls. Based on these recalls, intake of energy, nutrients, and food groups were calculated, and parameters of temporal patterns of eating were identified (timing, regularity, and window of dietary intake). Timing of dietary intake was examined as the time of the first and last eating episode, as well as the percentage of daily energy intake consumed during four distinct time periods (breakfast, morning, afternoon, and dinner). Time periods were defined in two ways: based on wake-up and bedtime, and based on the time of day. Regularity of dietary intake was assessed through eating frequency, and the eating window was assessed through the duration of dietary intake. Breakfast quality was evaluated using an index based on the daily consumption of specific quantities of energy, nutrients, and food groups. Results: The present analysis included 189 individuals (66.3% female, 34.9% with MCI), with a mean age of 64±9 years and 13±4 years of education. Seventy-five percent of the study sample had a follow-up assessment after 2±1 years, while dietary intake was assessed at 1 year in 52.9% of participants. Cross-sectional analysis showed that a higher percentage of total energy intake between 4:00 and 9:59 was associated with reduced odds of having pathological concentrations of Aβ42. After 2±1 years, having the last eating episode 1h later was associated with less decline in the visuospatial cognitive domain. Additionally, based on wake-up and bedtime, a higher percentage of total energy intake derived from breakfast and dinner was associated with faster decline in the attention/speed and visuospatial cognitive domains, respectively. After the annual dietary reassessment, changes in several parameters of temporal patterns of eating were observed and were associated with cognitive function. Moving the time of the first eating episode later was associated with faster decline in the visuospatial cognitive domain. Moreover, based on wake-up and bedtime, an increase in the percentage of total energy intake derived from the morning period was associated with faster decline in global cognition and in the memory cognitive domain, while an increase in the percentage of total energy intake derived from dinner was associated with less decline in global cognition and specific cognitive domains (memory, language, executive function, and visuospatial abilities). Conclusions: Beginning to consume food later in the day and ending food consumption earlier may represent markers of cognitive decline. Furthermore, earlier food consumption during the day was associated with both positive and negative outcomes related to cognitive health. Although the conclusions of the present doctoral thesis are based on cross-sectional data, they highlight the importance of temporal patterns of eating in cognitive function and suggest that such patterns may serve as potential tools for identifying and/or preventing cognitive decline.
περισσότερα