Περίληψη
Εισαγωγή: Τα καρδιαγγειακά νοσήματα εξακολουθούν να αποτελούν την κυριότερη αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, επιβαρύνοντας σημαντικά τα συστήματα υγείας και τη δημόσια υγεία. Η αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπισή τους προϋποθέτει τον έγκαιρο εντοπισμό και τον επαρκή έλεγχο των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου, όπως η δυσλιπιδαιμία, η αρτηριακή υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης. Ωστόσο, η κλινική αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων θεραπευτικών παρεμβάσεων εξαρτάται όχι μόνο από την ορθή συνταγογράφηση και την έγκαιρη έναρξη της αγωγής, αλλά και από τη συνεπή λήψη και τη μακροχρόνια διατήρησή της. Σκοπός - Μεθοδολογία: Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου, του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου και της συμπεριφοράς λήψης φαρμακευτικής αγωγής σε άτομα υπό υπολιπιδαιμική, αντιυπερτασική ή αντιδιαβητική θεραπεία. Η διατριβή περιλάμβανε δύο συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αν ...
Εισαγωγή: Τα καρδιαγγειακά νοσήματα εξακολουθούν να αποτελούν την κυριότερη αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, επιβαρύνοντας σημαντικά τα συστήματα υγείας και τη δημόσια υγεία. Η αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπισή τους προϋποθέτει τον έγκαιρο εντοπισμό και τον επαρκή έλεγχο των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου, όπως η δυσλιπιδαιμία, η αρτηριακή υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης. Ωστόσο, η κλινική αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων θεραπευτικών παρεμβάσεων εξαρτάται όχι μόνο από την ορθή συνταγογράφηση και την έγκαιρη έναρξη της αγωγής, αλλά και από τη συνεπή λήψη και τη μακροχρόνια διατήρησή της. Σκοπός - Μεθοδολογία: Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου, του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου και της συμπεριφοράς λήψης φαρμακευτικής αγωγής σε άτομα υπό υπολιπιδαιμική, αντιυπερτασική ή αντιδιαβητική θεραπεία. Η διατριβή περιλάμβανε δύο συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις σχετικά με τη φαρμακευτική συνέπεια στη θεραπεία με στατίνες, καθώς και πρωτογενή επιδημιολογική μελέτη σε 1.019 ενήλικες συμμετέχοντες στην Ελλάδα. Η φαρμακευτική συνέπεια ποσοτικοποιήθηκε μέσω του δείκτη Proportion of Days Covered (PDC), με όριο επαρκούς συνέπειας το 80%, ενώ η επιμονή στη θεραπεία και ο χρόνος έως την πρώτη διακοπή αξιολογήθηκαν με καμπύλες Kaplan-Meier και μοντέλα αναλογικών κινδύνων Cox. Αποτελέσματα: Παρατηρήθηκαν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις στα επίπεδα φαρμακευτικής συνέπειας μεταξύ των θεραπευτικών κατηγοριών, με την αντιυπερτασική αγωγή να εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό επαρκούς συνέπειας και τη συχνότερη διακοπή της θεραπείας. Η δευτερογενής πρόληψη και οι υψηλότερες κατηγορίες καρδιαγγειακού κινδύνου συσχετίστηκαν με ευνοϊκότερη θεραπευτική συμπεριφορά. Επιπλέον, η πολυνοσηρότητα και η πολυφαρμακία συσχετίστηκαν, σε επιμέρους θεραπευτικές κοόρτες, με αυξημένη πιθανότητα επαρκούς φαρμακευτικής συνέπειας. Αντιθέτως, συγκεκριμένα κοινωνικοδημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά συνδέθηκαν με χαμηλότερη συνέπεια ή αυξημένο κίνδυνο πρώιμης διακοπής της θεραπείας. Συμπεράσματα: Η φαρμακευτική συνέπεια και η επιμονή στη θεραπεία αποτελούν θεμελιώδεις προσδιοριστές της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων καρδιαγγειακής πρόληψης. Η συστηματική αναγνώριση των ασθενών με αυξημένο κίνδυνο ανεπαρκούς συνέπειας ή πρόωρης διακοπής μπορεί να υποστηρίξει την ανάπτυξη εξατομικευμένων παρεμβάσεων παρακολούθησης, εκπαίδευσης και ενδυνάμωσης. Η εφαρμογή τέτοιων στρατηγικών από διεπιστημονικές ομάδες επαγγελματιών υγείας δύναται να ενισχύσει την επίτευξη των θεραπευτικών στόχων, να βελτιώσει τις κλινικές εκβάσεις και να περιορίσει το υγειονομικό και κοινωνικοοικονομικό φορτίο των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Λέξεις κλειδιά: καρδιομεταβολικοί παράγοντες κινδύνου, φαρμακευτική συνέπεια, επιμονή στη θεραπεία, διακοπή θεραπείας, αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσος, επιδημιολογία δημόσια υγεία.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Introduction: Cardiovascular diseases remain the leading cause of morbidity and mortality worldwide, imposing a substantial burden on healthcare systems and public health. Their effective prevention and management require the timely identification and adequate control of cardiometabolic risk factors, including dyslipidemia, arterial hypertension, and diabetes mellitus. However, the clinical effectiveness of available therapeutic interventions depends not only on appropriate prescribing and timely treatment initiation, but also on consistent medication use and long-term treatment persistence. Aim and Methodology: The aim of the present doctoral dissertation was to investigate the relationships among cardiometabolic risk factors, overall cardiovascular risk, and medication-taking behavior in individuals receiving lipid-lowering, antihypertensive, or antidiabetic therapy. The dissertation comprised two systematic reviews and meta-analyses examining medication adherence to statin therapy, ...
Introduction: Cardiovascular diseases remain the leading cause of morbidity and mortality worldwide, imposing a substantial burden on healthcare systems and public health. Their effective prevention and management require the timely identification and adequate control of cardiometabolic risk factors, including dyslipidemia, arterial hypertension, and diabetes mellitus. However, the clinical effectiveness of available therapeutic interventions depends not only on appropriate prescribing and timely treatment initiation, but also on consistent medication use and long-term treatment persistence. Aim and Methodology: The aim of the present doctoral dissertation was to investigate the relationships among cardiometabolic risk factors, overall cardiovascular risk, and medication-taking behavior in individuals receiving lipid-lowering, antihypertensive, or antidiabetic therapy. The dissertation comprised two systematic reviews and meta-analyses examining medication adherence to statin therapy, as well as a primary epidemiological study involving 1,019 adult participants in Greece. Medication adherence was quantified using the Proportion of Days Covered (PDC), with a threshold of 80% defining adequate adherence, while treatment persistence and time to first discontinuation were evaluated using Kaplan–Meier curves and Cox proportional hazards models. Results: Substantial differences in medication adherence were observed across therapeutic categories, with antihypertensive therapy demonstrating the lowest rate of adequate adherence and the highest frequency of treatment discontinuation. Secondary prevention and higher cardiovascular risk categories were associated with more favorable medication-taking behavior. Furthermore, multimorbidity and polypharmacy were associated, within specific therapeutic cohorts, with an increased likelihood of adequate medication adherence. Conversely, specific sociodemographic and clinical characteristics were associated with lower adherence or an increased risk of early treatment discontinuation. Conclusions: Medication adherence and treatment persistence are fundamental determinants of the effectiveness of cardiovascular prevention interventions. The systematic identification of patients at increased risk of inadequate adherence or premature discontinuation may support the development of individualized monitoring, educational, and patient-empowerment interventions. The implementation of such strategies by multidisciplinary healthcare teams may facilitate the achievement of therapeutic targets, improve clinical outcomes, and reduce the healthcare and socioeconomic burden of cardiovascular disease. Keywords: cardiometabolic risk factors, medication adherence, treatment persistence, treatment discontinuation, atherosclerotic cardiovascular disease, epidemiology, public health.
περισσότερα