Περίληψη
Γενική περιγραφή: Το θέμα της διατριβής είναι η διεπίδραση του πραγματολογικού συμπερασμού (pragmatic inference), του προσώπου (face) και του συναισθήματος (emotion). Ο όρος πραγματολογικός συμπερασμός αναφέρεται στους συμπερασμούς που εξάγουν οι ακροατές ή οι παρατηρητές προκειμένου να ερμηνεύσουν το νόημα του ομιλητή, μια διαδικασία που σύμφωνα με κεντρικές θεωρητικές παραδόσεις της πραγματολογίας έχει τη βάση της στα αξιώματα της συνομιλίας του Grice (1975) και τη συνειδητή υπονόμευσή τους (flouting). Από την άλλη, στη Θεωρία της Ευγέ-νειας, το πρόσωπο αναφέρεται στη δημόσια εικόνα που οι άνθρωποι επιθυμούν να διατηρούν στην κοινωνική διάδραση (Goffman 1967), ενώ το συναίσθημα αφορά σε αντιδράσεις του γνωσιακού συστήματος σε αλλαγές, απειλές ή ευκαιρίες που παρουσιάζονται στον κόσμο. Τα εμπειρικά φαινόμενα που παίρνει ως αφετηρία η διατριβή είναι ο παιγνιώδης λόγος και συγκεκριμένα η ψευδο-αγένεια (mock impoliteness), το πείραγμα (teasing) και τα ειρωνικά κομπλιμέντα (ironic compli- ...
Γενική περιγραφή: Το θέμα της διατριβής είναι η διεπίδραση του πραγματολογικού συμπερασμού (pragmatic inference), του προσώπου (face) και του συναισθήματος (emotion). Ο όρος πραγματολογικός συμπερασμός αναφέρεται στους συμπερασμούς που εξάγουν οι ακροατές ή οι παρατηρητές προκειμένου να ερμηνεύσουν το νόημα του ομιλητή, μια διαδικασία που σύμφωνα με κεντρικές θεωρητικές παραδόσεις της πραγματολογίας έχει τη βάση της στα αξιώματα της συνομιλίας του Grice (1975) και τη συνειδητή υπονόμευσή τους (flouting). Από την άλλη, στη Θεωρία της Ευγέ-νειας, το πρόσωπο αναφέρεται στη δημόσια εικόνα που οι άνθρωποι επιθυμούν να διατηρούν στην κοινωνική διάδραση (Goffman 1967), ενώ το συναίσθημα αφορά σε αντιδράσεις του γνωσιακού συστήματος σε αλλαγές, απειλές ή ευκαιρίες που παρουσιάζονται στον κόσμο. Τα εμπειρικά φαινόμενα που παίρνει ως αφετηρία η διατριβή είναι ο παιγνιώδης λόγος και συγκεκριμένα η ψευδο-αγένεια (mock impoliteness), το πείραγμα (teasing) και τα ειρωνικά κομπλιμέντα (ironic compli-ments). Αυτά συνιστούν πολύπλοκες συνομιλιακές πράξεις καθώς εμπλέκουν, ταυτόχρονα, υπονοήματα (π.χ. μη κυριολεκτικές χρήσεις της γλώσσας) και στάσεις (attitudes) απέναντι στον ακροατή/στην ακροάτρια.Στόχοι •Ο κύριος στόχος της διατριβής ήταν να διερευνήσει τη συνεισφορά α) του προσώπου και β) της συναισθηματικής κατάστασης του ομιλητή στην εξαγωγή πραγματολογικών νοημάτων, όταν το περιγραφικό ή λογικοπροτασικό (descriptive/propositional) περιεχόμενο παραμένει σταθερό. •Ο δεύτερος στόχος ήταν να εξεταστεί αν η υιοθέτηση συγκεκριμένης οπτικής (ομιλήτρια, ακροάτρια, παρατηρήτρια) έχει συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίον κατασκευάζεται το νόημα της ομιλήτριας σε συγγενείς συνομιλιακές πράξεις όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω (π.χ. πείραγμα, ειρωνικά κομπλιμέντα). Μεθοδολογία και αποτελέσματα Διεξάχθηκαν τέσσερα πειράματα. Για τον σχεδιασμό και τη δημιουργία των πειραμάτων χρησιμοποιήθηκε η μη-χρονομετρική πειραματική τεχνική της βινιέτας (vignette technique) προσαρμοσμένη στις ανάγκες της πραγματολογικής έρευνας. Τα αποτελέσματα αυτών των πειραμάτων έδειξαν ότι:•Συμπερασμοί που προέρχονται από την υπονόμευση του Αξιώματος της Ποιότητας (Maxim of Quality) είναι πολύ ισχυροί, αλλά επίσης το πρόσωπο και το συναίσθημα συνιστούν πηγές πληροφορίας που λαμβάνουν υπόψη τους οι συνομιλητές προκειμένου να εξαγάγουν συμπερασμούς για το νόημα της ομιλήτριας.•Οι ακροατές τείνουν να ερμηνεύουν το νόημα της ομιλήτριας με κοινωνικά δυσμενέστερο τρόπο από ό,τι πιστεύει η ομιλήτρια. Συνέπειες για τη θεωρία της πραγματολογίας 1) Οι μεταβλητές του προσώπου και της συναισθηματικής κατάστασης μπορούν να παραγάγουν ασυμμετρία ανάμεσα στο τι λέγεται (what is said) και στο τι υπονοείται (what is implicated). Αυτό το εύρημα εγείρει για την πραγματολογία το ζήτημα της αναγνώρισης μη-λογικοπροτασικών ή θυμικών υπονοημάτων (non-propositional or affective implicatures) πέρα από τα τυπικά γκραϊσιανά υπονοήματα. Επίσης, ενισχύει σημασιολογικές προσεγγίσεις στο εκφραστικό νόημα (expressive meaning) και την αναγνώριση μιας ξεχωριστής διάστασης νοήματος σε σημασιολογικό επίπεδο. 2) Η πραγματολογική θεωρία οφείλει να αναγνωρίσει ότι προκύπτει διάσταση ανάμεσα στο τι νομίζει η ομιλήτρια ότι επιτελεί με το εκφώνημά της και στο τι θεωρεί η ακροάτρια ότι επιτελεί η ομιλήτρια. Αυτό συνάδει με επιχειρήματα για την πιο κεντρική θέση που είναι απαραίτητο να λάβει η έννοια των απολεκτικών αποτελεσμάτων (perlocutionary effects) και θέτει για μελλοντική έρευνα το ζήτημα των συναισθηματικών παραμέτρων και των γνωσιακών μηχανισμών (Γνωσιακή και Θυμική Θεωρία του Νου, Cognitive and Affective Theory of Mind) που εμπλέκονται στην κατανόηση συνομιλιακών πράξεων. 3) Η αναγνώριση του συναισθήματος στη θεωρία της πραγματολογίας επιτρέπει τη θεωρητική εν σωμάτωση μη λεκτικών τροπικοτήτων όπως η προσωδία, οι εκφράσεις του προσώπου και οι χειρονομίες ως πηγών πληροφορίας με τη βοήθεια των οποίων μπορούν να παραχθούν υπονοήματα.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The present thesis is concerned with the interplay of pragmatic inference, face and emotion. Pragmatic inference refers to inferences that hearers or observers make when attempting to arrive at speaker meaning, a process during which they presumably operate according to the Maxims postulated by Grice (1975). The empirical phenomena that this thesis takes as a starting point are mock impoliteness, banter and teasing. The literature reveals a rather complicated picture of what speakers intend and how hearers respond when engaging in these types of acts. Sometimes, people seem to achieve solidarity effects without using strong contextual cues (such as flouting the Maxim of Quality) and other times they have hard time comprehending remarks even when contextual cues are very salient (such as when the Maxim of Quality is flouted). This thesis attempts to provide some answers to this communicative paradox. In doing that, it considers two additional important parameters: impolite forms and per ...
The present thesis is concerned with the interplay of pragmatic inference, face and emotion. Pragmatic inference refers to inferences that hearers or observers make when attempting to arrive at speaker meaning, a process during which they presumably operate according to the Maxims postulated by Grice (1975). The empirical phenomena that this thesis takes as a starting point are mock impoliteness, banter and teasing. The literature reveals a rather complicated picture of what speakers intend and how hearers respond when engaging in these types of acts. Sometimes, people seem to achieve solidarity effects without using strong contextual cues (such as flouting the Maxim of Quality) and other times they have hard time comprehending remarks even when contextual cues are very salient (such as when the Maxim of Quality is flouted). This thesis attempts to provide some answers to this communicative paradox. In doing that, it considers two additional important parameters: impolite forms and perspective taking. Four experiments were conducted in order to investigate the effect of these factors. Experiment 1 showed that when the Maxim of Quality is flouted, this, in combination with remarks considered obviously (or less obviously) impolite, leads to solidarity inferences. However, obviously impolite remarks are not necessarily taken to generate more impoliteness effects in context than remarks that do not express impolite meanings. Experiment 2 examined the interaction between the Maxim of Quality and face concerns. Results showed that both factors, the Maxim of Quality and face concerns, contributed to the generation of solidarity inferences. Experiment 3 investigated the interaction between the Maxim of Quality and the speaker’s emotional state. Results showed that flouting the Maxim of Quality contributed themost to the derivation of solidarity inferences. The recognition of the speaker’s emotional state plays a significant role in inferring the speaker’s friendly or hostile attitude towards the hearer but plays a less important role in other dimensions of speaker meaning. Experiment 4 examined the Maxim of Quality and the role of perspective. Results revealed that, as in the previous experiments, flouting the Maxim of Quality results in solidarity inferences. However, under the perspective of the hearer as opposed to the perspective of the speaker, things look grimmer.In conclusion, the results of these four experiments combined suggest that a) inferences derived from flouting the Maxim of Quality are very robust, but also that face and emotion constitute sources of information which interlocutors take into account to draw solidarity inferences, and b) hearers tend to construe speaker meaning in a less affiliative manner than speakers think. These results have important implications for pragmatic theory and open the way for a more thorough investigation of affective factors in pragmatics and communication.
περισσότερα