Περίληψη
Η παρούσα διατριβή εξετάζει τον ρόλο των εποπτικών ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, εστιάζοντας στις Πανευρωπαϊκές Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων που διενεργούνται υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EET) / Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), καθώς και στην Άσκηση Προσομοίωσης Κλιματικού Κινδύνου της ΕΚΤ το 2022, η οποία αποτέλεσε μια «πρωτοφανή» εποπτική άσκηση. Υπό αυτό το πρίσμα, η διατριβή αναδεικνύει τόσο τον χρηματοοικονομικό όσο και τον διοικητικό ρόλο των Ασκήσεων Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων. Παρότι οι ασκήσεις αυτές συχνά αντιμετωπίζονται κυρίως ως εποπτικά εργαλεία για την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών και της κεφαλαιακής τους επάρκειας υπό δυσμενή σενάρια, η παρούσα διατριβή υποστηρίζει ότι ο ρόλος τους εκτείνεται πέρα από αυτή την παραδοσιακή λειτουργία. Ειδικότερα, οι εποπτικές Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων φαίνεται να παράγουν πληροφορία, να μειώνουν την αδιαφάνεια των τραπεζών, να διαμορφώνουν τις προσδοκίες τ ...
Η παρούσα διατριβή εξετάζει τον ρόλο των εποπτικών ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, εστιάζοντας στις Πανευρωπαϊκές Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων που διενεργούνται υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EET) / Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), καθώς και στην Άσκηση Προσομοίωσης Κλιματικού Κινδύνου της ΕΚΤ το 2022, η οποία αποτέλεσε μια «πρωτοφανή» εποπτική άσκηση. Υπό αυτό το πρίσμα, η διατριβή αναδεικνύει τόσο τον χρηματοοικονομικό όσο και τον διοικητικό ρόλο των Ασκήσεων Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων. Παρότι οι ασκήσεις αυτές συχνά αντιμετωπίζονται κυρίως ως εποπτικά εργαλεία για την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών και της κεφαλαιακής τους επάρκειας υπό δυσμενή σενάρια, η παρούσα διατριβή υποστηρίζει ότι ο ρόλος τους εκτείνεται πέρα από αυτή την παραδοσιακή λειτουργία. Ειδικότερα, οι εποπτικές Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων φαίνεται να παράγουν πληροφορία, να μειώνουν την αδιαφάνεια των τραπεζών, να διαμορφώνουν τις προσδοκίες των επενδυτών, να υποστηρίζουν την πειθαρχία της αγοράς και να επηρεάζουν τη μεταγενέστερη συμπεριφορά των τραπεζών ως προς τη διαχείριση των κινδύνων τους. Υπό αυτή την έννοια, οι Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων δεν εξετάζονται μόνο ως «εποπτικά εργαλεία», αλλά και ως κρίσιμες στρατηγικές αξιολογήσεις που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες, οι επενδυτές και οι εποπτικές αρχές ερμηνεύουν και αντιμετωπίζουν τους πιθανούς κινδύνους. Η διατριβή αναπτύσσει την παραπάνω προσέγγιση μέσα από τέσσερα διασυνδεδεμένα κεφάλαια και συνδυάζει τρεις βασικές εμπειρικές μεθόδους. Οι εμπειρικές προσεγγίσεις περιλαμβάνουν βιβλιομετρική ανάλυση, μεθοδολογία μελέτης γεγονότων και ανάλυση παλινδρόμησης δεδομένων πάνελ, ενώ εφαρμόζονται και έλεγχοι ευρωστίας (robustness checks), όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, για την περαιτέρω υποστήριξη της εγκυρότητας των εμπειρικών ευρημάτων.Το Κεφάλαιο I παρέχει το εννοιολογικό και βιβλιομετρικό υπόβαθρο της παρούσας διατριβής. Αξιοποιώντας 692 άρθρα καταχωρισμένα στη βάση Scopus, τα οποία δημοσιεύθηκαν μεταξύ 1999 και 2024, χαρτογραφεί την εξέλιξη της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας σχετικά με τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων στον τραπεζικό τομέα. Το κεφάλαιο ενσωματώνει περιγραφική βιβλιομετρία, ανάλυση βιβλιογραφικών αναφορών, βιβλιογραφική σύζευξη, ανάλυση συν-εμφάνισης λέξεων-κλειδιών, θεματική χαρτογράφηση και ανάλυση τάσεων, με σκοπό τον εντοπισμό της θεματικής εξέλιξης των Ασκήσεων Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η έρευνα σχετικά με τις ασκήσεις αυτές επεκτάθηκε σημαντικά μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά τη θεσμοθέτηση σημαντικών εποπτικών πλαισίων, συμπεριλαμβανομένων των Ασκήσεων Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η βιβλιογραφία έχει καταστεί ολοένα πιο ώριμη, καθώς και προσανατολισμένη και επικεντρωμένη σε θέματα όπως η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ο συστημικός κίνδυνος, ο πιστωτικός κίνδυνος, η κεφαλαιακή επάρκεια, η δημοσιοποίηση πληροφοριών, η πειθαρχία της αγοράς και η μακροπροληπτική πολιτική. Παράλληλα, νέες περιοχές, όπως οι Κλιματικές Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων, η ανθεκτικότητα σε κυβερνοεπιθέσεις, η μηχανική μάθηση, η ανάλυση σεναρίων και ο γεωπολιτικός κίνδυνος, έχουν γίνει ολοένα πιο εμφανείς. Το κεφάλαιο αυτό, συνεπώς, τοποθετεί τη διατριβή εντός ενός αναπτυσσόμενου ερευνητικού πεδίου και αναδεικνύει τις πληροφοριακές και συμπεριφορικές επιδράσεις των Ασκήσεων Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων ως βασικές περιοχές για περαιτέρω εμπειρική ανάλυση. Το Κεφάλαιο II διερευνά κατά πόσο οι δημοσιοποιήσεις των εν λόγω ασκήσεων μεταφέρουν πληροφορία σχετική με την αποτίμηση στις αγορές μετοχών. Το κεφάλαιο επικεντρώνεται στις Πανευρωπαϊκές Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων του 2018 και του 2021 και αντιμετωπίζει κάθε άσκηση ως μια ακολουθία εποπτικών γεγονότων δημοσιοποίησης, και όχι ως μία μεμονωμένη ανακοίνωση. Συγκεκριμένα, εξετάζει πώς αντιδρά η αγορά στη δημοσίευση των μεθοδολογιών των συγκεκριμένων ασκήσεων, των μακροοικονομικών σεναρίων και των τελικών αποτελεσμάτων. Ως προς τη μεθοδολογική προσέγγιση, το κεφάλαιο εφαρμόζει ένα πλαίσιο μελέτης γεγονότων, χρησιμοποιώντας ημερήσιες αποδόσεις τραπεζικών μετοχών και εθνικούς χρηματιστηριακούς δείκτες για κάθε τράπεζα του δείγματος που συμμετείχε στην άσκηση. Οι μη κανονικές αποδόσεις εκτιμώνται μέσω ενός υποδείγματος αγοράς σε περίοδο εκτίμησης 252 ημερών, ενώ η ανάλυση επικεντρώνεται στις σωρευτικές μη κανονικές αποδόσεις και στις απόλυτες σωρευτικές μη κανονικές αποδόσεις γύρω από βραχύβια χρονικά περιθώρια γεγονότων. Τα εμπειρικά αποτελέσματα δείχνουν ότι οι δημοσιοποιήσεις των Ασκήσεων Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων συνδέονται με μη κανονικές μεταβολές στις τιμές των τραπεζικών μετοχών, αν και οι αντιδράσεις διαφοροποιούνται μεταξύ τραπεζών, γεγονότων δημοσιοποίησης και κύκλων των εν λόγω εποπτικών ασκήσεων. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι οι επενδυτές δεν αντιδρούν μόνο στη δημοσίευση των τελικών αποτελεσμάτων, αλλά και σε προγενέστερες εποπτικές δημοσιοποιήσεις, ιδίως όταν αυτές παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη δομή, τη σοβαρότητα ή την εποπτική μεταχείριση της άσκησης. Αυτό υποστηρίζει την άποψη ότι οι Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων λειτουργούν ως «πολυδιάστατοι μηχανισμοί πληροφόρησης», οι οποίοι διαμορφώνουν τις προσδοκίες της αγοράς και συμβάλλουν στην πειθαρχία της αγοράς. Το Κεφάλαιο III επεκτείνει την ανάλυση των αντιδράσεων της αγοράς στο πεδίο των Κλιματικών Ασκήσεων Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων. Ειδικότερα, εξετάζει την Άσκηση Προσομοίωσης Κλιματικού Κινδύνου της ΕΚΤ του 2022 και τις σχετικές εποπτικές δημοσιοποιήσεις για το κλίμα. Αυτές περιλαμβάνουν τη δημοσίευση της μεθοδολογίας, τη δημοσιοποίηση των κλιματικών μακρο-χρηματοοικονομικών σεναρίων, τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων και τη δημοσίευση της Θεματικής Επισκόπησης της ΕΚΤ για τους Κλιματικούς και Περιβαλλοντικούς Κινδύνους. Ως προς τη μεθοδολογία που εφαρμόζεται, το κεφάλαιο χρησιμοποιεί, επίσης, προσέγγιση μελέτης γεγονότων. Στο κεφάλαιο αυτό υπολογίζονται μη κανονικές αποδόσεις, σωρευτικές μη κανονικές αποδόσεις και απόλυτες σωρευτικές μη κανονικές αποδόσεις για δείγμα εισηγμένων ευρωπαϊκών τραπεζών που συμμετείχαν στην κλιματική άσκηση της ΕΚΤ. Ο εμπειρικός αυτός σχεδιασμός επιτρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι κλιματικές εποπτικές δημοσιοποιήσεις περιέχουν πληροφορία την οποία οι επενδυτές ενσωματώνουν στις αποτιμήσεις των τραπεζών. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι δημοσιοποιήσεις της Κλιματικής Άσκησης Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων προκάλεσαν μη κανονικές μεταβολές στις τιμές των τραπεζικών μετοχών, παρά τον διερευνητικό χαρακτήρα της άσκησης και την απουσία άμεσων κεφαλαιακών επιπτώσεων. Τα στοιχεία που βασίζονται στις απόλυτες σωρευτικές μη κανονικές αποδόσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς δείχνουν ότι οι επενδυτές αντέδρασαν στην κλιματική εποπτική πληροφόρηση ακόμη και όταν οι μέσες επιπτώσεις στις τιμές ήταν διαφορετικές. Το κεφάλαιο υποστηρίζει ότι η Κλιματική Άσκηση Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός δημοσιοποίησης που μειώνει την ασυμμετρία πληροφόρησης γύρω από αναδυόμενους περιβαλλοντικούς κινδύνους και κινδύνους μετάβασης. Το Κεφάλαιο IV μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την αντίδραση της αγοράς στην εποπτική πειθαρχία και στη συμπεριφορά των τραπεζών. Εξετάζει κατά πόσο οι τράπεζες μετέβαλαν το προφίλ κινδύνου του ισολογισμού τους μετά τη συμμετοχή τους στην Πανευρωπαϊκή Άσκηση Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων του 2023. Το προφίλ αυτό μετράται μέσω της πυκνότητας των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού. Σε αντίθεση με τα Κεφάλαια II και III, τα οποία επικεντρώνονται στη δημόσια πληροφόρηση και στην αποτίμηση της αγοράς, το Κεφάλαιο IV εισάγει έναν «εσωτερικό δίαυλο εποπτικής πειθαρχίας». Από μεθοδολογική άποψη, το κεφάλαιο εφαρμόζει παλινδρόμηση δεδομένων πάνελ με τη μέθοδο των σταθμισμένων ελαχίστων τετραγώνων και προσέγγιση διαφοράς-στις-διαφορές (difference-in-differences). Συγκρίνει το προφίλ κινδύνου ενός δείγματος τραπεζών πριν και μετά την ημερομηνία αναφοράς της άσκησης προσομοίωσης. Η ανάλυση βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα για τις περιόδους αναφοράς της 31ης Δεκεμβρίου 2022, της 30ής Σεπτεμβρίου 2023 και της 31ης Δεκεμβρίου 2023, καθώς και προβλέψεις αναλυτών για το τέλος του 2023. Οι μεταβλητές ελέγχου περιλαμβάνουν εποπτικούς δείκτες και δείκτες κερδοφορίας, όπως ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων, ο δείκτης χρέους, ο δείκτης κεφαλαίου Tier 1, ο δείκτης ρευστότητας, ο δείκτης κόστους προς έσοδα, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων και ο δείκτης εσόδων από τόκους. Τα ευρήματα δείχνουν μια στατιστικά σημαντική βραχυπρόθεσμη μείωση της πυκνότητας των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού μετά την άσκηση προσομοίωσης. Το αποτέλεσμα αυτό είναι συνεπές με μια προσωρινή πειθαρχική επίδραση της εποπτικής άσκησης στα προφίλ κινδύνου των τραπεζών. Ωστόσο, τα δεδομένα με ημερομηνία αναφοράς το τέλος του 2023 δείχνουν αύξηση της πυκνότητας των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού, γεγονός που υποδηλώνει ότι η επίδραση φθίνει σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Επιπλέον, οι προβλέψεις των αναλυτών φαίνεται να μην αποτυπώνουν πλήρως αυτές τις πραγματοποιηθείσες προσαρμογές, υποδεικνύοντας ότι οι προσδοκίες της αγοράς ενδέχεται να υποεκτιμούν τις συμπεριφορικές επιδράσεις των Εποπτικών Ασκήσεων Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων. Συνολικά, η διατριβή παρέχει τρεις βασικές συνεισφορές. Πρώτον, προσφέρει μια δομημένη βιβλιομετρική επισκόπηση της εξέλιξης και της θεματικής ανάπτυξης της έρευνας για τις τραπεζικές Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων. Δεύτερον, μέσω αναλύσεων μελέτης γεγονότων, καταδεικνύει ότι τόσο οι δημοσιοποιήσεις των ασκήσεων προσομοίωσης όσο και οι δημοσιοποιήσεις των κλιματικών ασκήσεων προσομοίωσης περιέχουν πληροφορία σχετική με την αποτίμηση για τους επενδυτές μετοχών, αν και οι αντιδράσεις της αγοράς διαφοροποιούνται μεταξύ τραπεζών, γεγονότων και εποπτικών κύκλων. Τρίτον, παρέχει στοιχεία συνεπή με την ύπαρξη ενός διαύλου εποπτικής πειθαρχίας, υποδεικνύοντας ότι η συμμετοχή σε ασκήσεις προσομοίωσης συνδέεται με βραχυπρόθεσμες μεταβολές στα προφίλ κινδύνου των τραπεζών. Η διατριβή αναδεικνύει ορισμένες κρίσιμες πτυχές του ρόλου των εποπτικών Ασκήσεων Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων για διαφορετικά ενδιαφερόμενα μέρη. Όσον αφορά τις εποπτικές αρχές, οι ασκήσεις αυτές αποτελούν χρήσιμα εργαλεία για τον εντοπισμό ευπαθειών, την επικοινωνία εποπτικών προσδοκιών και τη βελτίωση της διαφάνειας. Για τα τραπεζικά ιδρύματα, οι ασκήσεις προσομοίωσης ενδέχεται να επηρεάζουν αποφάσεις που σχετίζονται με τον κεφαλαιακό σχεδιασμό, τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου, τη διάθεση ανάληψης κινδύνου, την εσωτερική διακυβέρνηση και τις ενέργειες για την προετοιμασία έναντι αναδυόμενων κινδύνων. Για τους επενδυτές, οι δημοσιοποιήσεις των ασκήσεων προσομοίωσης παρέχουν χρήσιμη πληροφόρηση που τους βοηθά να επαναξιολογήσουν την ανθεκτικότητα των τραπεζών και την ποιότητα της διαχείρισης κινδύνων. Η διατριβή καταλήγει ότι οι εποπτικές Ασκήσεις Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων θα πρέπει να γίνονται αντιληπτές ως «πολυδιάστατα εργαλεία» τραπεζικής εποπτείας, καθώς αξιολογούν την ανθεκτικότητα, παράγουν πληροφορία, υποστηρίζουν τη διαφάνεια, διαμορφώνουν τις αντιδράσεις της αγοράς και ενδέχεται να επηρεάζουν τη στρατηγική και τη συμπεριφορά των τραπεζών ως προς τη διαχείριση κινδύνων.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The present thesis examines the role of supervisory stress testing, focusing on EU-wide solvency stress tests conducted under the auspices of European Banking Authority (EBA) / European Central Bank (ECB) and on the ECB’s 2022 Climate Stress Test, which was an “unprecedented” supervisory exercise. In that spirit, the thesis highlights both the financial and managerial roles of stress tests. Although stress tests are often viewed mainly as supervisory tools for assessing bank resilience and capital adequacy under adverse scenarios, this thesis argues that their role extends beyond this traditional function. In particular, supervisory stress tests seem to produce information, reduce bank opacity, shape investor expectations, support market discipline, and may influence banks’ subsequent risk-management behaviour through supervisory scrutiny. In this sense, stress tests are examined not only as “supervisory tools”, but also as critical strategic assessments that affect how banks, investor ...
The present thesis examines the role of supervisory stress testing, focusing on EU-wide solvency stress tests conducted under the auspices of European Banking Authority (EBA) / European Central Bank (ECB) and on the ECB’s 2022 Climate Stress Test, which was an “unprecedented” supervisory exercise. In that spirit, the thesis highlights both the financial and managerial roles of stress tests. Although stress tests are often viewed mainly as supervisory tools for assessing bank resilience and capital adequacy under adverse scenarios, this thesis argues that their role extends beyond this traditional function. In particular, supervisory stress tests seem to produce information, reduce bank opacity, shape investor expectations, support market discipline, and may influence banks’ subsequent risk-management behaviour through supervisory scrutiny. In this sense, stress tests are examined not only as “supervisory tools”, but also as critical strategic assessments that affect how banks, investors, and supervisors interpret and respond to potential risks. The thesis develops the above perspective through four connected chapters and combines three main empirical approaches. The empirical approaches include bibliometric analysis, event-study methodology, and panel regression analysis, while robustness checks are also applied, where necessary, to further support the validity of the empirical findings. Chapter I provides the conceptual and bibliometric background of the current thesis. Leveraging 692 Scopus-indexed articles published between 1999 and 2024, it maps the evolution of the academic literature on stress tests in banking. The chapter incorporates descriptive bibliometrics, co-citation analysis, bibliographic coupling, keyword co-occurrence analysis, thematic mapping, and trend-topic analysis to identify the intellectual structure and thematic development of stress tests. The results show that stress testing research expanded substantially after the global financial crisis and after the institutionalisation of major supervisory frameworks, including the stress tests in Europe and the U.S. The literature has become increasingly mature, policy-oriented, and centered on themes such as financial stability, systemic risk, credit risk, capital adequacy, disclosure, market discipline, and macroprudential policy. At the same time, certain new areas such as climate stress testing, cyber resilience, machine learning, scenario analysis, and geopolitical risk have become increasingly visible. This chapter, therefore, positions the dissertation within a growing research field and identifies the informational and behavioural effects of stress testing as key areas for further empirical analysis. Chapter II investigates whether EU-wide solvency stress test disclosures convey value-relevant information to equity markets. The chapter focuses on the 2018 and 2021 EU-wide Stress Tests and treats each exercise as a sequence of supervisory disclosure events rather than as a single announcement. Specifically, it examines how market reacts to the publication of stress test methodologies, macroeconomic scenarios, and final results. As far as the methodological approach is concerned, the chapter applies an event-study framework using daily bank equity returns and national market indices for each stress tested bank of the sample. Abnormal returns are estimated through a market model over a 252-day estimation window, and the analysis focuses on cumulative abnormal returns and absolute cumulative abnormal returns around short event windows. The results show that solvency stress test disclosures are related to abnormal stock price movements, but the reactions vary across banks, disclosure events, and stress test cycles. The evidence indicates that investors respond not only to the publication of final results, but also to earlier supervisory disclosures, especially when these provide information on the structure, severity, or supervisory treatment of the exercise. This supports the view that solvency stress tests operate as “multidimension information mechanisms” that shape market expectations and contribute to market discipline. Chapter III extends the analysis of market reactions to the field of climate stress testing. In particular, it examines the ECB’s 2022 Climate Stress Test and related climate supervisory disclosures. These include the publication of the methodology, the release of climate-related macro-financial scenarios, the publication of the results, and the publication of the ECB’s Thematic Review on Climate and Environmental Risks. Regarding the methodology applied, the chapter also applies an event-study approach. It estimates abnormal returns, cumulative abnormal returns, and absolute cumulative abnormal returns for a sample of listed European banks that participated in the ECB climate exercise. This empirical design provides clarity whether climate-related supervisory disclosures contain information that investors incorporate into bank valuations. The findings show that climate stress test disclosures generated abnormal equity price movements, despite the exploratory nature of the exercise and the absence of direct capital implications. The evidence based on absolute cumulative abnormal returns is particularly relevant, as it shows that investors reacted to climate-related supervisory information even when average directional price effects were mixed. The chapter suggests that climate stress testing may serve as a disclosure tool that reduces information gaps around emerging environmental and transition risks. Chapter IV moves from market reactions to supervisory discipline and bank behaviour. It examines whether banks changed their balance-sheet risk profile after participating in the EU-wide 2023 Stress Test, using risk-weighted asset density as the main measure. Although Chapters II and III focus on public disclosure and market valuation, Chapter IV focuses on the internal supervisory discipline channel.The chapter applies a panel regression model with weighted least squares and a difference-in-differences approach. This compares the sampled banks’ risk profiles before and after the stress test reference date. The analysis uses actual bank-level data for 31 December 2022, 30 September 2023, and 31 December 2023, as well as analysts’ consensus forecasts for year-end 2023. The control variables include prudential and profitability indicators, such as the NPL ratio, debt ratio, Tier 1 capital ratio, liquidity ratio, cost-to-income ratio, return on equity, and interest income ratio.The findings show a statistically significant short-term reduction in RWA density after the stress test exercise. This result is consistent with a temporary disciplining effect of supervisory scrutiny on banks’ risk profiles. However, year-end 2023 data show an increase in RWA density which means that the effect weakens over the longer horizon. Also, analysts’ forecasts seem not to fully capture these realised adjustments, suggesting that market expectations may understate the behavioural effects of supervisory stress test exercises. All in all, the thesis provides three main areas of contribution. First, it provides a structured bibliometric overview of the evolution and thematic development of banking stress test research. Second, through event study analyses, it shows that both solvency and climate stress test disclosures contain value-relevant information for equity investors, although market reactions differ across banks, events, and supervisory cycles. Third, it provides evidence consistent with a supervisory discipline channel, showing that stress test participation is associated with short-term changes in banks’ risk profiles. The thesis highlights certain critical aspects of the role of supervisory stress tests for different stakeholders. As far as supervisors are concerned, stress tests enable them to identify vulnerabilities, communicate expectations, and improve the transparency of the banking sector. Regarding banking institutions, stress tests may affect capital planning, portfolio compositions, risk appetite, governance, and actions towards preparation for emerging risks. As for investors, stress test disclosures provide useful information for reassessing bank resilience and the risk management quality of the stress tested banks. The thesis concludes that supervisory stress tests are multidimensional tools of banking supervision. They assess resilience, produce information, support transparency, shape market reactions, and may influence banks’ strategy and risk-management behaviour.
περισσότερα