Περίληψη
Η ολική γαστρεκτομή με D2 λεμφαδενικό καθαρισμό αποτελεί τη χειρουργική επέμβαση εκλογής για τον εξαιρέσιμο γαστρικό καρκίνο και τον καρκίνο της γαστροοισοφαγικής συμβολής. Ωστόσο, η περιεγχειρητική φροντίδα των ασθενών αυτών παραμένει απαιτητική και ορισμένες παράμετροι της διαχείρισής τους δεν εφαρμόζονται με ομοιογενή τρόπο σε όλα τα κέντρα παγκοσμίως. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η προφυλακτική χρήση παροχέτευσης, για την οποία τα διαθέσιμα δεδομένα της βιβλιογραφίας εμφανίζουν ασυνέπεια, ενώ οι εθνικές και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες δεν παρουσιάζουν απόλυτη σύγκλιση ως προς τις συστάσεις τους. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθεί η επίδραση της προφυλακτικής παροχέτευσης στις άμεσες και βραχυπρόθεσμες μετεγχειρητικές εκβάσεις, καθώς και στην ποιότητα ζωής των ασθενών μετά από ολική γαστρεκτομή, όταν η τοποθέτησή της βασίζεται σε προκαθορισμένα, τεκμηριωμένα κριτήρια. Για τη διερεύνηση των ανωτέρω, σχεδιάστηκε η προοπτική, ελεγχόμενη μελέτη DRaG (Drains After Gastrec ...
Η ολική γαστρεκτομή με D2 λεμφαδενικό καθαρισμό αποτελεί τη χειρουργική επέμβαση εκλογής για τον εξαιρέσιμο γαστρικό καρκίνο και τον καρκίνο της γαστροοισοφαγικής συμβολής. Ωστόσο, η περιεγχειρητική φροντίδα των ασθενών αυτών παραμένει απαιτητική και ορισμένες παράμετροι της διαχείρισής τους δεν εφαρμόζονται με ομοιογενή τρόπο σε όλα τα κέντρα παγκοσμίως. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η προφυλακτική χρήση παροχέτευσης, για την οποία τα διαθέσιμα δεδομένα της βιβλιογραφίας εμφανίζουν ασυνέπεια, ενώ οι εθνικές και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες δεν παρουσιάζουν απόλυτη σύγκλιση ως προς τις συστάσεις τους. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθεί η επίδραση της προφυλακτικής παροχέτευσης στις άμεσες και βραχυπρόθεσμες μετεγχειρητικές εκβάσεις, καθώς και στην ποιότητα ζωής των ασθενών μετά από ολική γαστρεκτομή, όταν η τοποθέτησή της βασίζεται σε προκαθορισμένα, τεκμηριωμένα κριτήρια. Για τη διερεύνηση των ανωτέρω, σχεδιάστηκε η προοπτική, ελεγχόμενη μελέτη DRaG (Drains After Gastrectomy), η οποία διεξήχθη στην Α΄ Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική του ΕΚΠΑ, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών “Ιπποκράτειο”, κέντρο αναφοράς για τη χειρουργική του ανώτερου πεπτικού. Η απόφαση για προφυλακτική τοποθέτηση παροχέτευσης βασίστηκε σε προκαθορισμένα διεγχειρητικά κριτήρια, διαμορφωμένα σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα της διεθνούς βιβλιογραφίας, με στόχο την εφαρμογή μιας δομημένης και εξατομικευμένης στρατηγικής. Αξιολογήθηκαν οι άμεσες και βραχυπρόθεσμες μετεγχειρητικές εκβάσεις, με έμφαση στη λειτουργική ανάρρωση, στις εκβάσεις που αποτυπώνουν την ασφάλεια της επέμβασης, καθώς και στην ποιότητα ζωής. Συνολικά, 60 ασθενείς συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, εκ των οποίων 40 έλαβαν παροχέτευση βάσει των προκαθορισμένων κριτηρίων, ενώ 20 δεν έλαβαν. Η επίδραση της παροχέτευσης φάνηκε να διαφοροποιείται σε συνδυασμό με την παρουσία ή την απουσία μετεγχειρητικών επιπλοκών. Σε επίπεδο λειτουργικής ανάρρωσης — δηλαδή ως προς τον μετεγχειρητικό πόνο, την κινητοποίηση, τη ναυτία και έμετο και τη διάρκεια νοσηλείας — στους ασθενείς χωρίς επιπλοκές, η απουσία παροχέτευσης συνοδεύτηκε από πιο ομαλή και ταχύτερη μετεγχειρητική πορεία. Αντιθέτως, η παρουσία επιπλοκών συνδέθηκε με καθυστέρηση στην ανάρρωση, ανεξαρτήτως χρήσης παροχέτευσης.Όσον αφορά στις εκβάσεις που αποτυπώνουν την ασφάλεια της επέμβασης — δηλαδή τις επανεισαγωγές, τις επανεπεμβάσεις και τη θνητότητα — η έκβασή τους φάνηκε να σχετίζεται κυρίως με την παρουσία μετεγχειρητικών επιπλοκών και όχι με τη χρήση παροχέτευσης. Η ποιότητα ζωής ανέδειξε συνολικά δυσμενέστερη εμπειρία στην πρώιμη μετεγχειρητική περίοδο στους ασθενείς που έφεραν παροχέτευση, ιδίως μεταξύ εκείνων με ανεπίπλεκτη πορεία. Η τοποθέτηση παροχέτευσης βάσει σαφώς καθορισμένων κριτηρίων φαίνεται να οδηγεί σε μια περισσότερο εξατομικευμένη προσέγγιση της μετεγχειρητικής φροντίδας, έναντι μιας γενικευμένης πρακτικής υπέρ ή κατά της χρήσης της. Σε διαγνωστικό επίπεδο, η παρουσία παροχέτευσης από μόνη της φάνηκε να μην επαρκεί για την έγκαιρη αναγνώριση επιπλοκών, αλλά απαιτείται συνδυαστική αξιολόγηση με τα κλινικά δεδομένα και τη συνολική εικόνα του ασθενούς. Επιπλέον, η επίδρασή της δεν μπόρεσε να αποτιμηθεί μεμονωμένα, καθώς η παρουσία μετεγχειρητικών επιπλοκών και η εμπειρία του ασθενούς, όπως αυτή αποτυπώνεται στη λειτουργική ανάρρωση και την ποιότητα ζωής, διαμόρφωσαν ουσιαστικά τη μετεγχειρητική πορεία. Συνεπώς, το ζητούμενο δεν θα έπρεπε να είναι η καθολική αποδοχή ή απόρριψη της παροχέτευσης, αλλά ο καθορισμός των συνθηκών και των κλινικών κριτηρίων υπό τα οποία η χρήση της μπορεί να ενταχθεί με ορθολογικό τρόπο στη μετεγχειρητική φροντίδα.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Total gastrectomy with D2 lymph node dissection remains the surgical treatment of choice for resectable gastric cancer and cancer of the esophagogastric junction. However, the perioperative management of these patients remains challenging, and certain aspects of their care are not applied consistently across centres worldwide. Among these is the prophylactic use of drains, for which the available literature demonstrates inconsistency, while national and international guidelines do not fully converge in their recommendations. The aim of the present study was to investigate the impact of perianastomotic drainage on immediate and short-term postoperative outcomes, as well as on patients’ quality of life following total gastrectomy, when its use is guided by predefined, evidence-informed criteria. To address the above, the prospective controlled DRaG (Drains After Gastrectomy) study was conducted at the First Department of Surgery, National and Kapodistrian University of Athens, Hippokrati ...
Total gastrectomy with D2 lymph node dissection remains the surgical treatment of choice for resectable gastric cancer and cancer of the esophagogastric junction. However, the perioperative management of these patients remains challenging, and certain aspects of their care are not applied consistently across centres worldwide. Among these is the prophylactic use of drains, for which the available literature demonstrates inconsistency, while national and international guidelines do not fully converge in their recommendations. The aim of the present study was to investigate the impact of perianastomotic drainage on immediate and short-term postoperative outcomes, as well as on patients’ quality of life following total gastrectomy, when its use is guided by predefined, evidence-informed criteria. To address the above, the prospective controlled DRaG (Drains After Gastrectomy) study was conducted at the First Department of Surgery, National and Kapodistrian University of Athens, Hippokration General Hospital, a referral centre for upper gastrointestinal surgery. The decision for prophylactic drain placement was based on predefined intraoperative criteria, developed in accordance with available international literature, with the aim of implementing a structured and individualized decision-making strategy. Immediate and short-term postoperative outcomes were assessed, with emphasis on functional recovery, safety-related outcomes, and quality of life. A total of 60 patients were included in the study; 40 received drainage according to the predefined criteria, while 20 did not. The impact of drainage appeared to vary in conjunction with the presence or absence of postoperative complications. With regard to functional recovery — including postoperative pain, mobilization, nausea and vomiting, and length of hospital stay — among patients without complications, the absence of drainage was associated with a smoother and faster postoperative course. In contrast, the occurrence of complications was linked to delayed recovery, irrespective of drain use.Concerning safety-related outcomes — namely readmissions, reoperations, and mortality — these were primarily associated with the presence of postoperative complications rather than with drain placement. Quality of life assessment demonstrated an overall less favourable early postoperative experience among patients with drains, particularly in those with an uncomplicated course. Drain placement based on clearly defined criteria appears to promote a more individualized approach to postoperative care, as opposed to a generalized practice either in favour of or against its use. From a diagnostic perspective, the presence of a drain alone did not appear sufficient for the early detection of complications, requiring instead combined clinical evaluation and overall patient assessment. Furthermore, its impact could not be interpreted in isolation, as postoperative complications and patient experience — reflected in functional recovery and quality of life — substantially shaped the postoperative trajectory. Therefore, the key question should not be the universal acceptance or rejection of drainage, but rather the identification of the clinical conditions and criteria under which its use may be rationally integrated into postoperative care.
περισσότερα