Περίληψη
Εισαγωγή: Τα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα αποτελούν παγκοσμίως ένα μείζον και διαρκώς αυξανόμενο πρόβλημα Δημόσιας Υγείας, με σημαντικό κοινωνικοοικονομικό και ψυχοκοινωνικό φορτίο. Το άσθμα, ως μία από τις συχνότερες χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος, επιφέρει ουσιαστικές επιπτώσεις στη σωματική, ψυχική και κοινωνική λειτουργικότητα των ασθενών, επηρεάζοντας καθοριστικά τη συνολική ποιότητα ζωής. Η έγκαιρη αναγνώριση και η αποτελεσματική υποστήριξη ασθενών με άσθμα κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, δεδομένης της χρόνιας φύσης της νόσου και της επίπτωσής της σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Στο πλαίσιο αυτό, η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διαχείριση ασθενών με χρόνια αναπνευστικά νοσήματα, μέσω πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης, μακροχρόνιας παρακολούθησης και ενίσχυσης της αυτοδιαχείρισης, συμβάλλοντας στη βελτίωση της Σχετιζόμενης με την Υγεία Ποιότητας Ζωής (ΣΥΠΖ) και στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας.Σκοπό ...
Εισαγωγή: Τα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα αποτελούν παγκοσμίως ένα μείζον και διαρκώς αυξανόμενο πρόβλημα Δημόσιας Υγείας, με σημαντικό κοινωνικοοικονομικό και ψυχοκοινωνικό φορτίο. Το άσθμα, ως μία από τις συχνότερες χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος, επιφέρει ουσιαστικές επιπτώσεις στη σωματική, ψυχική και κοινωνική λειτουργικότητα των ασθενών, επηρεάζοντας καθοριστικά τη συνολική ποιότητα ζωής. Η έγκαιρη αναγνώριση και η αποτελεσματική υποστήριξη ασθενών με άσθμα κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, δεδομένης της χρόνιας φύσης της νόσου και της επίπτωσής της σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Στο πλαίσιο αυτό, η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διαχείριση ασθενών με χρόνια αναπνευστικά νοσήματα, μέσω πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης, μακροχρόνιας παρακολούθησης και ενίσχυσης της αυτοδιαχείρισης, συμβάλλοντας στη βελτίωση της Σχετιζόμενης με την Υγεία Ποιότητας Ζωής (ΣΥΠΖ) και στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας.Σκοπός: Ο σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη του ρόλου της Δημόσιας Υγείας, με έμφαση στην ΠΦΥ, ως κεντρικού άξονα κοινωνικής πολιτικής για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής ασθενών με άσθμα και την πρόληψη των παροξύνσεων της νόσου. Η μελέτη διερευνά τον καθοριστικό ρόλο της ΠΦΥ στη συνολική διαχείριση του άσθματος, δίνοντας έμφαση στην έγκαιρη διάγνωση, την εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση, τη συνεχή παρακολούθηση και την εκπαίδευση των ασθενών στην αυτοδιαχείριση, ιδίως σε συνθήκες υγειονομικών κρίσεων, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και τη μείωση του οικονομικού φορτίου της νόσου. Παράλληλα, εξετάζει την αυτοδιαχείριση των ασθενών με άσθμα κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, καθώς και το σχετιζόμενο οικονομικό φορτίο της νόσου. Επιπλέον, αξιολογεί την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών στην ΠΦΥ ως προς την εξυπηρέτηση, τη διαθεσιμότητα και την προσβασιμότητα, καθώς και τον βαθμό ικανοποίησης των ασθενών από την ιατρονοσηλευτική φροντίδα και τις διοικητικές υπηρεσίες. Υλικό και Μέθοδος: Η μελέτη βασίστηκε σε πρωτογενή έρευνα συγχρονικού σχεδιασμού τύπου τηλεφωνικής follow-up cohort, η οποία διεξήχθη κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 σε ασθενείς με άσθμα, οι οποίοι είχαν προηγουμένως διαγνωστεί και εκπαιδευτεί στην αυτοδιαχείριση της νόσου στο πλαίσιο της ΠΦΥ. Ο πληθυσμός της μελέτης περιλάμβανε ασθενείς που είχαν παρακολουθήσει το «Σχολείο Άσθματος» στο Πρότυπο Κέντρο Υγείας Αστικού Τύπου Περιστερίου κατά τα έτη 2014–2015 και είχαν λάβει οργανωμένη εκπαίδευση από εξειδικευμένο προσωπικό του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) του Υπουργείου Υγείας. Για τη συλλογή των δεδομένων καταρτίστηκε δομημένο ερωτηματολόγιο, το οποίο περιλάμβανε τα δημογραφικά, τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά, τις καθημερινές διατροφικές τους συνήθειες και το γενικότερο lifestyle, καθώς και ερωτήσεις σχετικά με την αυτοδιαχείριση του άσθματος κατά την τελευταία πενταετία και τους τελευταίους δώδεκα μήνες, με έμφαση στη συμμόρφωση με τις οδηγίες του Υπουργείου Υγείας για την διερεύνηση και πρόληψη της λοίμωξης COVID-19, όσον αφορά την ποιότητα ζωής τους. Επιπλέον, αξιολογήθηκε η Σχετιζόμενη με την Υγεία Ποιότητα Ζωής (HRQoL) μελετώντας όλες τις διαστάσεις του AQLQ μέσω του Asthma Quality of Life Questionnaire (AQLQ) και της επισκόπησης υγείας SF-12, ο φόβος έναντι του COVID-19 μέσω της κλίμακας FCV-19S, καθώς και οι αρνητικές συναισθηματικές καταστάσεις (κατάθλιψη, άγχος και στρες) με τη χρήση του ερωτηματολογίου DASS-21. Παράλληλα, εκτιμήθηκαν τα επίπεδα ελέγχου και ο έλεγχος του άσθματος μέσω των εργαλείων ACT και ACQ αντίστοιχα, καθώς και η αντιλαμβανόμενη ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών ΠΦΥ. Εφαρμόστηκε περιγραφική στατιστική ανάλυση και πραγματοποιήθηκαν t-test, για τον έλεγχο της διαφοροποίησης των συνολικών βαθμολογιών των ερωτήσεων των κλιμάκων AQLQ, ACQ, ACT, καθώς και των δια-στάσεων της κλίμακας AQLQ, που σχετίζονται με τα συμπτώματα, με τον περιορισμό δραστηριότητας, με τη συναισθηματική λειτουργία και με τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, ανάλογα με μεταβλητές με δύο κατηγορίες, και έλεγχοι διακύμανσης ANOVA, προκειμένου να εξεταστεί η διαφοροποίησή τους, ανάλογα με μεταβλητές με παραπάνω από δύο κατηγορίες. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι της συσχέτισης των συνολικών βαθμολογιών των κλιμάκων και των διαστάσεων της κλίμακας AQLQ, με τις διαστάσεις άλλων κλιμάκων, δηλαδή με τις κλίμακες FCV-19, DASS-21, και SF-12. Τέλος, πραγματοποιήθηκαν γραμμικές παλινδρομήσεις προκειμένου να εξεταστεί η επίδραση των μεταβλητών στις κλίμακες AQLQ, ACQ, ACT, καθώς και στις τέσσερις διαστάσεις της κλίμακας AQLQ. Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν από τα 112 άτομα, το 70,5% ήταν γυναίκες και το 29,5% ήταν άνδρες Ελληνικής υπηκοότητας με μέση ηλικία τα 51,38±14,256 έτη. Καταγράφηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές και στις 3 κλίμακες (p<0,001) σύμφωνα με το AQLQ, ACQ και ACT ανάλογα με το εάν επισκέφτηκαν το ΤΕΠ και εάν υπήρξε εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω κρίσης άσθματος καθώς και της αναφερόμενης συχνότητας δύσπνοιας την τελευταία 5ετία. Οι ασθενείς που αξιολογούν την κατάσταση του άσθματός καλή ανέφεραν υψηλότερη Ποιότητα Ζωής (ΠΖ) (Μ=4,91), καθώς υπήρξε σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων (p<0,001). Όσον αφορά την συχνότητα κρίσεων (παρόξυνσης) άσθματος υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων (p<0,004). Οι ασθενείς με συχνές κρίσεις άσθματος ανέφεραν χαμηλότερη ΠΖ (Μ=3,34) ενώ όσοι είχαν εποχιακές ή λίγες κρίσεις ανέφεραν υψηλότερη ΠΖ. Η συχνότητα κρίσεων σχετίζεται σημαντικά με την ΠΖ, καθώς και με την αναφερόμενη λοίμωξη από COVID-19 (p=0,05). Επίσης καταγράφηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις συνολικές βαθμολογίες των κλιμάκων, ανάλογα με το κάπνισμα, και πιο συγκεκριμένα, AQLQ (p=0,013), ACQ (p=0,015) και ACT (p=0,009). Από σύγκριση κατά ζεύγη, καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα σε μη καπνιστές και πρώην καπνιστές, δεδομένου ότι οι μη καπνιστές έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής, καλύτερο έλεγχο του άσθματος και καλύτερα επίπεδα ελέγχου του άσθματος. Κατά την εκπαίδευση για την διακοπή του καπνίσματος από τη Λειτουργό Δημόσιας Υγείας και τις υποδείξεις του Πνευμονολόγου, διέκοψαν το κάπνισμα σε ποσοστό 45,5% ενώ το 30,3% ανάφερε ότι καπνίζει συχνά και το 15,2% δεν το διέκοψε. Σύμφωνα με το ACT και την ταξινόμηση του άσθματος το 83,0% είχε ελλιπή έλεγχο, ενώ το 17,0% είχε υπό μερικό έλεγχο του άσθματος. Πλήρως ελεγχόμενο άσθμα δεν καταγράφηκε σε κανέναν συμμετέχοντα. Σύμφωνα με την συγκριτική κατανομή του σκορ ελέγχου του άσθματος (επίπεδα ελέγχου ACT) η μέση τιμή ανήλθε προ πέντε έτη σε 17,53±3,754 ενώ στο παρόν σκορ ελέγχου του άσθματος (επίπεδα ελέγχου ACT) η μέση τιμή ανήλθε σε 15,48±3,401. Οι άνεργοι φαίνεται να έχουν χειρότερη ποιότητα ζωής όσον αφορά το συνολικό ΑQLQ (p=0,005) και ειδικότερα έχουν χειρότερη ποιότητα ζωής όσον αφορά τα συμπτώματα σύμφωνα με το ΑQLQ (p=0,047). Οι συμμετέχοντες που είχαν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και συγκεκριμένα όσοι ήταν απόφοιτοι Πανεπιστημίου καθώς και οι συμμετέχοντες που ήταν κάτοχοι Μεταπτυχιακού Τίτλου, εμφάνισαν καλύτερο έλεγχο του άσθματος, σύμφωνα με το ACQ (p<0,05). Επιπρόσθετα παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στη συνολική βαθμολογία της κλίμακας AQLQ που αφορά τη συναισθηματική λειτουργία (p=0,005), σε σχέση με το μέσο μηνιαίο εισόδημα, με σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των κατηγοριών εισοδήματος 0–700 € και 1.401–2.500 €. Το συνολικό κόστος του άσθματος τους τελευταίους 12 μήνες παρουσίασε μέση τιμή 312,79€±139,724€ με τυπική απόκλιση. Οι ιατρικές δαπάνες/επισκέψεις σε γιατρό ανήλθαν σε 91,79€ ±79,596€ με τυπική απόκλιση, τα κόστη φαρμάκων (συμμετοχή) σε 211,8€±77,678€ με τυπική απόκλιση, ενώ τα κόστη νοσηλείας/νοσοκομειακά έξοδα ήταν 9,2€±41,852€ με τυπική απόκλιση. Η συνολική εκτίμηση του γενικότερου κόστους για τους τελευταίους 12 μήνες, όπου το συνολικό κόστος υπηρεσιών υγείας (συμπεριλαμβανομένου και του άσθματος) παρουσίασε μέση τιμή 493,87€±251,485€ με τυπική απόκλιση. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιατρικό κόστος /Επισκέψεις σε γιατρό ανήλθε σε 156,16€±152,53€ (συμπεριλαμβανομένων των άτυπων πληρωμών). Το Κόστος Φαρμάκων ανήλθε σε 300,96€±131,487€ (συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στα φάρμακα). Τέλος τα Κόστη Νοσηλείας/Νοσοκομειακά Έξοδα ανήλθαν σε 36,74€±108,799€ (συμπεριλαμβανομένων των «Δημόσιων ή Ιδιωτικών Νοσοκομείων»). Από την ανάλυση που διεξήχθη, καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στις κλίμακες που αφορούν τον περιορισμό δραστηριότητας AQLQ (p=0,021) και τη συναισθηματική λειτουργία AQLQ (p=0,029), σχετικά με τη συμμόρφωση των συμμετεχόντων σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου Υγείας για την πρόληψη του COVID-19. Καλύτερη HRQoL (p<0,01) παρατηρήθηκε σε άνδρες, νεότερους ασθενείς, άγαμους και φοιτητές. Ο κακός έλεγχος του άσθματος συσχετίστηκε με λιγότερη εργασία, περισσότερη δύσπνοια, συχνότερη εμφάνιση νυκτερινών αφυπνίσεων, περισσότερη χρήση εισπνευστήρων ή νεφελοποιητών, αλλά και υψηλότερα επίπεδα άγχους, στρες και κατάθλιψης (p<0,01), τα οποία με τη σειρά τους σχετίστηκαν (p<0,01) με υψηλότερο φόβο για τον COVID-19. Η παρούσα μελέτη κατέδειξε σύμφωνα με την ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ότι το 38,4% ήταν υπέρβαροι ενώ το 18,8% είχαν παχυσαρκία Α’ Βαθμού. Ακολούθως το 58,0% των ασθενών με άσθμα που ανήκουν σε ευπαθή ομάδα σύμφωνα με το ΦΕΚ 1856/15-05-2020, παρουσιάζουν υψηλό Δείκτη Μάζα Σώματος σε ποσοστό 41,1% ενώ το 8,9% έχει αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη. Παράλληλα έχουν χειρότερη ποιότητα ζωής όσον αφορά το συνολικό ΑQLQ οι συμμετέχοντες που ανήκουν σε ευπαθή ομάδα όπως θεωρείται από το ΦΕΚ 1856/15-05-2020 (p=0,002), εκείνοι που έχουν βαριές καρδιοπάθειες (p=0,043), ανθεκτική αρτηριακή υπέρταση (p=0,015), αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη (p<0,001) και εκείνοι οι οποίοι παρουσιάζουν υψηλό Δείκτη Μάζα Σώματος (p=0,016). Χειρότερο έλεγχο άσθματος σύμφωνα με το ACQ παρουσίασαν οι συμμετέχοντες που ανήκουν σε ευπαθή ομάδα σύμφωνα με το ΦΕΚ 1856/15-05-2020 (p=0,008) και εκείνοι οι οποίοι παρουσιάζουν υψηλό Δείκτη Μάζα Σώματος (p=0,016) και χειρότερα επίπεδα ελέγχου του άσθματος σύμφωνα με το ACT παρουσίασαν οι ασθενείς με ανθεκτική αρτηριακή υπέρταση (p=0,023) και αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη (p<0,020). Επίσης οι συμμετέχοντες που έλαβαν φάρμακα για λοίμωξη αναπνευστικού τους τελευταίους 12 μήνες έχουν χειρότερη ποιότητα ζωής όσον αφορά το συνολικό ΑQLQ (p<0,001), χειρότερο έλεγχο άσθματος σύμφωνα με το ACQ (p<0,001) και χειρότερα επίπεδα ελέγχου του άσθματος σύμφωνα με το ACT (p<0,001). Επίσης έχουν χειρότερη ποιότητα ζωής σύμφωνα με τις επιμέρους διαστάσεις της κλίμακας AQLQ όσον αφορά τα συμπτώματα, τον περιορισμό της δραστηριότητας, την συναισθηματική λειτουργία και τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα (p<0,01). Το ποσοστό των συμμετεχόντων που διαγνώστηκε με COVID-19 ανήλθε σε 60,7% και παρουσίασαν χειρότερη ποιότητα ζωής όσον αφορά το συνολικό ΑQLQ και συγκεκριμένα εκείνοι που έχουν αισθανθεί άρρωστος/η τους τελευταίους 12 μήνες (p=0,029), είχαν πυρετό >37,5 (p=0,029) και παρουσίασαν βήχα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών (p=0,029), καθώς επίσης εκείνοι που έχουν διαγνωστεί με COVID-19 (p=0,050), έχουν νοσήσει από COVID-19 και έχουν ιατρική βεβαίωση για την ίαση (p=0,050) και εκείνοι που έχουν έρθει σε στενή επαφή με κάποιον ο οποίος έχει διαγνωστεί με λοίμωξη από τον COVID-19 (p=0,037). Οι ασθενείς με άσθμα που είχαν εμβολιαστεί κατά της COVID-19 (94,6%, n=106) παρουσίασαν καλύτερο έλεγχο του άσθματος σύμφωνα με το ACT (p<0,05) σε σύγκριση με όσους δεν είχαν εμβολιαστεί (n=6). Επιπλέον, ο αντιγριπικός εμβολιασμός (65,2%, n=73) συσχετίστηκε με καλύτερο έλεγχο του άσθματος σύμφωνα με το ACQ (p=0,05). Στην παρούσα μελέτη, όσοι συμμορφώνονται απόλυτα σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου Υγείας για την πρόληψη του COVID-19 σε διάφορες δραστηριότητες, έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής όσον αφορά τα συμπτώματα σύμφωνα με το ΑQLQ (p=0,044), καλύτερο έλεγχο άσθματος σύμφωνα με το ACQ (p=0,039) και καλύτερα επίπεδα ελέγχου του άσθματος σύμφωνα με το ACT (p=0,039) σε σχέση με εκείνους οι οποίοι ανέφεραν να συμμορφώνονται σχετικά (μερικές φορές). Επιπρόσθετα, η καλύτερη συμμόρφωση σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου Υγείας για την πρόληψη του COVID-19 συνεπάγεται ότι οι ασθενείς με άσθμα, έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής σύμφωνα με το AQLQ όσον αφορά τον περιορισμό δραστηριότητας (p=0,021) και την συναισθηματική λειτουργία (p=0,029). Επιπρόσθετα οι περισσότερες ώρες χρησιμοποίησης της μάσκας για την προστασία από τον COVID-19 και συγκεκριμένα > από 4 ώρες καθημερινά συνεπάγεται ότι οι ασθενείς με άσθμα, έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής σύμφωνα με την διάσταση AQLQ η οποία αφορά τον περιορισμό δραστηριότητας (p=0,042). Η συνολική βαθμολογία της κλίμακας ACQ επηρεάζεται σημαντικά από τη νοσηλεία για άσθμα (B=0,520, p=0,003), την ικανοποίηση από την καθημερινή ζωή (B=0,151, p=0,019), τη λήψη φαρμάκων για λοίμωξη αναπνευστικού (B=−0,313, p<0,001), την εμπειρία δυσκολίας αναπνοής λόγω μάσκας (B=−0,287, p=0,003), τη σωματική υγεία (PCS) (B=−0,028, p=0,003) και τον φόβο για τον COVID-19 (B=−0,044, p=0,019). Η υιοθέτηση μεσογειακού διατροφικού προτύπου (B=0,340, p=0,015), η μη λήψη φαρμακευτικής αγωγής για λοίμωξη του αναπνευστικού (B=0,329, p=0,002) και η καλύτερη σωματική υγεία (PCS) (B=0,036, p=0,001) συσχετίστηκαν σημαντικά με υψηλότερη βαθμολογία στην αντίστοιχη υποκλίμακα του AQLQ, υποδηλώνοντας μικρότερο περιορισμό στις καθημερινές δραστηριότητες. Επιπρόσθετα παρατηρήθηκε θετική και στατιστικά σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στα σκορ AQLQ (rho=0,200, p<0,05) και ACT (rho=0,187, p<0,05) σε σχέση με την συνολική ικανοποίηση από την ιατρονοσηλευτική φροντίδα η οποία όσο καλύτερη είναι τόσο καλύτερος είναι ο έλεγχος του άσθματος και η ποιότητα ζωής των ασθενών με άσθμα. Συμπεράσματα: Το άσθμα αποτελεί χρόνια νόσο με σημαντικές σωματικές, ψυχοκοινωνικές και λειτουργικές επιπτώσεις, οι οποίες καθίστανται εντονότερες κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19. Τα αποτελέσματα αυτά υπογραμμίζουν ότι τόσο δημογραφικοί όσο και συμπεριφορικοί και υγειονομικοί παράγοντες καθώς και οι συννοσηρότητες, επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών με άσθμα. Η ποιότητα ζωής των ασθενών σχετίζεται άμεσα με τον βαθμό ελέγχου της νόσου, ενώ η αυτοδιαχείριση και η υποστήριξη μέσω της ΠΦΥ συμβάλλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της συμμόρφωσης, στη μείωση των παροξύνσεων και στον περιορισμό του κόστους για τα συστήματα υγείας. Η Σχετιζόμενη με την Υγεία Ποιότητα Ζωής (HRQoL) ήταν μειωμένη, με τη σωματική διάσταση να εμφανίζει χαμηλότερες τιμές σε σύγκριση με την ψυχική σε όλες τις ομάδες ασθενών. Η συνεχής παρακολούθηση μέσω εξειδικευμένων δομών σε συνεργασία με την ΠΦΥ θεωρείται καθοριστική για τον βέλτιστο έλεγχο της νόσου. Επιπλέον, η εκπαίδευση των ασθενών ενισχύει την αυτοδιαχείριση και τη θεραπευτική συμμόρφωση, μειώνοντας την ανάγκη για επείγουσα και δευτεροβάθμια φροντίδα περιορίζοντας το συνολικό οικονομικό βάρος της νόσου. Οι παροξύνσεις άσθματος έχουν ως αποτέλεσμα σημαντικό κοινωνικό, ψυχολογικό και υγειονομικό κόστος. Το κόστος του άσθματος αυξάνεται καθώς μειώνεται ο έλεγχος της νόσου και θα μπορούσε να επιτευχθεί σημαντική εξοικονόμηση κόστους μέσω της σωστής διαχείρισης των ασθενών με άσθμα, ενισχύοντας τη σχέση μεταξύ Δημόσιας Υγείας και Δημόσιας Πολιτικής. Η στοχευμένη εκπαίδευση των ασθενών με άσθμα είναι σημαντική στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη συμμόρφωση του ασθενούς και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Κατά την περίοδο της πανδημίας, η τηλεφωνική υποστήριξη αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη ως συμπληρωματικό εργαλείο παρακολούθησης. Εν κατακλείδι, τα ευρήματα της παρούσας μελέτης αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο της ολιστικής προσέγγισης διαχείρισης του άσθματος, στο πλαίσιο της ενδυνάμωσης της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ). Παράλληλα, επιβεβαιώνουν την ανάγκη περαιτέρω προαγωγής της υγείας των ασθενών και ανάπτυξης ολοκληρωμένων στρατηγικών με και στοχευμένες παρεμβάσεις Δημόσιας Υγείας, οι οποίες δύνανται να ενισχύσουν την κοινωνική πολιτική, συμβάλλοντας στην οργάνωση και διασφάλιση της ισότητας, της καθολικότητας και της αλληλεγγύης στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας. Τέλος, τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της εφαρμογής τεκμηριωμένων πολιτικών και παρεμβάσεων, οι οποίες στοχεύουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών και της συνολικής κατάστασης της υγείας τους.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Introduction: Chronic respiratory diseases constitute a major and continuously growing global public health challenge, imposing substantial socioeconomic and psychosocial burdens. Asthma, one of the most prevalent chronic respiratory conditions, has significant effects on patients’ physical, psychological, and social functioning, thereby substantially influencing their overall quality of life. The early identification and effective support of individuals with asthma became particularly important during the COVID-19 pandemic, given the chronic nature of the disease and its impact across all age groups. In this context, Primary Health Care (PHC) plays a pivotal role in the management of patients with chronic respiratory diseases through prevention, early diagnosis, long-term follow-up, and the promotion of self-management, contributing to the improvement of Health-Related Quality of Life (HRQOL) and the sustainability of health systems. Aim: The Purpose of the present study is to highlig ...
Introduction: Chronic respiratory diseases constitute a major and continuously growing global public health challenge, imposing substantial socioeconomic and psychosocial burdens. Asthma, one of the most prevalent chronic respiratory conditions, has significant effects on patients’ physical, psychological, and social functioning, thereby substantially influencing their overall quality of life. The early identification and effective support of individuals with asthma became particularly important during the COVID-19 pandemic, given the chronic nature of the disease and its impact across all age groups. In this context, Primary Health Care (PHC) plays a pivotal role in the management of patients with chronic respiratory diseases through prevention, early diagnosis, long-term follow-up, and the promotion of self-management, contributing to the improvement of Health-Related Quality of Life (HRQOL) and the sustainability of health systems. Aim: The Purpose of the present study is to highlight the role of Public Health, with particular emphasis on Primary Health Care (PHC), as a central pillar of social policy for improving the quality of life of patients with asthma and preventing disease exacerbations. The study investigates the pivotal role of PHC in the comprehensive management of asthma, focusing on early diagnosis, individualized therapeutic approaches, continuous monitoring, and patient education in self-management, particularly during public health crises. These interventions are examined in relation to their contribution to improving patients’ quality of life and reducing the economic burden associated with the disease. Furthermore, the study explores asthma self-management practices during the COVID-19 pandemic and assesses the related economic burden of the disease. In addition, it evaluates the quality of PHC services in terms of service provision, availability, and accessibility, as well as patients’ satisfaction with medical, nursing, and administrative services. Material and Method: The study was based on a primary cross-sectional follow-up cohort survey conducted by telephone during the COVID-19 pandemic among patients with asthma, who had previously been diagnosed and trained in asthma self-management within the framework of Primary Health Care (PHC). The study population consisted of patients who had attended the “Asthma School” at the Model Urban Health Centre of Peristeri during 2014–2015 and had received structured education from specialized personnel of the Hellenic Center for Disease Control and Prevention (HCDCP) of the Ministry of Health. A structured questionnaire was developed for data collection, including demographic and socioeconomic characteristics, daily dietary habits, and general lifestyle factors, as well as questions regarding asthma self-management during the previous five years and the last twelve months. Particular emphasis was placed on adherence to the Ministry of Health guidelines concerning the investigation and prevention of COVID-19 infection and their impact on participants’ quality of life. In addition, Health-Related Quality of Life (HRQoL) was assessed by examining all dimensions of the Asthma Quality of Life Questionnaire (AQLQ) and the Short Form Health Survey (SF-12), fear of COVID-19 was evaluated using the Fear of COVID-19 Scale (FCV-19S), while negative emotional states, including depression, anxiety, and stress, were assessed using the Depression Anxiety Stress Scales (DASS-21). Furthermore, asthma control and asthma symptom control were evaluated using the Asthma Control Test (ACT) and the Asthma Control Questionnaire (ACQ), respectively, while the perceived quality of PHC services provided was also assessed. Descriptive statistical analysis was performed. Independent-samples t-tests were conducted to examine differences in the total scores of the AQLQ, ACQ, and ACT scales, as well as in the four dimensions of the AQLQ (symptoms, activity limitation, emotional function, and environmental stimuli) according to dichotomous variables. Analysis of variance (ANOVA) was applied to investigate differences according to variables comprising more than two categories. Correlation analyses were also performed to examine the associations between the total scores of the scales and the dimensions of the AQLQ with the dimensions of other instruments, namely the FCV-19S, DASS-21, and SF-12 scales. Finally, linear regression analyses were conducted to investigate the effects of the study variables on the AQLQ, ACQ, and ACT scales, as well as on the four dimensions of the AQLQ. Results: A total of 112 patients participated in the study, of whom 70.5% were female and 29.5% were male, all of Greek nationality, with a mean age of 51.38±14.26 years. Statistically significant differences were observed across all three assessment scales (AQLQ, ACQ, and ACT; p<0.001) according to whether participants had visited the Emergency Department or had been hospitalized due to an asthma exacerbation, as well as according to the reported frequency of breathlessness during the previous five years. Patients who evaluated their asthma status as good reported significantly higher Quality of Life (QoL) scores (Mean=4.91), with significant differences observed between groups (p<0.001). Regarding the frequency of asthma exacerbations, statistically significant differences were also identified (p=0.004). Patients experiencing frequent asthma exacerbations reported lower QoL scores (Mean=3.34), whereas those reporting seasonal or infrequent exacerbations demonstrated higher QoL levels. The frequency of exacerbations was significantly associated with QoL and with self-reported COVID-19 infection (p=0.05). Statistically significant differences in the total scores of the AQLQ (p=0.013), ACQ (p=0.015), and ACT (p=0.009) were also observed according to smoking status. Pairwise comparisons revealed significant differences between non-smokers and former smokers, with non-smokers demonstrating better quality of life, superior asthma control, and higher asthma management scores. Following smoking cessation counseling provided by the Public Health Officer and recommendations from the pulmonologist, 45.5% of participants reported having quit smoking, whereas 30.3% continued to smoke regularly and 15.2% reported unsuccessful smoking cessation. According to ACT classification, 83.0% of participants exhibited uncontrolled asthma, while 17.0% demonstrated partially controlled asthma. No participant was classified as having fully controlled asthma. Comparison of ACT asthma control scores over time revealed a decline in asthma control, with the mean ACT score decreasing from 17.53±3.75 five years previously to 15.48±3.40 at the time of the study. Additional analyses demonstrated that unemployed participants reported significantly poorer quality of life, both in terms of the overall AQLQ score (p=0.005) and specifically in the symptoms domain of the AQLQ (p=0.047). Participants with higher educational attainment, particularly university graduates and holders of postgraduate degrees, exhibited better asthma control according to the ACQ (p<0.05). Furthermore, a statistically significant difference was observed in the emotional function domain of the AQLQ (p=0.005) in relation to the average monthly income, with significant differences identified between the income categories of €0–700 and €1,401–2,500. The total annual cost of asthma during the previous 12 months had a mean value of €312.79±139.724. Medical consultations and physician visits accounted for a mean cost of €91.79±79.596, medication-related expenses (patient co-payment) amounted to €211.8±77.678, while hospitalization and hospital-related costs averaged €9.2±41.852. The overall healthcare expenditure during the previous 12 months, including costs related to asthma and other health services, had a mean value of €493.87±251.485. Physician consultations and medical visits accounted for a mean cost of €156.16±152.53, including informal payments. Medication-related expenses amounted to €300.96±131.487, including patient co-payments, while hospitalization and hospital-related costs, including both public and private hospital services, averaged €36.74±108.799. Statistically significant differences were identified in the AQLQ activity limitation (p=0.021) and emotional function (p=0.029) domains according to participants’ compliance with the Ministry of Health guidelines for COVID-19 prevention. Better Health-Related Quality of Life (HRQoL) (p<0.01) was observed among males, younger patients, unmarried individuals, and students. Poor asthma control was associated with reduced work activity, increased breathlessness, more frequent nocturnal awakenings, greater use of inhalers or nebulizers, and higher levels of anxiety, stress, and depression (p<0.01). In turn, these psychological factors were significantly associated (p<0.01) with greater fear of COVID-19. This study demonstrated according to the World Health Organization (WHO) body mass index (BMI) classification, 38.4% of participants were overweight and 18.8% were classified as having Class I obesity. Furthermore, among patients with asthma belonging to vulnerable groups as defined by Government Gazette Issue (FEK) 1856/15-05-2020, 41.1% presented with elevated BMI, while 8.9% had uncontrolled diabetes mellitus. Participants classified as belonging to vulnerable groups exhibited significantly poorer quality of life according to the overall AQLQ score (p=0.002). Similarly, poorer quality of life was observed among patients with severe cardiovascular disease (p=0.043), resistant hypertension (p=0.015), uncontrolled diabetes mellitus (p<0.001), and elevated BMI (p=0.016). Worse asthma control, as assessed by the ACQ, was reported among participants belonging to vulnerable groups (p=0.008) and those with elevated BMI (p=0.016). In addition, poorer asthma control levels according to the ACT were observed among patients with resistant hypertension (p=0.023) and uncontrolled diabetes mellitus (p<0.020). Participants who had received medication for a respiratory tract infection during the previous 12 months reported significantly poorer quality of life according to the overall AQLQ score (p<0.001), poorer asthma control according to the ACQ (p<0.001), and lower asthma control levels according to the ACT (p<0.001). Moreover, they demonstrated significantly poorer outcomes across all AQLQ domains, including symptoms, activity limitation, emotional function, and environmental stimuli (p<0.01). The proportion of participants diagnosed with COVID-19 was 60.7% and exhibited poorer quality of life according to the overall AQLQ score. Participants who reported feeling ill during the previous 12 months, those who experienced fever >37.5°C (p=0.029), and those who reported cough during the same period demonstrated significantly poorer quality of life according to the overall AQLQ score (p=0.029). Similarly, poorer quality of life was observed among participants diagnosed with COVID-19 (p=0.050), those who had recovered from COVID-19 with a medical certificate of recovery (p=0.050), and those who had been in close contact with confirmed COVID-19 cases (p=0.037). Asthma patients who had been vaccinated against COVID-19 (94.6%, n=106) ex-hibited significantly better asthma control according to the ACT (p<0.05) compared with unvaccinated participants (n=6). In addition, influenza vaccination (65.2%, n=73) was associated with better asthma control according to the ACQ (p=0.05). In the present study, those who fully comply with the Ministry of Health's instructions for the prevention of COVID-19 in various activities have a better quality of life in terms of symptoms according to the AQLQ (p=0.044), better asthma control according to the ACQ (p=0.039), and better levels of asthma control according to the ACT (p=0.039), compared with those who reported only partial adherence. In addition, higher adherence to these guidelines was associated with better quality of life in the AQLQ domains of activity limitation (p=0.021) and emotional function (p=0.029). Additionally, more hours of mask use for protection against COVID-19, specifically > 4 hours daily, implies that asthma patients have a better quality of life according to the AQLQ dimension, which concerns activity limitation (p=0.042). The total ACQ score was significantly influenced by asthma-related hospitalization (B=0.520, p=0.003), satisfaction with daily life (B=0.151, p=0.019), use of medication for respiratory tract infections (B=−0.313, p<0.001), experience of breathing difficulties due to mask use (B=−0.287, p=0.003), physical health status (PCS) (B=−0.028, p=0.003), and fear of COVID-19 (B=−0.044, p=0.019). The adoption of a Mediterranean dietary pattern (B=0.340, p=0.015), absence of medication use for respiratory tract infections (B=0.329, p=0.002), and better physical health status (PCS) (B=0.036, p=0.001) were significantly associated with higher scores in the corresponding AQLQ subscale, indicating lower activity limitation. Additionally, it was observed, a positive and statistically significant correlation was observed between AQLQ scores (rho=0.200, p<0.05) and ACT scores (rho=0.187, p<0.05) in relation with overall satisfaction regarding medical and nursing care. Higher levels of healthcare satisfaction were associated with better asthma control and improved quality of life among patients with asthma.Conclusions: Asthma is a chronic disease associated with significant physical, psychosocial, and functional consequences, which become even more pronounced during the COVID-19 pandemic. The findings of this study highlight that demographic, behavioral, and healthcare-related factors, as well as comorbidities, have a substantial impact on the quality of life of patients with asthma. Patients’ quality of life is closely associated with the level of disease control, while self-management and support through Primary Health Care (PHC) contribute significantly to improved treatment adherence, reduced exacerbations, and lower healthcare costs. Health-Related Quality of Life (HRQoL) was found to be impaired, with the physical health dimension demonstrating lower scores than the mental health dimension across all patient groups. Continuous follow-up through specialized healthcare services in collaboration with PHC is considered essential for achieving optimal disease control. Furthermore, patient education enhances self-management skills and treatment adherence, reducing the need for emergency and secondary healthcare services and consequently limiting the overall economic burden of the disease. Asthma exacerbations are associated with considerable social, psychological, and healthcare-related costs. The cost of asthma is in-creasing as disease control decreases and significant cost savings could be achieved through the proper management of patients with asthma, strengthening the relationship between Public Health and Public Policy. Targeted education of patients with asthma is important in primary health care and can lead to better patient compliance and greater treatment effectiveness. During the pandemic period, telephone-based support proved to be a particularly valuable complementary tool for patient monitoring and follow-up. In conclusion, the find-ings of this study highlight the pivotal role of a holistic approach to asthma management within the framework of strengthening Primary Health Care (PHC). At the same time, they underscore the need for the promotion of patients’ health enhancement and the development of comprehensive strategies that incorporate targeted public health interventions which can strengthen social policies by contributing to the organization and safeguarding of equity, universality, and solidarity regarding patients’ access to health and welfare services. Finally, the findings emphasize the importance of implementing evidence-based policies and interventions aimed at improving patients’ quality of life and overall health outcome.
περισσότερα