Περίληψη
Στην παρούσα διδακτορική διατριβή προβήκαμε σε βιβλιογραφική ανασκόπηση έχοντας ως βασικές πηγές μας τον Αστικό και Ποινικό Κώδικα, τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας καθώς και πλήθος επιστημονικών άρθρων, μεταπτυχιακών και διδακτορικών διατριβών σχετιζόμενων με το ευρύτερο θέμα της αυτονομίας του χρήστη παράνομων εξαρτησιογόνων ουσιών. Σκοπός της διατριβής αυτής ήταν να αναδείξουμε αφενός τη θέση του ασθενούς ουσιοεξαρτημένου ατόμου, ως μέλος της κοινωνίας, της οικογένειας και του εργασιακού περιβάλλοντος, αφετέρου την αστική και ποινική μεταχείρισή του. Υπό το πρίσμα αυτό και έχοντας αξιοποιήσει συνδυαστικά την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η εξάρτηση, ως μορφή ψυχικής διαταραχής, μπορεί να ασκήσει επιρροή στον καταλογισμό του δράστη αλλοιώνοντας την ικανότητά του να αξιολογεί και να σταθμίζει την τέλεση ή μη μιας αξιόποινης πράξης. Εξάλλου, η προσωπικότητα του ατόμου είναι αυτή που διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τρόπου, με τον οπ ...
Στην παρούσα διδακτορική διατριβή προβήκαμε σε βιβλιογραφική ανασκόπηση έχοντας ως βασικές πηγές μας τον Αστικό και Ποινικό Κώδικα, τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας καθώς και πλήθος επιστημονικών άρθρων, μεταπτυχιακών και διδακτορικών διατριβών σχετιζόμενων με το ευρύτερο θέμα της αυτονομίας του χρήστη παράνομων εξαρτησιογόνων ουσιών. Σκοπός της διατριβής αυτής ήταν να αναδείξουμε αφενός τη θέση του ασθενούς ουσιοεξαρτημένου ατόμου, ως μέλος της κοινωνίας, της οικογένειας και του εργασιακού περιβάλλοντος, αφετέρου την αστική και ποινική μεταχείρισή του. Υπό το πρίσμα αυτό και έχοντας αξιοποιήσει συνδυαστικά την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η εξάρτηση, ως μορφή ψυχικής διαταραχής, μπορεί να ασκήσει επιρροή στον καταλογισμό του δράστη αλλοιώνοντας την ικανότητά του να αξιολογεί και να σταθμίζει την τέλεση ή μη μιας αξιόποινης πράξης. Εξάλλου, η προσωπικότητα του ατόμου είναι αυτή που διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τρόπου, με τον οποίο εκδηλώνεται μια ψυχική διαταραχή και εξαιτίας αυτού δεν μπορεί η διάγνωσή της να οδηγήσει σε γενικευμένες κρίσεις σχετικά με την ικανότητα ή την ανικανότητα για καταλογισμό. Επίσης, καταλήξαμε ότι ο ενήλικος ουσιοεξαρτημένος ασθενής δύναται να τεθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, εφόσον υφίσταται στο πρόσωπό του ψυχική ή διανοητική διαταραχή, έστω και παροδική, οφειλόμενη στην εκτεταμένη χρήση παράνομων εξαρτησιογόνων ουσιών, η οποία τον εμποδίσει να φροντίσει με επιτυχία τις υποθέσεις του. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι σε περίπτωση που ο ψυχικά ουσιοεξαρτημένος ασθενής αρνείται την θεραπεία έχοντας ως αποτέλεσμα να θέτει σε κίνδυνο την ζωή του ίδιου, της οικογένειάς του, του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου και να χειροτερεύει με την άρνηση αυτή την κατάσταση της ψυχικής διαταραχής, τότε ο ιατρός θα προβεί στην θεραπεία του ασθενούς, διότι θεωρείται απαραίτητη για την προστασία του ίδιου και της οικογένειας του και θα προχωρήσει σε αυτή χωρίς την συναίνεση του τελευταίου υπό την απαρέγκλιτη όμως προϋπόθεση ότι σε κάθε επιμέρους επίπεδο της νοσηλείας του η αξιοπρέπεια και η αυτονομία του ουσιοεξαρτημένου ασθενούς τυγχάνουν προστασίας τόσο από τους δικαστικούς συμπαραστάτες ή τους οικείους του όσο και από το θεραπευτικό ίδρυμα και τους ιατρούς του βάσει του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας. Επίσης, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η συνδυαστική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 4 του Ν. 4139/2013 και των διατάξεων των άρθρων 34 και 36 του ΠΚ δεν είναι εφικτή, διότι ο νομοθέτης έχει τυποποιήσει στον νόμο τις περιπτώσεις εκείνες σύμφωνα με τις οποίες η εξάρτηση αίρει ή μειώνει τον καταλογισμό, με συνέπεια, μια εκ νέου ελάττωση της ποινής για τον ίδιο λόγο να μην μπορεί να γίνει νομικά αποδεκτή. Επιπρόσθετα, ως λογική ακολουθία της παραπάνω κρίσης μας, αφ’ ης στιγμής έχει ήδη κριθεί ότι ο εξαρτημένος από παράνομες ναρκωτικές ουσίες είναι ασθενής που αντιμετωπίζει κυρίως τοξικές ψυχώσεις, εάν είχε αρθεί η ικανότητα του δράστη ή είχε αυτή μειωθεί σε σημαντικό βαθμό και δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξεις του κινούμενος λογικά ή να πράξει σύμφωνα με την αντίληψή του για αυτό το άδικο, τότε αυτός, για τα αδικήματα που δεν σχετίζονται με τον νόμο περί ναρκωτικών, στην περίπτωση του άρθρου 34 του ΠΚ παραμένει ατιμώρητος, ενώ στην περίπτωση του άρθρου 36 του ΠΚ έρχεται αντιμέτωπος με μειωμένη ποινή. Τέλος, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι, πλην της όλως απαραίτητης πρόληψης, είναι αναγκαίες οι πάσης φύσεως εκστρατείες ενημέρωσης, που στοχεύσουν είτε στην αποτροπή της έναρξης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών είτε στην παύση της χρήσης τους είτε στην ενθάρρυνση μιας νέας συμπεριφοράς, μακριά από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
In this doctoral thesis, we conducted a literature review using as our main sources the Civil Code and the Penal Code, the Code of Medical Ethics, as well as a number of scientific articles, master's and doctoral theses related to the broader issue of the autonomy of the user of illegal addictive substances. The purpose of this thesis was to highlight, on the one hand, the position of the substance-dependent patient, as a member of society, the family and the work environment, and on the other hand, his civil and criminal treatment. In this light and having combined the case law of the Greek courts, we came to the conclusion that addiction, as a form of mental disorder, can influence the attribution of the perpetrator by altering his ability to evaluate and weigh the commission or non-commitment of a criminal act. Moreover, the personality of the individual is the one that plays a decisive role in shaping the way in which a mental disorder manifests itself and because of this, its diag ...
In this doctoral thesis, we conducted a literature review using as our main sources the Civil Code and the Penal Code, the Code of Medical Ethics, as well as a number of scientific articles, master's and doctoral theses related to the broader issue of the autonomy of the user of illegal addictive substances. The purpose of this thesis was to highlight, on the one hand, the position of the substance-dependent patient, as a member of society, the family and the work environment, and on the other hand, his civil and criminal treatment. In this light and having combined the case law of the Greek courts, we came to the conclusion that addiction, as a form of mental disorder, can influence the attribution of the perpetrator by altering his ability to evaluate and weigh the commission or non-commitment of a criminal act. Moreover, the personality of the individual is the one that plays a decisive role in shaping the way in which a mental disorder manifests itself and because of this, its diagnosis cannot lead to generalized judgments regarding the ability or inability to attribution. We also concluded that an adult substance-dependent patient may be placed under judicial guardianship if he or she suffers from a mental or intellectual disorder, even if temporary, due to the extensive use of illegal addictive substances, which prevents him or her from successfully managing his or her affairs. Furthermore, it was decided that in the event that the mentally dependent patient refuses treatment, resulting in endangering his own life, that of his family, that of the wider society, and worsening this state of mental disorder through refusal, then the doctor will proceed with the patient's treatment, because it is considered necessary for the protection of himself and his family and will proceed without the latter's consent under the unwavering condition that at each individual level of his hospitalization, the dignity and autonomy of the substance-dependent patient are protected both by his legal representatives or relatives as well as by the therapeutic institution and his doctors based on the Code of Medical Ethics. We also concluded that the combined application of the provision of article 30, paragraph 4, of Law 4139/2013 and the provisions of articles 34 and 36 of the Penal Code is not feasible, because the legislator has standardized in the law those cases according to which dependence removes or reduces the imputation, with the result that a further reduction of the sentence for the same reason cannot be legally acceptable. Additionally, as a logical consequence of our above judgment, since it has already been determined that the addict of illegal drugs is a patient who mainly suffers from toxic psychoses, if the perpetrator's capacity had been removed or had been significantly reduced and he could not perceive the injustice of his actions by acting logically or act in accordance with his perception of this injustice, then he, for offenses not related to the drug law, in the case of article 34 of the Penal Code, remains unpunished, while in the case of article 36 of the Penal Code, he faces a reduced sentence. Finally, we came to the conclusion that, in addition to the absolutely necessary prevention, all kinds of information campaigns are necessary, aimed either at preventing the start of drug use, at ceasing their use, or at encouraging a new behavior, away from drug use.
περισσότερα