Περίληψη
Εισαγωγή: Η ενσυναίσθηση αποτελεί θεμελιώδη και αναπόσπαστη δεξιότητα στις επιστήμες υγείας, καθώς επηρεάζει άμεσα την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας, την αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής σχέσης και τη συνολική εμπειρία του ασθενούς. Στο εκπαιδευτικό περιβάλλον των επαγγελμάτων υγείας, η καλλιέργεια και αξιολόγηση της ενσυναίσθησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι η ικανότητα συναισθηματικής κατανόησης και ανταπόκρισης αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του μελλοντικού επαγγελματία υγείας. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση και σύγκριση των επιπέδων ενσυναίσθησης μεταξύ φοιτητών Νοσηλευτικής, Φυσικοθεραπείας και Λογοθεραπείας, χρησιμοποιώντας την κλίμακα Balanced Emotional Empathy Scale (BEES) και Toronto Empathy Questionnaire (TEQ). Η μελέτη επιδιώκει την ανάδειξη των διαφοροποιήσεων της ενσυναίσθησης ανά ειδικότητα, φύλο και έτος σπουδών. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε ποσοτική, προοπτική διαχρονική μελέτη σε δείγμα 154 προπτυχιακών φοιτητών των Τμημάτων Ν ...
Εισαγωγή: Η ενσυναίσθηση αποτελεί θεμελιώδη και αναπόσπαστη δεξιότητα στις επιστήμες υγείας, καθώς επηρεάζει άμεσα την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας, την αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής σχέσης και τη συνολική εμπειρία του ασθενούς. Στο εκπαιδευτικό περιβάλλον των επαγγελμάτων υγείας, η καλλιέργεια και αξιολόγηση της ενσυναίσθησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι η ικανότητα συναισθηματικής κατανόησης και ανταπόκρισης αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του μελλοντικού επαγγελματία υγείας. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση και σύγκριση των επιπέδων ενσυναίσθησης μεταξύ φοιτητών Νοσηλευτικής, Φυσικοθεραπείας και Λογοθεραπείας, χρησιμοποιώντας την κλίμακα Balanced Emotional Empathy Scale (BEES) και Toronto Empathy Questionnaire (TEQ). Η μελέτη επιδιώκει την ανάδειξη των διαφοροποιήσεων της ενσυναίσθησης ανά ειδικότητα, φύλο και έτος σπουδών. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε ποσοτική, προοπτική διαχρονική μελέτη σε δείγμα 154 προπτυχιακών φοιτητών των Τμημάτων Νοσηλευτικής, Φυσικοθεραπείας και Λογοθεραπείας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Η ενσυναίσθηση μετρήθηκε σε τρία διαδοχικά ακαδημαϊκά έτη (2022, 2023, 2024), επιτρέποντας τη διερεύνηση της εξέλιξής της κατά τη διάρκεια της φοίτησης. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν δύο τυποποιημένα ψυχομετρικά εργαλεία: το Toronto Empathy Questionnaire (TEQ) για τη μέτρηση της γενικής/γνωστικής διάστασης της ενσυναίσθησης και η Balanced Emotional Empathy Scale (BEES) για τη μέτρηση της συναισθηματικής διάστασης. Πραγματοποιήθηκε έλεγχος κανονικότητας (Kolmogorov–Smirnov και Shapiro–Wilk), ο οποίος επιβεβαίωσε ότι οι μεταβλητές ακολουθούν κανονική κατανομή, επιτρέποντας τη χρήση παραμετρικών δοκιμασιών. Η στατιστική ανάλυση περιέλαβε περιγραφικά μέτρα, t-test ανεξάρτητων δειγμάτων, ανάλυση διακύμανσης (ANOVA) και συγκρίσεις επαναλαμβανόμενων μετρήσεων για τη διερεύνηση της διαχρονικής μεταβολής. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε στο p<0,05. Αποτελέσματα: Τα περιγραφικά ευρήματα κατέδειξαν ικανοποιητικά έως υψηλά επίπεδα ενσυναίσθησης στο σύνολο του δείγματος. Η ανάλυση μεταξύ των τριών κλάδων σπουδών ανέδειξε στατιστικά σημαντικές διαφοροποιήσεις στα επίπεδα ενσυναίσθησης (ANOVA, p<0,05), γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η ειδικότητα συνιστά παράγοντα που επηρεάζει την ενσυναισθητική ανταπόκριση. Οι φοιτητές Λογοθεραπείας παρουσίασαν υψηλότερες μέσες τιμές, ακολουθούμενοι από τους φοιτητές Νοσηλευτικής, ενώ οι φοιτητές Φυσικοθεραπείας εμφάνισαν τον μικρότερο βαθμό ενσυναίσθησης. Η διαχρονική ανάλυση ανέδειξε ένα σαφές δυναμικό μοτίβο μεταβολής. Ειδικότερα, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση των επιπέδων ενσυναίσθησης από το 2022 στο 2023 τόσο στο TEQ (p=0,009) όσο και στη BEES (p=0,000), γεγονός που υποδηλώνει ενίσχυση τόσο της γνωστικής όσο και της συναισθηματικής διάστασης κατά το δεύτερο έτος φοίτησης. Αντιθέτως, από το 2023 στο 2024 καταγράφηκε στατιστικά σημαντική μείωση και στα δύο εργαλεία (TEQ: p=0,013· BEES: p=0,001), με αποτέλεσμα τα επίπεδα του 2024 να επανέρχονται σε τιμές συγκρίσιμες με εκείνες του 2022. Η συνολική σύγκριση μεταξύ πρώτου και τρίτου έτους δεν ανέδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά (p>0,05), γεγονός που υποδηλώνει ότι η ενδιάμεση αύξηση δεν διατηρείται μακροπρόθεσμα. Ως προς το φύλο, διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές υπέρ των γυναικών τόσο στη συναισθηματική (BEES, p=0,001) όσο και στη γενική ενσυναίσθηση (TEQ, p=0,003). Αντιθέτως, η ηλικία και η οικογενειακή κατάσταση δεν συσχετίστηκαν στατιστικά σημαντικά με τα επίπεδα ενσυναίσθησης (ANOVA, p>0,05). Συνολικά, τα αποτελέσματα τεκμηριώνουν ότι η ενσυναίσθηση εμφανίζει παροδική ενίσχυση κατά τη διάρκεια των σπουδών, χωρίς όμως να διατηρείται σταθερά έως το τρίτο έτος. Συμπεράσματα: Τα ευρήματα της παρούσας διατριβής επιβεβαιώνουν ότι η ενσυναίσθηση στους φοιτητές των επιστημών υγείας αποτελεί δυναμική και πολυπαραγοντική δεξιότητα, η οποία διαφοροποιείται τόσο μεταξύ των επιστημονικών κλάδων όσο και κατά τη διάρκεια της ακαδημαϊκής πορείας. Η στατιστικά σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ Νοσηλευτικής, Φυσικοθεραπείας και Λογοθεραπείας αναδεικνύει ότι το γνωστικό αντικείμενο, η φύση της κλινικής εκπαίδευσης και το επαγγελματικό προφίλ κάθε ειδικότητας συμβάλλουν στη διαμόρφωση της ενσυναισθητικής ικανότητας. Παράλληλα, η διαχρονική ανάλυση κατέδειξε ότι η ενσυναίσθηση παρουσιάζει παροδική ενίσχυση κατά το δεύτερο έτος σπουδών, η οποία όμως δεν διατηρείται στο τρίτο έτος, παρά το γεγονός ότι καταγράφηκαν ενδιάμεσες στατιστικά σημαντικές μεταβολές. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι, παρότι η ενσυναίσθηση μπορεί να ενισχυθεί μέσα από την εκπαιδευτική και κλινική εμπειρία, δεν σταθεροποιείται χωρίς συστηματική και επαναλαμβανόμενη παιδαγωγική υποστήριξη. Επιπλέον, η στατιστικά σημαντική υπεροχή των γυναικών ενισχύει τη διεθνή βιβλιογραφική τεκμηρίωση περί έμφυλων διαφοροποιήσεων στην ενσυναισθητική έκφραση. Συνολικά, τα αποτελέσματα τεκμηριώνουν ότι η ενσυναίσθηση δεν εξελίσσεται αυτόματα ως αποτέλεσμα της φοίτησης, αλλά απαιτεί στοχευμένη εκπαιδευτική καλλιέργεια. Η μη διατήρηση της αυξημένης ενσυναίσθησης στο τρίτο έτος ενδέχεται να συνδέεται με την απουσία δομημένων και διαρκών παρεμβάσεων που να ενισχύουν συστηματικά τόσο τη γνωστική όσο και τη συναισθηματική της διάσταση. Ως εκ τούτου, η διατριβή συμβάλλει τεκμηριωμένα στην ανάγκη θεσμοθέτησης ειδικού μαθήματος ή βιωματικών εργαστηρίων ενσυναίσθησης στα προγράμματα σπουδών της Νοσηλευτικής, της Φυσικοθεραπείας και της Λογοθεραπείας. Η ενσωμάτωση οργανωμένων εκπαιδευτικών παρεμβάσεων όπως προσομοιώσεις, αναστοχαστικές ασκήσεις, παιχνίδι ρόλων και εκπαίδευση στην κλινική επικοινωνία δύναται να συμβάλει στη μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των επιπέδων ενσυναίσθησης και στην ενίσχυση της ανθρωποκεντρικής ταυτότητας των μελλοντικών επαγγελματιών υγείας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Introduction: Empathy is a fundamental and integral skill in the health sciences, as it directly affects the quality of care provided, the effectiveness of the therapeutic relationship and the overall patient experience. In the educational environment of health professions, the cultivation and assessment of empathy acquires particular importance, given that the ability to emotionally understand and respond is a key characteristic of the future health professional. Purpose: The purpose of this study was to investigate and compare the levels of empathy among Nursing, Physiotherapy and Speech Therapy students, using the Balanced Emotional Empathy Scale (BEES) and Toronto Empathy Questionnaire (TEQ). The study seeks to highlight the differences in empathy by specialty, gender and year of study. Methodology: A quantitative, prospective, longitudinal study was conducted on a sample of 154 undergraduate students of the Departments of Nursing, Physiotherapy and Speech Therapy of the University ...
Introduction: Empathy is a fundamental and integral skill in the health sciences, as it directly affects the quality of care provided, the effectiveness of the therapeutic relationship and the overall patient experience. In the educational environment of health professions, the cultivation and assessment of empathy acquires particular importance, given that the ability to emotionally understand and respond is a key characteristic of the future health professional. Purpose: The purpose of this study was to investigate and compare the levels of empathy among Nursing, Physiotherapy and Speech Therapy students, using the Balanced Emotional Empathy Scale (BEES) and Toronto Empathy Questionnaire (TEQ). The study seeks to highlight the differences in empathy by specialty, gender and year of study. Methodology: A quantitative, prospective, longitudinal study was conducted on a sample of 154 undergraduate students of the Departments of Nursing, Physiotherapy and Speech Therapy of the University of the Peloponnese. Empathy was measured in three consecutive academic years (2022, 2023, 2024), allowing for the investigation of its evolution during the course of study. Two standardized psychometric tools were used to collect data: the Toronto Empathy Questionnaire (TEQ) to measure the general/cognitive dimension of empathy and the Balanced Emotional Empathy Scale (BEES) to measure the emotional dimension. A normality test (Kolmogorov–Smirnov and Shapiro–Wilk) was performed, which confirmed that the variables follow a normal distribution, allowing the use of parametric tests. Statistical analysis included descriptive measures, independent samples t-test, analysis of variance (ANOVA), and repeated measures comparisons to investigate change over time. The level of statistical significance was set at p<0.05. Results: The descriptive findings demonstrated satisfactory to high levels of empathy across the sample. The analysis between the three fields of study revealed statistically significant differences in empathy levels (ANOVA, p<0.05), which confirms that the specialty is a factor that influences empathetic response. Speech Therapy students presented higher average values, followed by Nursing students, while Physiotherapy students displayed the lowest degree of empathy. The longitudinal analysis revealed a clear dynamic pattern of change. In particular, a statistically significant increase in empathy levels was observed from 2022 to 2023 in both the TEQ (p=0.009) and the BEES (p=0.000), indicating an enhancement of both the cognitive and emotional dimensions during the second year of study. On the contrary, from 2023 to 2024, a statistically significant decrease was recorded in both tools (TEQ: p=0.013; BEES: p=0.001), resulting in 2024 levels returning to values comparable to those of 2022. The overall comparison between the first and third years did not reveal a statistically significant difference (p>0.05), which suggests that the intermediate increase is not maintained in the long term. Regarding gender, statistically significant differences were found in favor of women in both emotional (BEES, p=0.001) and general empathy (TEQ, p=0.003). On the contrary, age and marital status were not statistically significantly associated with empathy levels (ANOVA, p>0.05). Overall, the results document that empathy shows a transient enhancement during studies, but is not maintained consistently until the third year. Conclusions: The findings of this thesis confirm that empathy in health science students is a dynamic and multifactorial skill, which varies both between disciplines and during the academic course. The statistically significant differentiation between Nursing, Physiotherapy and Speech Therapy highlights that the subject area, the nature of clinical training and the professional profile of each specialty contribute to the formation of empathetic ability. At the same time, the longitudinal analysis showed that empathy shows a transient enhancement during the second year of studies, which, however, is not maintained in the third year, despite the fact that intermediate statistically significant changes were recorded. This finding suggests that, although empathy can be enhanced through educational and clinical experience, it is not stabilized without systematic and repeated pedagogical support. Furthermore, the statistically significant preponderance of women reinforces the international bibliographic documentation on gender differences in empathetic expression. Overall, the results document that empathy does not develop automatically as a result of studying, but requires targeted educational cultivation. The failure to maintain increased empathy in the third year may be linked to the absence of structured and ongoing interventions that systematically enhance both its cognitive and emotional dimensions. Therefore, the thesis contributes in a documented way to the need to institutionalize a special course or experiential empathy workshops in the curricula of Nursing, Physiotherapy and Speech Therapy. The integration of organized educational interventions – such as simulations, reflective exercises, role-playing and training in clinical communication – can contribute to the long-term stabilization of empathy levels and the strengthening of the human-centered identity of future health professionals.
περισσότερα