Περίληψη
Η διδακτορική διατριβή με θέμα «Η Γεωργιανή Κανονική και Ψευδοκανονική Γραμματεία και Παράδοση: Η Βυζαντινή Επιρροή και η Γεωργιανή Σύνθεση» εξετάζει συστηματικά τη διαμόρφωση και εξέλιξη της κανονικής παραδόσεως της Εκκλησίας της Γεωργίας, υπό το πρίσμα της σχέσεώς της με τη βυζαντινή κανονική παράδοση. Στόχος της έρευνας είναι η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο το βυζαντινό κανονικό δίκαιο προσλήφθηκε, μεταφράστηκε και δημιουργικά ενσωματώθηκε στη γεωργιανή εκκλησιαστική πραγματικότητα, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της εκκλησιαστικής ταυτότητας και της νομοθετικής αυτοτέλειας της τοπικής Εκκλησίας. Η μελέτη βασίζεται σε πρωτογενείς πηγές, ιδίως σε γεωργιανά χειρόγραφα κανονικού περιεχομένου και σε μεταφράσεις ελληνικών κανονικών κειμένων, τα οποία καταγράφονται και αναλύονται συστηματικά. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη συγκριτική εξέταση των ελληνικών πρωτοτύπων και των γεωργιανών μεταφράσεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Νομοκάνονα του εις ιδ΄ τίτλους, προκειμένου να αναδειχθούν οι ...
Η διδακτορική διατριβή με θέμα «Η Γεωργιανή Κανονική και Ψευδοκανονική Γραμματεία και Παράδοση: Η Βυζαντινή Επιρροή και η Γεωργιανή Σύνθεση» εξετάζει συστηματικά τη διαμόρφωση και εξέλιξη της κανονικής παραδόσεως της Εκκλησίας της Γεωργίας, υπό το πρίσμα της σχέσεώς της με τη βυζαντινή κανονική παράδοση. Στόχος της έρευνας είναι η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο το βυζαντινό κανονικό δίκαιο προσλήφθηκε, μεταφράστηκε και δημιουργικά ενσωματώθηκε στη γεωργιανή εκκλησιαστική πραγματικότητα, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της εκκλησιαστικής ταυτότητας και της νομοθετικής αυτοτέλειας της τοπικής Εκκλησίας. Η μελέτη βασίζεται σε πρωτογενείς πηγές, ιδίως σε γεωργιανά χειρόγραφα κανονικού περιεχομένου και σε μεταφράσεις ελληνικών κανονικών κειμένων, τα οποία καταγράφονται και αναλύονται συστηματικά. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη συγκριτική εξέταση των ελληνικών πρωτοτύπων και των γεωργιανών μεταφράσεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Νομοκάνονα του εις ιδ΄ τίτλους, προκειμένου να αναδειχθούν οι ερμηνευτικές επιλογές και οι προσαρμογές που συντελέστηκαν κατά τη μεταφορά του κανονικού λόγου. Παράλληλα, διερευνάται η σχέση μεταξύ κανονικής και ψευδοκανονικής γραμματείας, τόσο στην ελληνική όσο και στη γεωργιανή παράδοση, καθώς και ο ρόλος τους στην εκκλησιαστική πράξη και στην αντιμετώπιση του αμαρτωλού. Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται η συμβολή σημαντικών εκκλησιαστικών μορφών, όπως ο Αρσένιος του Ικάλτο και ο Ευθύμιος Ιβηρίτης, ενώ επιχειρείται και η επανεξέταση ζητημάτων χρονολόγησης και αποδόσεως συγγραφής κανονικών κειμένων που αποδόθηκαν στον Ιωάννη Νηστευτή. Η διατριβή εξετάζει επίσης την εξέλιξη της τοπικής εκκλησιαστικής νομοθεσίας στη Γεωργία, με ιδιαίτερη αναφορά στη Σύνοδο του Ρουίσι και Ουρμπνίσι (1103), προβαίνοντας σε συγκριτική αξιολόγηση με τα πρότυπα της οικουμενικής κανονικής παραδόσεως. Μέσα από την ανάλυση αυτή αναδεικνύεται ο βαθμός αλληλεξάρτησης μεταξύ οικουμενικής και τοπικής κανονικής παραδόσεως. Τέλος, η διατριβή προβαίνει σε κριτική αποτίμηση της μέχρι σήμερα έρευνας, η οποία υπήρξε κατά κύριο λόγο φιλολογική, και επιχειρεί να καλύψει το υφιστάμενο ερευνητικό κενό, προτείνοντας μια κατά το δυνατόν ολοκληρωμένη ιστορικο-κανονική προσέγγιση της γεωργιανής κανονικής παραδόσεως.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The doctoral dissertation on “The Georgian Canonical and Pseudocanonical Literature and Tradition: Byzantine Influence and Georgian Synthesis” systematically examines the formation and development of the canonical tradition of the Church of Georgia, in the light of its relationship with the Byzantine canonical tradition. The aim of the research is to highlight the way in which Byzantine canon law was adopted, translated and creatively integrated into the Georgian ecclesiastical reality, contributing to the formation of the ecclesiastical identity and legislative autonomy of the local Church. The study is based on primary sources, in particular on Georgian manuscripts of canonical content and on translations of Greek canonical texts, which are systematically recorded and analyzed. Particular emphasis is placed on the comparative examination of the Greek originals and the Georgian translations, with the typical example of the Nomocanon in its fourteen titles, in order to highlight the in ...
The doctoral dissertation on “The Georgian Canonical and Pseudocanonical Literature and Tradition: Byzantine Influence and Georgian Synthesis” systematically examines the formation and development of the canonical tradition of the Church of Georgia, in the light of its relationship with the Byzantine canonical tradition. The aim of the research is to highlight the way in which Byzantine canon law was adopted, translated and creatively integrated into the Georgian ecclesiastical reality, contributing to the formation of the ecclesiastical identity and legislative autonomy of the local Church. The study is based on primary sources, in particular on Georgian manuscripts of canonical content and on translations of Greek canonical texts, which are systematically recorded and analyzed. Particular emphasis is placed on the comparative examination of the Greek originals and the Georgian translations, with the typical example of the Nomocanon in its fourteen titles, in order to highlight the interpretative choices and adaptations that were made during the transfer of the canonical discourse. At the same time, the relationship between canonical and pseudo-canonical literature is explored, both in the Greek and Georgian traditions, as well as their role in ecclesiastical practice and in the treatment of the sinner. In this context, the contribution of important ecclesiastical figures, such as Arsenios of Ikalto and Euthymios Iviritis, is highlighted, while an attempt is also made to re-examine issues of chronology and attribution of authorship of canonical texts attributed to John the Faster. The dissertation also examines the development of local ecclesiastical legislation in Georgia, with particular reference to the Council of Ruisi and Urbnisi (1103), making a comparative assessment with the standards of the ecumenical canonical tradition. Through this analysis, the degree of interdependence between ecumenical and local canonical tradition is highlighted. Finally, the dissertation makes a critical assessment of the research to date, which has been primarily philological, and attempts to fill the existing research gap, proposing as comprehensive a historical-canonical approach to the Georgian canonical tradition as possible.
περισσότερα