Περίληψη
Η σχέση μεταξύ της θήρας ως δραστηριότητας και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί πεδίο αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων, ειδικότερα στη σημερινή εποχή που η κλιματική αλλαγή και η κρίση που αυτή επιφέρει στο φυσικό περιβάλλον, καθιστά άμεση την επαναξιολόγηση των μοντέλων διαχείρισης της άγριας ορνιθοπανίδας. Ο σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση των στρατηγικών επικοινωνίας για το χτίσιμο σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκομένων και του κοινού και ειδικότερα την ανάδειξη των επικοινωνιακών στρατηγικών και των περιβαλλοντικών δράσεων που χρησιμοποιούν οι Κυνηγετικές Οργανώσεις, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους επικοινωνούνται αυτές στους πολίτες και στους κυνηγούς των νομών Έβρου και Ροδόπης. Ο παραπάνω σκοπός θα πραγματοποιηθεί μέσω της καταγραφής και της ανάλυσης των απόψεων και των στάσεων των πολιτών και των κυνηγών των νομών Έβρου και Ροδόπης. Επιπλέον, η έρευνα στοχεύει στον προσδιορισμό της οικονομικής αξίας (ποσό σε ευρώ) υλοποίηση ...
Η σχέση μεταξύ της θήρας ως δραστηριότητας και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί πεδίο αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων, ειδικότερα στη σημερινή εποχή που η κλιματική αλλαγή και η κρίση που αυτή επιφέρει στο φυσικό περιβάλλον, καθιστά άμεση την επαναξιολόγηση των μοντέλων διαχείρισης της άγριας ορνιθοπανίδας. Ο σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση των στρατηγικών επικοινωνίας για το χτίσιμο σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκομένων και του κοινού και ειδικότερα την ανάδειξη των επικοινωνιακών στρατηγικών και των περιβαλλοντικών δράσεων που χρησιμοποιούν οι Κυνηγετικές Οργανώσεις, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους επικοινωνούνται αυτές στους πολίτες και στους κυνηγούς των νομών Έβρου και Ροδόπης. Ο παραπάνω σκοπός θα πραγματοποιηθεί μέσω της καταγραφής και της ανάλυσης των απόψεων και των στάσεων των πολιτών και των κυνηγών των νομών Έβρου και Ροδόπης. Επιπλέον, η έρευνα στοχεύει στον προσδιορισμό της οικονομικής αξίας (ποσό σε ευρώ) υλοποίησης περιβαλλοντικών προγραμμάτων και δράσεων για τη διατήρηση βιοτόπων άγριας πανίδας, μέσω της Προθυμίας Πληρωμής (Willingness to Pay - WTP).Για να επιτευχθούν τα αποτελέσματα της διατριβής, πραγματοποιήθηκε έρευνα με τη μέθοδο της προσωπικής συνέντευξης, με τη χρήση κατάλληλα δομημένων ερωτηματολογίων σε δείγμα 1.222 ατόμων κατά το έτος 2020. Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των λογισμικών SPSS και STATA, ενώ εφαρμόστηκαν μέθοδοι όπως η παραγοντική ανάλυση (Factor Analysis), το κριτήριο Friedman, οι συχνότητες (Frequencies), ο δείκτης αξιοπιστίας Cronbach’s a, καθώς επίσης και το μοντέλο Interval Regression.Αρχικά από τις στάσεις και τις απόψεις των δύο ομάδων αναφοράς (πολίτες - κυνηγοί), διαπιστώθηκε ότι υπήρχε σημαντική ταύτιση απόψεων αναφορικά με τις αρχές της αειφορίας και της αειφορικής ανάπτυξης, οι οποίες διαπιστώθηκαν μέσω της υιοθέτησης κοινών καλών πρακτικών για την προστασία του περιβάλλοντος στην καθημερινή ζωή των ερωτώμενων. Αναφορικά με τις επικοινωνιακές στρατηγικές των Κυνηγετικών Οργανώσεων, εντοπίστηκε ένα βαθύ επικοινωνιακό κενό, καθώς το πολυεπίπεδο περιβαλλοντικό και φιλοθηραματικό τους έργο παρέμενε σε μεγάλο βαθμό άγνωστο στο ευρύ κοινό. Επιπλέον, παρόλο που οι κυνηγοί εξέφρασαν σε υψηλά ποσοστά (σχεδόν καθολικά) απόλυτη εμπιστοσύνη προς τις Κυνηγετικές Οργανώσεις και το ρόλο που είχαν αυτές ως εγγυήτριες της ορθής διεξαγωγής της θήρας και της τήρησης της νομοθεσίας, επισημάνθηκε η ανάγκη αναθεώρησης και εκσυγχρονισμού των επικοινωνιακών τους στρατηγικών, οι οποίες αξιολογήθηκαν από την πλειοψηφία των κυνηγών ως στάσιμες και εσωστρεφείς. Σχετικά με το θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο, διαπιστώθηκε ότι το Ν.Δ. 86/1969 χρήζει αναθεώρησης και εκσυγχρονισμού, δίνοντας έμφαση στη θέσπιση πιστοποιημένης και διαρκούς εκπαίδευσης τόσο των νέων, όσο και των παλαιών κυνηγών, καθώς επίσης θα πρέπει να υπάρξει αυστηροποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών οι οποίοι θα πρέπει να εναρμονίζονται πλήρως με τη σύγχρονη περιβαλλοντική Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε μια τάση αποστασιοποίησης των πολιτών τόσο από τις περιβαλλοντικές ΜΚΟ, όσο και από τις εθελοντικές περιβαλλοντικές δράσεις που πραγματοποιούσαν αυτές. Παράλληλα, η στάση τους απέναντι στους κυνηγούς χαρακτηρίστηκε ως ουδέτερη, ενώ υπήρξε και κάποιο ποσοστό επιφυλακτικότητας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη βιωματική και ηθική διάσταση της δραστηριότητας. Αναφορικά με τη φιλοζωική συμπεριφορά των κυνηγών, υπήρξαν από τους πολίτες θετικές απόψεις ως προς τους ανωτέρω και τον τρόπο που συμπεριφέρονταν στα σκυλιά - βοηθούς τους (κυνηγόσκυλα), ώστε οι δράσεις τους αναδείχθηκαν από την πλειοψηφία των πολιτών, ως δείγμα εξαιρετικής φιλοζωικής συμπεριφοράς. Συνεχίζοντας και αναφορικά με τις φάρμες εκτροφής άγριων ζώων για παραγωγή κρέατος, υπήρξε μια σαφής αντίθεση ανάμεσα στις δύο ομάδες αναφοράς: ενώ οι πολίτες σε υψηλά ποσοστά σύμφωνης γνώμης εξέφρασαν την επιθυμία για πρόσβαση σε κρέας προερχόμενο από τις φάρμες εκτροφής, οι κυνηγοί τα απέρριψαν σχεδόν καθολικά, υποστηρίζοντας το ελεύθερο παραδοσιακό κυνήγι και όχι την εμπορευματοποίησή του. Αναφορικά με την Προθυμία Πληρωμής, από την έρευνα διαπιστώθηκε μια σαφής διαφοροποίηση μεταξύ των δύο ομάδων αναφοράς. Αρχικά υπήρξε η στατιστικά επιβεβαιωμένη ανελαστικότητα ως προς το εισόδημα Προθυμία Πληρωμής των κυνηγών. Η παραπάνω εκφράστηκε σχεδόν από το σύνολο των κυνηγών και των δύο νομών και παρέμεινε σταθερή παρά τις όποιες αλλαγές στα ατομικά και εισοδηματικά τους χαρακτηριστικά. Αντίθετα, η προθυμία πληρωμής των πολιτών ήταν ελαστική ως προς το εισόδημα και είχε άμεση εξάρτηση από τα ατομικά τους χαρακτηριστικά. Ο φορέας υλοποίησης των περιβαλλοντικών δράσεων βελτίωσης των βιοτόπων άγριας πανίδας που εμπιστευόταν η πλειοψηφία των πολιτών ήταν η Πολιτεία (Υπουργείο Περιβάλλοντος, Δασαρχεία κτλ). Αντίθετα, στην ομάδα των κυνηγών ήταν με σχεδόν καθολικά ποσοστά αποδοχής οι Κυνηγετικοί Σύλλογοι και δευτερευόντως η Πολιτεία. Επιπλέον, υπήρξε μία στάση δυσπιστίας, αποστασιοποίησης και επιφυλακτικότητας και από τις δύο ομάδες αναφοράς ως προς τις περιβαλλοντικές ΜΚΟ, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό ως προς τα κίνητρα, τη διαφάνεια και τον θεσμικό τους ρόλο. Εν κατακλείδι, το κύριο συμπέρασμα που διαπιστώθηκε από την επεξεργασία των στάσεων και των απόψεων των πολιτών και των κυνηγών των νομών Έβρου και Ροδόπης, ήταν ότι επί της ουσίας η βιωσιμότητα της κυνηγετικής δραστηριότητας στον 21ο αιώνα εξαρτιόταν άμεσα από τον ριζικό επανασχεδιασμό και εκσυγχρονισμό των επικοινωνιακών στρατηγικών που χρησιμοποιούνταν έως και σήμερα από τις Κυνηγετικές Οργανώσεις. Προτείνεται η μετάβαση από ένα εσωστρεφές επικοινωνιακό μοντέλο (σημερινό), σε ένα μοντέλο εξωστρεφούς επικοινωνιακής στρατηγικής (μελλοντικό), το οποίο θα εστιάζει στην ανάδειξη του επιστημονικού, φιλοθηραματικού και φιλοπεριβαλλοντικού έργου των Κυνηγετικών Οργανώσεων μέσω σύγχρονων ψηφιακών μέσων και τοπικών κοινωνικών δράσεων. Η στρατηγική αυτή σαν στόχο θα έχει την απόκτηση μιας νέας σύγχρονης «κοινωνικής άδειας λειτουργίας» (Social License to Operate), η οποία θα βασίζεται στην αποδοχή της κυνηγετικής δραστηριότητας (θήρα) από τους πολίτες και στην καθιέρωση του κυνηγού ως υπεύθυνου διαχειριστή του φυσικού κεφαλαίου, μέσα από ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα εγγυάται τη διαφάνεια, τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και την αειφορία του φυσικού κεφαλαίου.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The relationship between hunting as an activity and the protection of the natural environment is a source of conflict and controversy, especially in the current era, when climate change and the crisis it brings to the natural environment make it urgent to reevaluate wildlife management models. The purpose of this doctoral dissertation is to investigate communication strategies for building trust between stakeholders and the public, and specifically to highlight the communication strategies and environmental actions employed by hunting organizations, as well as how these are communicated to citizens and hunters in the prefectures of Evros and Rodopi. This objective will be achieved through the recording and analysis of the views and attitudes of citizens and hunters in the prefectures of Evros and Rodopi. Furthermore, the research aims to determine the economic value (in euros) of implementing environmental programs and actions for the conservation of wildlife habitats, through Willingn ...
The relationship between hunting as an activity and the protection of the natural environment is a source of conflict and controversy, especially in the current era, when climate change and the crisis it brings to the natural environment make it urgent to reevaluate wildlife management models. The purpose of this doctoral dissertation is to investigate communication strategies for building trust between stakeholders and the public, and specifically to highlight the communication strategies and environmental actions employed by hunting organizations, as well as how these are communicated to citizens and hunters in the prefectures of Evros and Rodopi. This objective will be achieved through the recording and analysis of the views and attitudes of citizens and hunters in the prefectures of Evros and Rodopi. Furthermore, the research aims to determine the economic value (in euros) of implementing environmental programs and actions for the conservation of wildlife habitats, through Willingness to Pay (WTP).To achieve the results of the dissertation, a survey was conducted via face-to-face interviews, using appropriately structured questionnaires on a sample of 1,222 individuals in 2020. Statistical data analysis was performed using SPSS and STATA software, while methods such as factor analysis, the Friedman test, frequencies, Cronbach’s alpha reliability index, and the Interval Regression model were employed. Initially, based on the attitudes and opinions of the two reference groups (citizens and hunters), it was found that there was significant agreement regarding the principles of sustainability and sustainable development. These findings were confirmed through the adoption of common best practices for environmental protection in the respondents’ daily lives. Regarding the communication strategies of hunting organizations, a significant communication gap was identified, as their multifaceted environmental and wildlife conservation work remained largely unknown to the general public. Furthermore, although hunters expressed almost complete trust in hunting organizations and the role they played as guarantors of proper hunting practices and compliance with the law, the need to revise and modernize their communication strategies was highlighted, as these were assessed by the majority of hunters as stagnant and inward-looking. Regarding the institutional and legislative framework, it was determined that Legislative Decree 86/1969 requires revision and modernization, with an emphasis on establishing certified and ongoing training for both new and experienced hunters, as well as a tightening of control mechanisms, which must be fully harmonized with modern European environmental legislation. Additionally, a trend was observed of citizens distancing themselves from both environmental NGOs and the voluntary environmental initiatives carried out by them. At the same time, their attitude toward hunters was characterized as neutral, though there was also a certain degree of wariness. Particular emphasis was placed on the experiential and ethical dimensions of the activity. Regarding hunters’ animal-friendly behavior, citizens expressed positive views regarding the hunters and the way they treated their dogs, their assistants, so that the majority of citizens highlighted their actions as an example of exceptional animal-friendly behavior. Moving on to the issue of farms raising wild animals for meat production, there was a clear contrast between the two reference groups: while a high percentage of citizens expressed a desire for access to meat from these farms, hunters, on the other hand, rejected this almost universally, advocating for free, traditional hunting rather than its commercialization. Regarding willingness to pay, the survey revealed a clear distinction between the two reference groups. Initially, there was a statistically confirmed income-inelastic willingness to pay among hunters. This was expressed by nearly all hunters in both prefectures and remained constant despite any changes in their individual and income characteristics. In contrast, citizens’ willingness to pay was elastic with respect to income and directly depended on their individual characteristics. The entity responsible for implementing environmental actions to improve wildlife habitats that the majority of citizens trusted was the State (Ministry of the Environment, Forestry Offices, etc.). In contrast, among the group of hunters, Hunting Associations enjoyed nearly universal acceptance, followed by the State. Furthermore, there was an attitude of distrust, distancing, and wariness from both reference groups toward environmental NGOs, which were viewed with skepticism regarding their motives, transparency, and institutional role. In conclusion, the main conclusion that emerged from the analysis of the attitudes and opinions of citizens and hunters in the prefectures of Evros and Rodopi was that, in essence, the sustainability of hunting activity in the 21st century depended directly on the radical redesign and modernization of the communication strategies used until today by hunting organizations. It is proposed to transition from an introverted communication model (current) to an extroverted communication strategy model (future), which will focus on highlighting the scientific, pro-game, and pro-environmental work of hunting organizations through modern digital media and local social actions. This strategy will aim to obtain a new, modern "social license to operate," which will be based on the acceptance of hunting activity by citizens and on the establishment of the hunter as a responsible manager of natural capital, through a modern institutional framework that will guarantee transparency, ongoing education, and the sustainability of natural capital.
περισσότερα