Περίληψη
Εισαγωγή: Τα επικουρικά τρήµατα του κρανίου αποτελούν ανατοµικές δοµές µε ιδιαίτερο απεικονιστικό, χειρουργικό και δυνητικά κλινικό ενδιαφέρον, καθώς σχετίζονται µε επικουρικές φλεβικές επικοινωνίες της κρανιακής βάσης και του θόλου. Σκοπός της παρούσας µελέτης ήταν η συστηµατική διερεύνηση της συχνότητας εµφάνισης, της πλευρικής κατανοµής, της µορφολογίας, των µορφοµετρικών χαρακτηριστικών και της εντόπισης των επικουρικών τρηµάτων του κρανίου, καθώς και η εκτίµηση πιθανών συσχετίσεών τους µε επιλεγµένες σταθερές κρανιακές δοµές, κρανιοµετρικές παραµέτρους και το φύλο.Υλικό και µέθοδος: Μελετήθηκαν συνολικά 200 δείγµατα ελληνικής προέλευσης, εκ των οποίων 50 ήταν ξηρά κρανία και 150 αξονικές τοµογραφίες. Αξιολογήθηκαν τέσσερα επικουρικά τρήµατα (βρεγµατικό τρήµα, σφηνοειδές τρήµα, µαστοειδές τρήµα και οπίσθιος κονδυλικός πόρος), πέντε σταθερά τρήµατα της βάσης του κρανίου και τρεις κρανιοµετρικές παράµετροι. Για κάθε επικουρικό τρήµα καταγράφηκαν η παρουσία, η πλευρική κατανοµή, η µορ ...
Εισαγωγή: Τα επικουρικά τρήµατα του κρανίου αποτελούν ανατοµικές δοµές µε ιδιαίτερο απεικονιστικό, χειρουργικό και δυνητικά κλινικό ενδιαφέρον, καθώς σχετίζονται µε επικουρικές φλεβικές επικοινωνίες της κρανιακής βάσης και του θόλου. Σκοπός της παρούσας µελέτης ήταν η συστηµατική διερεύνηση της συχνότητας εµφάνισης, της πλευρικής κατανοµής, της µορφολογίας, των µορφοµετρικών χαρακτηριστικών και της εντόπισης των επικουρικών τρηµάτων του κρανίου, καθώς και η εκτίµηση πιθανών συσχετίσεών τους µε επιλεγµένες σταθερές κρανιακές δοµές, κρανιοµετρικές παραµέτρους και το φύλο.Υλικό και µέθοδος: Μελετήθηκαν συνολικά 200 δείγµατα ελληνικής προέλευσης, εκ των οποίων 50 ήταν ξηρά κρανία και 150 αξονικές τοµογραφίες. Αξιολογήθηκαν τέσσερα επικουρικά τρήµατα (βρεγµατικό τρήµα, σφηνοειδές τρήµα, µαστοειδές τρήµα και οπίσθιος κονδυλικός πόρος), πέντε σταθερά τρήµατα της βάσης του κρανίου και τρεις κρανιοµετρικές παράµετροι. Για κάθε επικουρικό τρήµα καταγράφηκαν η παρουσία, η πλευρική κατανοµή, η µορφολογική ταξινόµηση και η θέση του σε σχέση µε συγκεκριµένα ανατοµικά ορόσηµα. Πραγµατοποιήθηκαν µετρήσεις της προσθιοπίσθιας και της εγκάρσιας διαµέτρου, υπολογίσθηκε το εµβαδόν, ο λόγος διαµέτρων και δείκτες ασυµµετρίας, ενώ η αξιοπιστία των συνεχών µετρήσεων ελέγχθηκε µε συντελεστή ενδοταξικής συσχέτισης. Η στατιστική ανάλυση περιέλαβε περιγραφική και επαγωγική προσέγγιση, συγκρίσεις µεταξύ πλευρών, φύλου και τύπου δείγµατος, λογαριθµιστικά µοντέλα για την παρουσία και την πλευρική κατανοµή, καθώς και γραµµικά µοντέλα για την εντόπιση των επικουρικών τρηµάτων.Αποτελέσµατα: Η διαπαρατηρητική αξιοπιστία των συνεχών µετρήσεων ήταν υψηλή έως εξαιρετική (ICC 0.850–0.910, p<0.001). Συχνότερο εύρηµα ήταν ο οπίσθιος κονδυλικός πόρος, ο οποίος ανιχνεύθηκε σε 162 δείγµατα (81.0%), ακολουθούµενος από το µαστοειδές τρήµα σε 157 δείγµατα (78.5%), το βρεγµατικό τρήµα σε 137 δείγµατα (68.5%) και το σφηνοειδές τρήµα σε 49 δείγµατα (24.5%). Η πλευρική κατανοµή διέφερε µεταξύ των επιµέρους τρηµάτων, χωρίς να υποστηρίζεται ενιαίο πρότυπο αµφοτερόπλευρης ή ετερόπλευρης έκφρασης. Η µορφολογική συµµετρία µεταξύ των δύο πλευρών ήταν χαµηλή έως µέτρια. Δεν αναδείχθηκε γενικευµένο πρότυπο συνύπαρξης µεταξύ όλων των επικουρικών τρηµάτων· αντιθέτως, στατιστικώς σηµαντική συσχέτιση καταγράφηκε µόνο µεταξύ του σφηνοειδούς τρήµατος και του οπισθίου κονδυλικού πόρου, µε την παρουσία του πρώτου να συνοδεύεται συχνότερα από παρουσία του δεύτερου (93.6% έναντι 73.2%, p=0.002). Η διερεύνηση των σχέσεων µε κρανιοµετρικές και µορφολογικές παραµέτρους ανέδειξε επιλεκτικές και ειδικές συσχετίσεις, χωρίς να τεκµηριώνεται ενιαίο γενικεύσιµο πρότυπο για όλα τα επικουρικά τρήµατα.Συµπεράσµατα: Τα επικουρικά τρήµατα του κρανίου δεν συγκροτούν µία οµοιογενή οµάδα ανατοµικών παραλλαγών µε κοινό πρότυπο έκφρασης, αλλά επιµέρους δοµές µε διαφορετική συχνότητα εµφάνισης, πλευρική κατανοµή, µορφολογική και µορφοµετρική συµπεριφορά και τοπογραφική ένταξη. Τα ευρήµατα της παρούσας µελέτης υποστηρίζουν ότι η ανατοµική µεταβλητότητα των δοµών αυτών είναι ειδική για το κάθε τρήµα και δε µπορεί να ερµηνευθεί επαρκώς µόνο µε βάση τη συχνότητα παρουσίας τους ή µεµονωµένες κρανιοµετρικές παραµέτρους. Η συστηµατική αναγνώριση και αξιολόγησή τους έχει σηµασία για την ακριβέστερη απεικονιστική ερµηνεία και για τον ασφαλέστερο προεγχειρητικό σχεδιασµό στη βάση του κρανίου.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Introduction: Emissary cranial foramina are anatomical structures of considerable radiological, surgical, and potentially clinical interest, as they are associated with accessory venous communications of the cranial vault and skull base. The aim of this studywas to systematically investigate the prevalence, lateral distribution, morphology, morphometric characteristics, and topographic location of cranial emissary foramina, and to assess their possible associations with selected constant cranial structures, craniometric parameters, and sex.Materials and Methods: A total of 200 Greek samples were examined, including 50 dry skulls and 150 computed tomography (CT) scans. Four emissary foramina (parietal foramen, foramen of Vesalius, mastoid foramen, and posterior condylar canal), five constant cranial foramina, and three craniometric variables were assessed. For each emissary foramen, presence, laterality, morphological classification, and location in relation to specific anatomical landm ...
Introduction: Emissary cranial foramina are anatomical structures of considerable radiological, surgical, and potentially clinical interest, as they are associated with accessory venous communications of the cranial vault and skull base. The aim of this studywas to systematically investigate the prevalence, lateral distribution, morphology, morphometric characteristics, and topographic location of cranial emissary foramina, and to assess their possible associations with selected constant cranial structures, craniometric parameters, and sex.Materials and Methods: A total of 200 Greek samples were examined, including 50 dry skulls and 150 computed tomography (CT) scans. Four emissary foramina (parietal foramen, foramen of Vesalius, mastoid foramen, and posterior condylar canal), five constant cranial foramina, and three craniometric variables were assessed. For each emissary foramen, presence, laterality, morphological classification, and location in relation to specific anatomical landmarks were recorded. Morphometric assessment included measurement of anteroposterior and transverse diameters, calculation of surface area, diameter ratio, and asymmetry indices. Measurement reliability was assessed using the intraclass correlation coefficient (ICC). Statistical analysis included descriptive and inferential procedures, comparisons between sides, sex, and specimen type, logistic regression models for presence and lateral distribution, and linear regression models for topographic location.Results: Interobserver reliability for continuous measurements was high to excellent (ICC 0.850–0.910, p<0.001). The posterior condylar canal was the most frequent finding, identified in 162 samples (81.0%), followed by the mastoid foramen in 157 samples(78.5%), the parietal foramen in 137 samples (68.5%), and the foramen of Vesalius in 49 samples (24.5%). Lateral distribution differed among the examined foramina, with no single common pattern of bilateral or unilateral expression. Morphological symmetry between sides was low to moderate. No generalized co-occurrence pattern was observed among all emissary foramina; instead, a statistically significant association was identified only between the foramen of Vesalius and the posterior condylar canal, with the former being more frequently accompanied by the latter (93.6% vs. 73.2%, p=0.002). Associations with craniometric and morphological parameters were selective and foramen-specific, without evidence of a single generalized explanatory pattern across all emissary foramina.Conclusions: Cranial emissary foramina do not constitute a homogeneous group of anatomical variations with a common pattern of expression, but rather distinct structures with different prevalence, lateral distribution, morphological and morphometric behavior, and topographic integration. The present findings suggest that their anatomical variability is foramen-specific and cannot be adequately interpreted solely on the basis of prevalence or isolated craniometric parameters. Their systematic identification and evaluation are important for more accurate radiological interpretation and safer preoperative planning in skull base surgery.
περισσότερα