Περίληψη
Η χρήση της αυτοφυούς βλάστησης μέσω της βόσκησης, σε περιβάλλοντα ιδιαίτερα εκτεθειμένα στην κλιματική αλλαγή, αποτελεί σημαντικήπρόκληση για την εκτροφή μικρών μηρυκαστικών στην περιοχή της Μεσογείου. Τα χαρακτηριστικά προσαρμοστικότητας των τοπικών φυλών μπορούν να αξιοποιηθούν για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης. Εντούτοις, ενώ αυτά τα χαρακτηριστικά παρουσιάζουν αυξανόμενο ενδιαφέρον στην επιστημονική κοινότητα, η τρέχουσα κατάσταση των τοπικών φυλών μικρών μηρυκαστικών είναι παράδοξα ανησυχητική. Η συνεκτίμηση των χαρακτηριστικών προσαρμογής των τοπικών φυλών στις πρακτικές γενετικής διαχείρισης που εφαρμόζονται στην κτηνοτροφία εξακολουθεί να μην γίνεται πλήρως κατανοητή. Ως πρακτικές γενετικής διαχείρισης ορίζονται οι αποφάσεις ως προς (i) την επιλογή φυλής(-ών) και διασταυρωμένων ζώων που αποτελούν το ποίμνιο (ii) την προσαρμογή των αριθμών των ζώων αντικατάστασηςκαι απομάκρυνσης (iii) την επιλογή των ζώων αντικατάστασης και απομάκρυνσης. Στόχος της διδακτορικής διατριβής ...
Η χρήση της αυτοφυούς βλάστησης μέσω της βόσκησης, σε περιβάλλοντα ιδιαίτερα εκτεθειμένα στην κλιματική αλλαγή, αποτελεί σημαντικήπρόκληση για την εκτροφή μικρών μηρυκαστικών στην περιοχή της Μεσογείου. Τα χαρακτηριστικά προσαρμοστικότητας των τοπικών φυλών μπορούν να αξιοποιηθούν για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης. Εντούτοις, ενώ αυτά τα χαρακτηριστικά παρουσιάζουν αυξανόμενο ενδιαφέρον στην επιστημονική κοινότητα, η τρέχουσα κατάσταση των τοπικών φυλών μικρών μηρυκαστικών είναι παράδοξα ανησυχητική. Η συνεκτίμηση των χαρακτηριστικών προσαρμογής των τοπικών φυλών στις πρακτικές γενετικής διαχείρισης που εφαρμόζονται στην κτηνοτροφία εξακολουθεί να μην γίνεται πλήρως κατανοητή. Ως πρακτικές γενετικής διαχείρισης ορίζονται οι αποφάσεις ως προς (i) την επιλογή φυλής(-ών) και διασταυρωμένων ζώων που αποτελούν το ποίμνιο (ii) την προσαρμογή των αριθμών των ζώων αντικατάστασηςκαι απομάκρυνσης (iii) την επιλογή των ζώων αντικατάστασης και απομάκρυνσης. Στόχος της διδακτορικής διατριβής είναι να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι πρακτικές γενετικής διαχείρισης που εφαρμόζουν οι εκτροφείς των προβάτων γαλακτοπαραγωγής στη Μεσόγειο συμβάλλουν στη διασφάλιση της αντιστοιχίας μεταξύ της φαινοτυπικής σύνθεσης του ποιμνίου τους και των ποιμενικών συστατικών του περιβάλλοντος εκτροφής τους. Για τον σκοπό αυτό, έγινε σύγκριση δύο περιοχών της Μεσογείου, της Κορσικής(Γαλλία) και της Θεσσαλίας (Ελλάδα). Οι πρακτικές γενετικής διαχείρισης προσδιορίζονται και αναλύονται μέσω ενός πρώτου συνόλου διερευνητικών ημι-δομημένων συνεντεύξεων (n=40 στην Κορσική, n=46 στη Θεσσαλία). Στη συνέχεια, οι πρακτικές γενετικής διαχείρισης που μελετήθηκαν και στις δύο περιοχές συγκρίνονται, χρησιμοποιώντας το ίδιο σύνολο συνεντεύξεων. Ένα δεύτερο σύνολο ημι-δομημένων συνεντεύξεων (n=30 στην Κορσική, n=15 στη Θεσσαλία) πραγματοποιείται προκειμένου να διερευνηθούν σε βάθος ορισμένα συγκεκριμένα παραδείγματα αντιστοιχίας μεταξύ της φαινοτυπικής σύνθεσης του ποιμνίου και των ποιμενικών συστατικών. Η περιστασιακή χρήση συμπληρωματικών μεθόδων συλλογής δεδομένων, είτε ποιοτικών είτε ποσοτικών, διαχρονικών ή συγχρονικών, επιτρέπει τον εμπλουτισμό της συνολικής προσέγγισης των πρακτικών γενετικής διαχείρισης που δομείται γύρω από τα 2 σύνολα συνεντεύξεων. Διαπιστώνεται ότι η αντιστοίχία μεταξύ της φαινοτυπικής σύνθεσης του ποιμνίου και των ποιμενικών συστατικών του περιβάλλοντος παραγωγής εξασφαλίζεται από την αλληλεπίδραση διαφορετικών πρακτικών γενετικής διαχείρισης. Οι κτηνοτρόφοι διαμορφώνουν τη σύνθεση του ποιμνίου τους με βάση ένα εύρος χαρακτηριστικών, μεταξύ των οποίων ενδεχομένως, ορισμένα εξασφαλίζουν ικανοποιητική ανταπόκριση του ποιμνίου στις απαιτήσεις της ποιμενικής κτηνοτροφίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η χρήση τοπικής φυλής ή φυλών αποτελεί τη μόνη πρακτική γενετικής διαχείρισης που σχετίζεται με τη δημιουργία ενός ποιμνίου που εμφανίζει αυτά τα χαρακτηριστικά « ανθεκτικότητας ». Σε άλλες περιπτώσεις, η χρήση κριτηρίων για την ανανέωση και επιλογή των ζώων αντικατάστασης αποτελεί συμπληρωματικά μέσο για τη διασφάλιση της «ανθεκτικότητας». Επιπλέον, η προσφυγή σε συγκεκριμένους προμηθευτές κριαριών επιτρέπει τη ρύθμιση των επιπτώσεων της συλλογικής διαχείρισης της φυλής, ιδίως όσον αφορά την ανταπόκριση του ποιμνίου στις απαιτήσεις των ποιμενικών συστημάτων εκτροφής. Συμπληρωματικά, η τροποποίηση των ποσοστών ανανέωσης και απομάκρυνσης επιτρέπει την προσαρμογή της δημογραφίας του ποιμνίου για να προσαρμοστεί το ποίμνιο στην ετήσια μεταβλητότητα της προσφοράς χορτονομής. Αυτή η προσαρμογή, που αναλύεται σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, μακροπρόθεσμα στηρίζεται στη συν-εξέλιξη της φαινοτυπικής σύνθεσης του ζωικού πληθυσμού που τροφοδοτεί αυτά τα κοπάδια και του περιβαλλόντος εκτροφής τους. Αυτή η συν-εξέλιξη θέτει το ζήτημα της ικανότητας των τοπικών φυλών να συμβάλλουν στη διατήρηση της ποιμενικής κτηνοτροφίας σε περιοχές της Μεσογείου που βρίσκονται υπό την πίεση της εντατικοποίησης της παραγωγής ζωοτροφών.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Using native vegetation through grazing, in production environments particularly exposed to climate change, is an important challenge for small-ruminant farming in the Mediterranean area. This challenge that can be addressed with the use of local breeds’ adaptation traits. If such traits are of growing concern for the scientific community, current situation of local breeds of small ruminants is paradoxically worrying. The way farmers take into account local breeds adaptation traits in their breeding practices is still little understood. We define breeding practices as (i) the choice of breed(s) and crossbred animals composing the flock (ii) the adjustment of replacement and culling rates (iii) the choice of replacement and culling animals. The objective of the doctoral thesis is to understand how breeding practices performed by Mediterranean dairy sheep farmers help to ensure adequacy between the phenotypic composition of their flock and the pastoral components of their production envi ...
Using native vegetation through grazing, in production environments particularly exposed to climate change, is an important challenge for small-ruminant farming in the Mediterranean area. This challenge that can be addressed with the use of local breeds’ adaptation traits. If such traits are of growing concern for the scientific community, current situation of local breeds of small ruminants is paradoxically worrying. The way farmers take into account local breeds adaptation traits in their breeding practices is still little understood. We define breeding practices as (i) the choice of breed(s) and crossbred animals composing the flock (ii) the adjustment of replacement and culling rates (iii) the choice of replacement and culling animals. The objective of the doctoral thesis is to understand how breeding practices performed by Mediterranean dairy sheep farmers help to ensure adequacy between the phenotypic composition of their flock and the pastoral components of their production environment. For this purpose, two Northern Mediterranean regions, Corsica (France) and Thessaly (Greece) are put into perspective. Modalities and opportunities of specific breeding practices are identified through a first set of exploratory semi-structured interviews (n=40 in Corsica, n=46 in Thessaly) and analysed in their regional context. Then, breeding practices studied on both regions are compared, using the same set of interviews. A second set of semi-structured interviews (n=30 in Corsica, n=15 in Thessaly) is performed in order to in-depth investigate some specific examples of adequacy between flock phenotypic composition and components of pastoral farming. Punctual use of supplementary modes of data collection, either qualitative or quantitative, diachronic or synchronic, adds to the understanding of breeding practices brought by the two set of interviews. Adequacy between flock phenotypic composition and pastoral components of the production environment is ensured by different breeding practices interacting with each other. Firstly, farmers set their flock composition based on a diversity of traits, among which possible traits conferring an adequate response to pastoral farming. In some cases, the use of local breed(s) is the only breeding practice associated to the setting of a flock displaying these” rustic” traits. In other cases, the use of internal replacement criteria is a complementary lever. Moreover, the use of specific rams’ providers helps to regulate the effects of the collective management of the breed, in particular on the flock response to pastoral constraints. Finally, replacement and culling rates are modified to adjust flock demography to the interannual variability of forage offer. This short-term adequacy is absorbed into a long-term coevolution between the phenotypic composition of the animal population supplying the flocks, and the production environment in which they are raised. This coevolution questions the ability of local breeds to help to maintain pastoral farming in Mediterranean regions subject to fodder intensification.
περισσότερα