Περίληψη
Η παρούσα διατριβή διερευνά την έννοια του καταλογισμού στην ηθική φιλοσοφία του Ιμμάνουελ Καντ, με στόχο να αποσαφηνίσει τους όρους υπό τους οποίους ο άνθρωπος θεωρείται υπεύθυνος τόσο για τις πράξεις του, όσο και για την επιλογή των γνωμόνων του, οι οποίοι οφείλουν να ενσωματώνουν σκοπούς που είναι συγχρόνως καθήκοντα. Η έρευνα εκκινεί από τη Θεωρία της Αρετής της Μεταφυσικής των Ηθών ως εφαρμοσμένη κανονιστική θεωρία, υπό το φως της οποίας επιστρέφει στη Θρησκεία εντός των ορίων του λόγου και μόνον, αλλά και στη Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών και στην Κριτική του Πρακτικού Λόγου, για να αναδείξει την εσωτερική συνοχή της καντιανής σκέψης όσον αφορά τη σύνδεση μεταξύ υπερβατολογικής ελευθερίας, ηθικού νόμου και ευθύνης. Κεντρική θέση της διατριβής είναι ότι ο καταλογισμός δεν περιορίζεται στις επιμέρους πράξεις, αλλά εκτείνεται στο βαθύτερο επίπεδο της ελεύθερης προαίρεσης και του φρονήματος, η ηθική ποιότητα του οποίου καθορίζεται από την αέναη διαμάχη μεταξύ δύο ενεργών αντίθετ ...
Η παρούσα διατριβή διερευνά την έννοια του καταλογισμού στην ηθική φιλοσοφία του Ιμμάνουελ Καντ, με στόχο να αποσαφηνίσει τους όρους υπό τους οποίους ο άνθρωπος θεωρείται υπεύθυνος τόσο για τις πράξεις του, όσο και για την επιλογή των γνωμόνων του, οι οποίοι οφείλουν να ενσωματώνουν σκοπούς που είναι συγχρόνως καθήκοντα. Η έρευνα εκκινεί από τη Θεωρία της Αρετής της Μεταφυσικής των Ηθών ως εφαρμοσμένη κανονιστική θεωρία, υπό το φως της οποίας επιστρέφει στη Θρησκεία εντός των ορίων του λόγου και μόνον, αλλά και στη Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών και στην Κριτική του Πρακτικού Λόγου, για να αναδείξει την εσωτερική συνοχή της καντιανής σκέψης όσον αφορά τη σύνδεση μεταξύ υπερβατολογικής ελευθερίας, ηθικού νόμου και ευθύνης. Κεντρική θέση της διατριβής είναι ότι ο καταλογισμός δεν περιορίζεται στις επιμέρους πράξεις, αλλά εκτείνεται στο βαθύτερο επίπεδο της ελεύθερης προαίρεσης και του φρονήματος, η ηθική ποιότητα του οποίου καθορίζεται από την αέναη διαμάχη μεταξύ δύο ενεργών αντίθετων δυνάμεων (αρνητικών μεγεθών): της καταβολής για το αγαθό και της ροπής προς το ριζικό κακό. Η συγκρότηση ενός ενάρετου φρονήματος απαιτεί το διαρκές έργο άσκησης στην αρετή. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διπλή φύση του συναισθήματος του σεβασμού που συνοδεύει αντικειμενικά τον ηθικό νόμο και παρακινεί υποκειμενικά τον ηθικώς δρώντα στην επιτέλεση αγαθών πράξεων. Η διατριβή προβάλλει επίσης η θέση ότι και η ηθική συνείδηση έχει μια διπλή λειτουργία: τόσο θυμική/παρακινητική όσο και νοητική. Ως προς την πρώτη, ευαισθητοποιεί την προαίρεση να ενσωματώνει το συναίσθημα του σεβασμού ως ελατήριο στους γνώμονες της. Ως προς τη δεύτερη, η ηθική συνείδηση ως ηθική κριτική δύναμη, αποτελεί το εσωτερικό δικαστήριο στον άνθρωπο που καθιστά δυνατή τόσο την προοπτική ηθική διαβούλευση πριν από την πράξη όσο και την αναδρομική απόδοση ευθύνης στον εαυτό του. Μεθοδολογική προϋπόθεση της ανάλυσης αποτελεί η θεμελιώδης υπερβατολογική διάκριση μεταξύ νοούμενου και φαινόμενου εαυτού, μέσω της οποίας θεμελιώνεται η καντιανή σύλληψη της ελευθερίας ως αιτιότητας και, συνακόλουθα, η δυνατότητα καταλογισμού. Η διατριβή υποστηρίζει ότι η όψιμη πρακτική φιλοσοφία του Καντ προσφέρει ένα καθοδηγητικό πρότυπο στους ανθρώπους για την εναρμόνιση των πεποιθήσεων, των σκοπών και των πράξεων τους, ώστε να αναλαμβάνουν την εκπλήρωση των καθηκόντων αρετής που είναι η ατομική τους τελείωση και η ευδαιμονία των άλλων. Η εργασία οργανώνεται σε τέσσερα μέρη, επτά κεφάλαια και πέντε παραρτήματα, τα οποία αναπτύσσουν διαδοχικά τις βασικές έννοιες της Θεωρίας της Αρετής, τον καταλογισμό της επιλογής σκοπών που είναι συγχρόνως καθήκοντα, το φρόνημα ως ανώτατο επίπεδο καταλογισμού και, τέλος, την ηθική συνείδηση ως την κεντρική έννοια της καντιανής θεωρίας της ευθύνης.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation investigates the concept of imputation in the moral philosophy of Immanuel Kant, with the aim of clarifying the conditions under which human beings are held responsible both for their actions and for the choice of their maxims, which ought to incorporate ends that are also duties. The investigation begins from the Doctrine of Virtue of the Metaphysics of Morals as an applied normative theory, in whose light it returns to Religion within the Boundaries of Mere Reason, but also to the Groundwork of the Metaphysics of Morals and the Critique of Practical Reason, in order to bring out the internal coherence of Kantian thought with regard to the connection between transcendental freedom, the moral law and responsibility. The central thesis of the dissertation is that imputation is not limited to particular actions but extends to the deeper level of free power of choice and disposition, whose moral quality is determined by the unending conflict between two active opposing f ...
This dissertation investigates the concept of imputation in the moral philosophy of Immanuel Kant, with the aim of clarifying the conditions under which human beings are held responsible both for their actions and for the choice of their maxims, which ought to incorporate ends that are also duties. The investigation begins from the Doctrine of Virtue of the Metaphysics of Morals as an applied normative theory, in whose light it returns to Religion within the Boundaries of Mere Reason, but also to the Groundwork of the Metaphysics of Morals and the Critique of Practical Reason, in order to bring out the internal coherence of Kantian thought with regard to the connection between transcendental freedom, the moral law and responsibility. The central thesis of the dissertation is that imputation is not limited to particular actions but extends to the deeper level of free power of choice and disposition, whose moral quality is determined by the unending conflict between two active opposing forces (negative magnitudes): the predisposition to the good and the propensity to radical evil. The formation of a virtuous disposition requires the ongoing performance of duties of virtue. Special emphasis is placed on the dual nature of the feeling of respect, which objectively accompanies the moral law and subjectively motivates the agent to perform good deeds. The dissertation also advances the view that conscience, too, has a dual function: both affective/motivating and cognitive. In the former respect, it sensitizes the power of choice to incorporate the feeling of respect as an incentive in its maxims. In the latter respect, as moral power of judgment, it constitutes the internal court in man that makes possible both prospective moral deliberation and retrospective self-ascription of responsibility. A methodological presupposition of the analysis is the fundamental transcendental distinction between the noumenal and the phenomenal self, through which the Kantian conception of freedom as causality is grounded and, consequently, the possibility of imputation is established. The dissertation argues that Kant’s later practical philosophy offers a guiding model for human beings to harmonize their convictions, ends, and actions, in undertaking the duties of virtue: their own perfection and the happiness of others. The work is organized into four parts, seven chapters, and five appendices, which successively develop the central concepts of the Theory of Virtue, the imputation of the choice of ends that are also duties, the disposition as the highest level of imputation, and finally conscience as the core concept of Kant’s theory of responsibility.
περισσότερα