Περίληψη
Η διατριβή μελετά την ανθρώπινη δραστηριότητα σε σχέση με τα φυτά κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (ΥΕΧ) στην ηπειρωτική Ελλάδα, μέσω της ανάλυσης απανθρακωμένων μακροβοτανικών καταλοίπων (εκτός ξύλου). Εξετάζονται τέσσερις οικισμοί που καλύπτουν όλη τη διάρκεια της περιόδου και αντιπροσωπεύουν διαφορετικά γεωγραφικά και κοινωνικοοικονομικά πλαίσια: ο ανακτορικός οικισμός του Αγίου Βασιλείου στη Λακωνία, οι μυκηναϊκοί οικισμοί Κύνος και Μήτρου στη Φθιώτιδα, και η Τούμπα Θεσσαλονίκης στην Κεντρική Μακεδονία. Η δειγματοληψία από κοινές ανασκαφικές συνάφειες επιτρέπουν τη σύγκριση των δεδομένων. Στόχος της έρευνας είναι η ανασύνθεση της σχέσης ανθρώπων και φυτών, εστιάζοντας στις διατροφικές επιλογές, τις χρήσεις των φυτών (ζωοτροφή, καύσιμη και δομική ύλη, φάρμακα ή παραισθησιογόνα) και της γης (πρακτικές καλλιέργειας, βόσκηση, συλλογή εδώδιμων καρπών και άλλων χρήσιμων φυτών). Τα δεδομένα αναδεικνύουν την κυριαρχία των ντυμένων σιτηρών στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα, και την καλλιέργεια ...
Η διατριβή μελετά την ανθρώπινη δραστηριότητα σε σχέση με τα φυτά κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (ΥΕΧ) στην ηπειρωτική Ελλάδα, μέσω της ανάλυσης απανθρακωμένων μακροβοτανικών καταλοίπων (εκτός ξύλου). Εξετάζονται τέσσερις οικισμοί που καλύπτουν όλη τη διάρκεια της περιόδου και αντιπροσωπεύουν διαφορετικά γεωγραφικά και κοινωνικοοικονομικά πλαίσια: ο ανακτορικός οικισμός του Αγίου Βασιλείου στη Λακωνία, οι μυκηναϊκοί οικισμοί Κύνος και Μήτρου στη Φθιώτιδα, και η Τούμπα Θεσσαλονίκης στην Κεντρική Μακεδονία. Η δειγματοληψία από κοινές ανασκαφικές συνάφειες επιτρέπουν τη σύγκριση των δεδομένων. Στόχος της έρευνας είναι η ανασύνθεση της σχέσης ανθρώπων και φυτών, εστιάζοντας στις διατροφικές επιλογές, τις χρήσεις των φυτών (ζωοτροφή, καύσιμη και δομική ύλη, φάρμακα ή παραισθησιογόνα) και της γης (πρακτικές καλλιέργειας, βόσκηση, συλλογή εδώδιμων καρπών και άλλων χρήσιμων φυτών). Τα δεδομένα αναδεικνύουν την κυριαρχία των ντυμένων σιτηρών στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα, και την καλλιέργεια του ως τώρα «άγνωστου» στη νοτιότερη Ελλάδα, σιταριού Triticum timopheevii στον Κύνο. Το κριθάρι αποτελεί σταθερή επιλογή σε όλες τις θέσεις, ενώ η καλλιέργεια κοινού/σκληρού σιταριού είναι περιορισμένη. Η καλλιέργεια του κεχριού περιορίζεται στην Τούμπα, ενώ τα όσπρια απαντούν σε όλες τις θέσεις υπογραμμίζοντας τον σημαντικό τους ρόλο. Επίσης, η καλλιέργεια της αμπέλου και πιθανότατα η παραγωγή οίνου είναι κοινές σε όλους τους οικισμούς, ενώ η ελιά εντοπίζεται μόνο στις θέσεις της νότιας Ελλάδας. Τα δεδομένα από τα ζιζάνια και τις δημοσιευμένες ισοτοπικές αναλύσεις από την Τούμπα και τον Κύνο δείχνουν την εφαρμογή εντατικών γεωργικών πρακτικών, όπως η αμειψισπορά, η λίπανση και η άρδευση. Παράλληλα, η μελέτη της κοπριάς σε δείγματα όλων των θέσεων υποδεικνύει τη σίτιση των ζώων με δημητριακά και υποπροϊόντα της επεξεργασίας τους, σύκα και, στην Τούμπα και τον Κύνο, πιθανώς με υποπροϊόντα οινοποίησης. Σε συνδυασμό με δημοσιευμένες ισοτοπικές αναλύσεις υποδεικνύουν ταυτόχρονα την εκμετάλλευση ποικίλων φυσικών ενδιαιτημάτων για βοσκή, ενισχύοντας την εικόνα ευέλικτων μικτών αγροτικών οικονομιών. Συνολικά και σε συνδυασμό με τα ήδη δημοσιευμένα δεδομένα, η διδακτορική έρευνα φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες της ΥΕΧ διαχειρίζονταν και αξιοποιούσαν τα φυτά, προσφέροντας νέα στοιχεία για την οργάνωση τους.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation investigates human-plant interactions during the Late Bronze Age (LBA) in mainland Greece, based on the analysis of charred macrobotanical remains (excluding wood). It examines four settlements that span the entire duration of the period and represent diverse geographical and socioeconomic contexts: the palatial center of Agios Vasileios in Laconia, the Mycenaean settlements of Kynos and Mitrou in Phthiotis, and Thessaloniki Toumba in Central Macedonia. Sampling from secure archaeological contexts allows for a reliable comparative analysis of the data. The primary objective of this research is to reconstruct the relationship between people and plants, focusing on dietary choices, plant uses (such as fodder, fuel, structural material, medicine, or hallucinogens), and land management (including cultivation practices, grazing, and the gathering of wild edible fruits and other useful plants). The data highlight the dominance of glume wheats in northern and central Greece, ...
This dissertation investigates human-plant interactions during the Late Bronze Age (LBA) in mainland Greece, based on the analysis of charred macrobotanical remains (excluding wood). It examines four settlements that span the entire duration of the period and represent diverse geographical and socioeconomic contexts: the palatial center of Agios Vasileios in Laconia, the Mycenaean settlements of Kynos and Mitrou in Phthiotis, and Thessaloniki Toumba in Central Macedonia. Sampling from secure archaeological contexts allows for a reliable comparative analysis of the data. The primary objective of this research is to reconstruct the relationship between people and plants, focusing on dietary choices, plant uses (such as fodder, fuel, structural material, medicine, or hallucinogens), and land management (including cultivation practices, grazing, and the gathering of wild edible fruits and other useful plants). The data highlight the dominance of glume wheats in northern and central Greece, alongside the cultivation of Triticum timopheevii at Kynos—a wheat species previously "unknown" in southern Greece. Barley constitutes a stable component across all sites, whereas the cultivation of free-threshing wheat is limited. Millet cultivation is restricted to Toumba, while pulses are present at all locations, underscoring their vital economic and dietary role. Furthermore, grapevine cultivation and, in all probability, wine production are common to all settlements, whereas olive remains are confined to the southern Greek sites. Data derived from weed ecological analysis, combined with published isotopic data from Toumba and Kynos, indicate the implementation of intensive agricultural practices, such as crop rotation, manuring, and irrigation. Parallelly, the study of dung components across all sites reveals that livestock was fed with cereals and crop-processing by-products, figs, and—at Toumba and Kynos—potentially with winemaking by-products. In conjunction with published isotopic analyses, these findings suggest the concurrent exploitation of diverse natural habitats for grazing, reinforcing the model of flexible, mixed farming economies. Overall, integrated with previously published datasets, this doctoral research illuminates the ways in which LBA societies managed and utilized plant resources, offering new insights into their socioeconomic organization.
περισσότερα