Περίληψη
Οι δασικές πυρκαγιές συγκαταλέγονται στις πλέον σοβαρές μορφές φυσικών καταστροφών, καθώς συνεπάγονται εκτεταμένες κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις (Salas και Chuvieco, 1994). Η σταδιακή αλλά συνεχής διεύρυνση των ζωνών μίξης δάσους–κατοικιών (Wildland–Urban Interface, WUI), σε συνδυασμό με την άναρχη οικιστική ανάπτυξη και την υιοθέτηση αποσπασματικών και μη συντονισμένων πολιτικών χωρικού σχεδιασμού, έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική ενίσχυση της έκθεσης τόσο των πληθυσμών όσο και των υποδομών στον κίνδυνο δασικών πυρκαγιών. Η υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες, σε συνδυασμό με την εντεινόμενη ανθρώπινη δραστηριότητα σε περιοχές γειτνιάζουσες με δασικά οικοσυστήματα, έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης και εξάπλωσης δασικών πυρκαγιών στη Μεσόγειο (San Miguel Ayanz et al., 2003). Το υψηλό οικονομικό κόστος και οι σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες των δασικών πυρκαγιών ενισχύουν την ανάγκη για πιο αποτελεσματικά συστ ...
Οι δασικές πυρκαγιές συγκαταλέγονται στις πλέον σοβαρές μορφές φυσικών καταστροφών, καθώς συνεπάγονται εκτεταμένες κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις (Salas και Chuvieco, 1994). Η σταδιακή αλλά συνεχής διεύρυνση των ζωνών μίξης δάσους–κατοικιών (Wildland–Urban Interface, WUI), σε συνδυασμό με την άναρχη οικιστική ανάπτυξη και την υιοθέτηση αποσπασματικών και μη συντονισμένων πολιτικών χωρικού σχεδιασμού, έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική ενίσχυση της έκθεσης τόσο των πληθυσμών όσο και των υποδομών στον κίνδυνο δασικών πυρκαγιών. Η υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες, σε συνδυασμό με την εντεινόμενη ανθρώπινη δραστηριότητα σε περιοχές γειτνιάζουσες με δασικά οικοσυστήματα, έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης και εξάπλωσης δασικών πυρκαγιών στη Μεσόγειο (San Miguel Ayanz et al., 2003). Το υψηλό οικονομικό κόστος και οι σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες των δασικών πυρκαγιών ενισχύουν την ανάγκη για πιο αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης του κινδύνου (Good and McRae, 1989). Η αυξανόμενη συχνότητα και ένταση των πυρκαγιών σε περιοχές μίξης δάσους–κατοικιών (WUI), ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα, καθιστά επιτακτική τη μετάβαση από μια κυρίως κατασταλτική προσέγγιση σε μια ολοκληρωμένη, προληπτική στρατηγική διαχείρισης του κινδύνου. Παρά τα σημαντικά επιτεύγματα στον τομέα της καταστολής, ο προληπτικός σχεδιασμός παραμένει αποσπασματικός και ανεπαρκώς ενσωματωμένος στην τοπική αναπτυξιακή και χωρική πολιτική. Η παρούσα διδακτορική διατριβή στοχεύει στην κάλυψη αυτού του ερευνητικού και επιχειρησιακού κενού, προτείνοντας ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο για τη διαχείριση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών σε περιοχές μίξης δάσους–κατοικιών (WUI), με βασικό εργαλείο τη χωρική ανάλυση. Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύσσεται μια μεθοδολογική προσέγγιση που περιλαμβάνει την καταγραφή, ποσοτικοποίηση και χαρτογραφική αποτύπωση της απειλής, με στόχο τον εντοπισμό περιοχών υψηλής επικινδυνότητας και τρωτότητας. Τα παραγόμενα αποτελέσματα δύνανται να ενσωματωθούν στα τοπικά σχέδια πρόληψης και διαχείρισης πυρκαγιών, ενισχύοντας παράλληλα τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων. Ως μελέτη περίπτωσης επιλέγεται η Περιφερειακή Ενότητα Ζακύνθου, ένα νησί με έντονα γεωμορφολογικά, δημογραφικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά και σημαντικό ιστορικό καταστροφικών πυρκαγιών, που αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα περιοχής μίξης δάσους–κατοικιών (WUI) με υψηλή τρωτότητα. Συνδυάζοντας συστηματική θεωρητική διερεύνηση με εμπεριστατωμένη εμπειρική ανάλυση, η διατριβή εξετάζει τη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ παραγόντων επικινδυνότητας και τρωτότητας και αναπτύσσει προτάσεις για την ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης, προωθώντας ένα συνεκτικό πλαίσιο ολοκληρωμένης χωρικής διαχείρισης του κινδύνου. Στόχος είναι η συμβολή στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου, στις τοπικές συνθήκες προσαρμοσμένου πλαισίου διαχείρισης κινδύνου για τις περιοχές WUI, ικανό να μειώσει την έκθεση, να περιορίσει τη τρωτότητα και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των κοινοτήτων.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Forest fires constitute one of the most significant forms of natural disasters, causing severe social, economic, and environmental impacts (Salas and Chuvieco, 1994). The gradual and ongoing expansion of the Wildland–Urban Interface (WUI), combined with unregulated urban development and the adoption of fragmented and poorly coordinated spatial planning policies, has resulted in a substantial increase in the exposure of both populations and critical infrastructure to the risk of forest fires. High population density, particularly during the summer months, combined with intensified human activity in areas adjacent to forest ecosystems, has led to a significant increase in the likelihood and spread of wildfires in the Mediterranean region (San Miguel Ayanz et al., 2003). The high economic costs and severe environmental impacts of wildfires underscore the need for more effective risk management systems (Good and McRae, 1989). The increasing frequency and intensity of fires in Wildland–Urba ...
Forest fires constitute one of the most significant forms of natural disasters, causing severe social, economic, and environmental impacts (Salas and Chuvieco, 1994). The gradual and ongoing expansion of the Wildland–Urban Interface (WUI), combined with unregulated urban development and the adoption of fragmented and poorly coordinated spatial planning policies, has resulted in a substantial increase in the exposure of both populations and critical infrastructure to the risk of forest fires. High population density, particularly during the summer months, combined with intensified human activity in areas adjacent to forest ecosystems, has led to a significant increase in the likelihood and spread of wildfires in the Mediterranean region (San Miguel Ayanz et al., 2003). The high economic costs and severe environmental impacts of wildfires underscore the need for more effective risk management systems (Good and McRae, 1989). The increasing frequency and intensity of fires in Wildland–Urban Interface (WUI) areas, particularly in countries such as Greece, make it imperative to shift from a predominantly suppression-focused approach to a comprehensive, preventive risk management strategy. Despite significant advances in fire suppression, preventive planning remains fragmented and insufficiently integrated into local development and spatial planning policies. This doctoral dissertation aims to address this research and operational gap by proposing a scientifically grounded framework for managing wildfire risk in Wildland–Urban Interface (WUI) areas, with spatial analysis as its central tool. The study develops a methodological approach that includes the identification, quantification, and cartographic representation of wildfire hazards, with the goal of pinpointing areas of high risk and vulnerability. The resulting outputs can be integrated into local wildfire prevention and management plans, thereby strengthening the role of local authorities in making evidence-based decisions. The case study focuses on the Regional Unit of Zakynthos, an island characterized by distinct geomorphological, demographic, and socio-economic features and a significant history of catastrophic wildfires, representing a typical example of a Wildland–Urban Interface (WUI) area with high vulnerability. By combining systematic theoretical investigation with thorough empirical analysis, the dissertation examines the dynamic interaction between hazard and vulnerability factors and develops recommendations to strengthen prevention mechanisms, promoting a coherent framework for integrated spatial risk management. The objective is to contribute to the development of a modern, locally adapted risk management framework for WUI areas, capable of reducing exposure, limiting vulnerability, and enhancing community resilience.
περισσότερα