Περίληψη
Η διδακτορική διατριβή είναι μία μελέτη παρατήρησης προοπτική τύπου ασθενών - μαρτύρων. Μελέτησε το φορτίο της σεξουαλικής δυσλειτουργίας σε άνδρες με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) και τη συσχέτισή του με κλινικούς παράγοντες. Η μελέτη σχεδιάστηκε με ετήσιες αξιολογήσεις σε τρεις ομάδες: άνδρες με ΧΝΝ σταδίου 3a/3b (eGFR <60 mL/min/1.73 m²) χωρίς αιμοκάθαρση, άνδρες με τελικού σταδίου νεφρική νόσο σε χρόνια αιμοκάθαρση και υγιείς μάρτυρες χωρίς γνωστή νεφρική νόσο. Συνολικά συμμετείχαν 267 άτομα (αιμοκάθαρση n=96, ΧΝΝ n=88, μάρτυρες n=83). Η σεξουαλική λειτουργία αξιολογήθηκε με το ερωτηματολόγιο IIEF-15 (συνολικό σκορ και πέντε υποκλίμακες), ενώ η σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής με το EQ-5D-5L. Η ανάλυση περιλάμβανε περιγραφικές συγκρίσεις ανά έτος και μοντέλα μικτών επιδράσεων για την εκτίμηση διαφορών μεταξύ ομάδων, χρονικών τάσεων και της επίδρασης βασικών συγχυτικών παραγόντων, όπως η ηλικία, το EQ-5D-5L και η παρουσία σακχαρώδους διαβήτη. Κατά την αρχική αξιολόγηση, η ηλικί ...
Η διδακτορική διατριβή είναι μία μελέτη παρατήρησης προοπτική τύπου ασθενών - μαρτύρων. Μελέτησε το φορτίο της σεξουαλικής δυσλειτουργίας σε άνδρες με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) και τη συσχέτισή του με κλινικούς παράγοντες. Η μελέτη σχεδιάστηκε με ετήσιες αξιολογήσεις σε τρεις ομάδες: άνδρες με ΧΝΝ σταδίου 3a/3b (eGFR <60 mL/min/1.73 m²) χωρίς αιμοκάθαρση, άνδρες με τελικού σταδίου νεφρική νόσο σε χρόνια αιμοκάθαρση και υγιείς μάρτυρες χωρίς γνωστή νεφρική νόσο. Συνολικά συμμετείχαν 267 άτομα (αιμοκάθαρση n=96, ΧΝΝ n=88, μάρτυρες n=83). Η σεξουαλική λειτουργία αξιολογήθηκε με το ερωτηματολόγιο IIEF-15 (συνολικό σκορ και πέντε υποκλίμακες), ενώ η σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής με το EQ-5D-5L. Η ανάλυση περιλάμβανε περιγραφικές συγκρίσεις ανά έτος και μοντέλα μικτών επιδράσεων για την εκτίμηση διαφορών μεταξύ ομάδων, χρονικών τάσεων και της επίδρασης βασικών συγχυτικών παραγόντων, όπως η ηλικία, το EQ-5D-5L και η παρουσία σακχαρώδους διαβήτη. Κατά την αρχική αξιολόγηση, η ηλικία ήταν συγκρίσιμη μεταξύ των ομάδων, υποστηρίζοντας τη συγκρισιμότητα ως προς έναν σημαντικό προσδιοριστή της σεξουαλικής λειτουργίας. Αντίθετα, ο δείκτης μάζας σώματος (BMI) διέφερε σημαντικά, με υψηλότερες τιμές στις ομάδες ΧΝΝ και μαρτύρων σε σύγκριση με την αιμοκάθαρση. Παρατηρήθηκαν επίσης διαφορές σε κατηγορικά χαρακτηριστικά, όπως το μορφωτικό επίπεδο, η εθνικότητα, η οικογενειακή και επαγγελματική κατάσταση, το κάπνισμα και ο τόπος κατοικίας (αστικός/αγροτικός), υποδεικνύοντας διακριτά κοινωνικοδημογραφικά προφίλ. Σημαντικά, το ποσοστό των συμμετεχόντων που ανέφεραν ενεργή σεξουαλική ζωή ήταν χαμηλότερο στην ομάδα της αιμοκάθαρσης, εύρημα συμβατό με το μεγαλύτερο συνολικό φορτίο νόσου στην τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια. Κατά τη διάρκεια και των τριών ετών, οι συγκρίσεις του IIEF-15 έδειξαν ένα σταθερό, διαβαθμισμένο πρότυπο: οι μάρτυρες είχαν τα υψηλότερα σκορ σεξουαλικής λειτουργίας, οι ασθενείς με ΧΝΝ ενδιάμεσες τιμές και οι ασθενείς σε αιμοκάθαρση τα χαμηλότερα σκορ. Η σταθερή αυτή κατάταξη σε τρία διαδοχικά έτη υποδηλώνει ότι η σεξουαλική δυσλειτουργία στη ΧΝΝ, και ιδιαίτερα στην αιμοκάθαρση, δεν είναι παροδική αλλά αποτελεί μια διαρκή κατάσταση που συνοδεύει τη χρόνια νεφρική νόσο. Παράλληλα, παρατηρήθηκε τάση μείωσης των τιμών εντός κάθε ομάδας με την πάροδο του χρόνου, γεγονός που υποδηλώνει προοδευτική επιδείνωση, πιθανώς λόγω γήρανσης, εξέλιξης συννοσηροτήτων και συσσωρευτικού φορτίου χρόνιας νόσου.Τα μοντέλα μικτών επιδράσεων επιβεβαίωσαν και εξειδίκευσαν τα παραπάνω ευρήματα. Οι χρονικές επιδράσεις ήταν σταθερά αρνητικές, με σημαντικές μειώσεις στο Έτος 2 και περαιτέρω μειώσεις στο Έτος 3 σε σχέση με το Έτος 1, τόσο για το συνολικό σκορ του IIEF-15 όσο και για επιμέρους υποκλίμακες. Οι διαφορές μεταξύ των ομάδων παρέμειναν σημαντικές μετά από προσαρμογή για ηλικία, EQ-5D-5L και διαβήτη. Η αιμοκάθαρση εμφάνισε τη μεγαλύτερη υστέρηση σε σχέση με τους μάρτυρες, ενώ και η ΧΝΝ παρουσίασε μικρότερη αλλά σταθερή μείωση. Στη στυτική λειτουργία, η ΧΝΝ ήταν σημαντικά χαμηλότερη από τους μάρτυρες, ενώ η αιμοκάθαρση επίσης παρουσίαζε χαμηλότερες τιμές, με τη στατιστική σημαντικότητα να εξαρτάται από το μοντέλο. Κεντρικό εύρημα ήταν η απουσία στατιστικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων Ομάδας×Χρόνου, γεγονός που υποδηλώνει παράλληλες τροχιές μεταξύ των ομάδων. Αυτό σημαίνει ότι οι διαφορές μεταξύ των ομάδων ήταν ήδη παρούσες από την αρχική μέτρηση και παρέμειναν σχετικά σταθερές κατά τη διάρκεια της τριετίας. Κλινικά, αυτό συνάδει με την ύπαρξη πρώιμα εγκατεστημένου φορτίου σεξουαλικής δυσλειτουργίας στη ΧΝΝ και ακόμη μεγαλύτερου στην αιμοκάθαρση. Όσον αφορά τους προσδιοριστές, το EQ-5D-5L αναδείχθηκε ως ο πιο σταθερός θετικός παράγοντας, με υψηλότερη ποιότητα ζωής να σχετίζεται ισχυρά με καλύτερη σεξουαλική λειτουργία και ικανοποίηση. Η ηλικία είχε σταθερά αρνητική συσχέτιση, με μικρές αλλά σωρευτικά σημαντικές μειώσεις ανά έτος. Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτέλεσε σημαντικό επιβαρυντικό παράγοντα, με ιδιαίτερα έντονες επιδράσεις στον διαβήτη τύπου 2, επηρεάζοντας τη στυτική και οργασμική λειτουργία καθώς και την ικανοποίηση, πιθανώς μέσω αγγειακών, ενδοθηλιακών και νευροπαθητικών μηχανισμών. Οι αναλύσεις ανά διάσταση του EQ-5D-5L παρείχαν επιπλέον κλινικό πλαίσιο. Οι μάρτυρες ανέφεραν συχνότερα απουσία προβλημάτων σε τομείς όπως η αυτοεξυπηρέτηση, οι καθημερινές δραστηριότητες, ο πόνος/δυσφορία και το άγχος/κατάθλιψη, ενώ οι κλινικές ομάδες εμφάνιζαν υψηλότερα ποσοστά προβλημάτων. Αυτό υποδηλώνει ότι οι λειτουργικοί περιορισμοί και η ψυχολογική επιβάρυνση συνυπάρχουν με τη σεξουαλική δυσλειτουργία και ενδέχεται να λειτουργούν αλληλεπιδραστικά. Συνοψίζοντας, η διατριβή καταδεικνύει ότι η σεξουαλική λειτουργία είναι μειωμένη στους άνδρες με ΧΝΝ σε σύγκριση με τους μάρτυρες, με ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση στους ασθενείς σε αιμοκάθαρση. Παρότι παρατηρείται μια μέτρια επιδείνωση με την πάροδο του χρόνου, οι διαφορές μεταξύ των ομάδων παραμένουν σταθερές, υποδηλώνοντας πρώιμη εγκατάσταση και διατήρηση των ανισοτήτων. Η ποιότητα ζωής αποτελεί ισχυρό θετικό παράγοντα, ενώ η ηλικία και ο διαβήτης, ιδιαίτερα τύπου 2, αρνητικούς παράγοντες. Τα ευρήματα υποστηρίζουν την ανάγκη για συστηματική αξιολόγηση και ολιστική διαχείριση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας στη ΧΝΝ, με έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στον έλεγχο των καρδιομεταβολικών παραγόντων. Περιορισμοί της μελέτης περιλαμβάνουν τον παρατηρητικό σχεδιασμό (που δεν επιτρέπει αιτιολογικά συμπεράσματα), την πιθανότητα υπολειπόμενης σύγχυσης (π.χ. ορμονικοί παράγοντες, φαρμακευτική αγωγή, καταθλιπτικά συμπτώματα) και τη χρήση αυτοαναφερόμενων εργαλείων. Ωστόσο, ο διαχρονικός σχεδιασμός, η σύγκριση τριών ομάδων και η χρήση μοντέλων μικτών επιδράσεων ενισχύουν την αξιοπιστία και τη κλινική σημασία των αποτελεσμάτων.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation investigated, within a prospective longitudinal framework, the burden of sexual dysfunction in men with chronic kidney disease and its association with clinical and psychosocial determinants. The study was designed as a 3-year prospective longitudinal observational case–control study with annual assessments across three groups: men with non-dialysis CKD stages 3a/3b (eGFR <60 mL/min/1.73 m²), men with end-stage renal disease on maintenance haemodialysis, and controls without known kidney disease. In total, 267 participants were enrolled (haemodialysis n=96, CKD n=88, controls n=83). Sexual function was assessed using the IIEF-15 (total score and five subdomains), while health-related quality of life was measured with the EQ-5D-5L. The analytic strategy combined year-specific descriptive group comparisons with inferential modelling using linear mixed-effects models to estimate group differences, time trends, and the role of key covariates, including age, EQ-5D-5L, and ...
This dissertation investigated, within a prospective longitudinal framework, the burden of sexual dysfunction in men with chronic kidney disease and its association with clinical and psychosocial determinants. The study was designed as a 3-year prospective longitudinal observational case–control study with annual assessments across three groups: men with non-dialysis CKD stages 3a/3b (eGFR <60 mL/min/1.73 m²), men with end-stage renal disease on maintenance haemodialysis, and controls without known kidney disease. In total, 267 participants were enrolled (haemodialysis n=96, CKD n=88, controls n=83). Sexual function was assessed using the IIEF-15 (total score and five subdomains), while health-related quality of life was measured with the EQ-5D-5L. The analytic strategy combined year-specific descriptive group comparisons with inferential modelling using linear mixed-effects models to estimate group differences, time trends, and the role of key covariates, including age, EQ-5D-5L, and diabetes status. Baseline profiling indicated that age was broadly comparable across groups, supporting cohort comparability for a major determinant of sexual function. In contrast, BMI differed significantly, with higher values in the CKD and control groups compared with haemodialysis. Several categorical characteristics also differed across groups, including educational level, nationality, marital and employment status, smoking patterns, and urban versus rural residence, highlighting distinct sociodemographic profiles. Importantly, the proportion reporting an active sex life was lower in haemodialysis, a clinically plausible finding reflecting the heavier overall disease burden in ESRD. Across all three years, IIEF-15 comparisons demonstrated a consistent, graded pattern: controls had the highest sexual function scores, CKD participants showed intermediate values, and haemodialysis participants exhibited the lowest scores. This stable ranking over three consecutive years supports the interpretation that sexual dysfunction in CKD, and particularly in haemodialysis, is not transient but represents a sustained condition accompanying chronic renal disease. In parallel, within-group central tendencies tended to decline over time, suggesting progressive impairment, plausibly reflecting ageing, evolving comorbidity, and cumulative chronic disease burden. Mixed-effects modelling confirmed and refined these observations. Time effects were consistently negative, with significant declines at Year 2 and further declines at Year 3 relative to Year 1 for the IIEF-15 total score and multiple subdomains. Group effects persisted after adjustment for age, EQ-5D-5L, and diabetes. Haemodialysis showed the largest deficit relative to controls for overall sexual function, while CKD also demonstrated a smaller but robust reduction. For erectile function, CKD remained significantly lower than controls, whereas haemodialysis also tended to be lower, with statistical certainty depending on the specific model and estimation uncertainty, but with a coherent pattern in adjusted trajectories. A central inferential finding was the absence of statistically significant Group×Time interactions across outcomes, indicating broadly parallel trajectories across groups over follow-up. This suggests that between-group differences were already present at the first assessment and then remained relatively stable over the 3-year period, rather than converging or diverging markedly. Clinically, this pattern is compatible with an early-established burden of sexual dysfunction in CKD and an even heavier burden in haemodialysis. Regarding determinants, EQ-5D-5L emerged as the most consistent positive correlate across models, with higher health-related quality of life strongly associated with better sexual function and higher satisfaction. Age showed a stable negative association, with small but cumulatively meaningful decreases per additional year of age. Diabetes was a prominent adverse factor. Diabetes status was consistently linked to substantially lower scores across total IIEF-15 and relevant subdomains, including erectile and orgasmic function and satisfaction-related outcomes. Type 2 diabetes displayed the largest and most stable negative effects, consistent with vascular, endothelial, and neuropathic pathways that are particularly salient in cardio-metabolic multimorbidity. The EQ-5D-5L dimension-level analyses provided clinically interpretable context. Controls more frequently reported “no problems” across dimensions such as self-care, usual activities, pain/discomfort, and anxiety/depression, whereas the clinical groups showed higher proportions at problem levels. These results do not merely indicate lower quality of life in disease groups, but also suggest that functional limitations and psychological burden co-occur with sexual dysfunction and may act as reinforcing mechanisms.In conclusion, this dissertation demonstrates that sexual function is reduced in men with CKD compared with controls, with a heavier and more pervasive burden in haemodialysis. Although a modest decline over time is detectable, the graded ranking across groups remains stable, implying that key disparities are established early and persist over three years. Health-related quality of life is a strong positive determinant, whereas age and diabetes, especially type 2 diabetes, are consistent negative factors. Clinically, the findings support routine assessment and integrated management of sexual dysfunction in CKD, prioritising interventions that improve overall functioning and quality of life and addressing cardio-metabolic risk factors such as diabetes. Key limitations include the observational nature of the study, which precludes causal inference, the possibility of residual confounding (for example, endocrine profiles, specific medications, depressive symptoms), and reliance on validated self-report instruments. Nevertheless, the longitudinal design, the three-group comparison, and the use of mixed-effects modelling that leverages repeated measurements strengthen the robustness and clinical relevance of the conclusions.
περισσότερα