Περίληψη
ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στο διερευνητικό στάδιο της διατριβής σχετικά με την εξελικτική πορεία της αξιοποίησης της αττικής παράκτιας ζώνης στον Σαρωνικό, με επίκεντρο τις μεταπολεμικές λουτρικές και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη Γλυφάδα και το Μικρό Καβούρι Βουλιαγμένης, διαφορετικά δεδομένα που αρχικά φαίνονταν ασύνδετα μεταξύ τους, προοδευτικά πήραν τη θέση τους σε μία χρονική σειρά, η οποία ανέδειξε τις συνέχειες που τελικά διατρέχουν την εξέλιξη του παράκτιου τουρισμού, παραθερισμού και αναψυχής στο παραλιακό μέτωπο της Αττικής στον Σαρωνικό. Πρόκειται για κοινά σημεία αναφοράς που εντοπίζονται στις διαφορετικές χρονικές περιόδους της ανάπτυξης της παραλιακής αυτής ζώνης και συνδέονται, κατ’ αρχάς, με την διαχρονική προτίμηση-βιολογική ανάγκη των κατοίκων της πρωτεύουσας, για την παράκτια και υπαίθρια διημέρευση και ψυχαγωγία στο νότιο τμήμα της αττικής ακτογραμμής, με την σπάνια και προνομιακή τοπογραφία. Μία επιπλέον κοινή παράμετρος των διαφορετικών περ ...
ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στο διερευνητικό στάδιο της διατριβής σχετικά με την εξελικτική πορεία της αξιοποίησης της αττικής παράκτιας ζώνης στον Σαρωνικό, με επίκεντρο τις μεταπολεμικές λουτρικές και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) στη Γλυφάδα και το Μικρό Καβούρι Βουλιαγμένης, διαφορετικά δεδομένα που αρχικά φαίνονταν ασύνδετα μεταξύ τους, προοδευτικά πήραν τη θέση τους σε μία χρονική σειρά, η οποία ανέδειξε τις συνέχειες που τελικά διατρέχουν την εξέλιξη του παράκτιου τουρισμού, παραθερισμού και αναψυχής στο παραλιακό μέτωπο της Αττικής στον Σαρωνικό. Πρόκειται για κοινά σημεία αναφοράς που εντοπίζονται στις διαφορετικές χρονικές περιόδους της ανάπτυξης της παραλιακής αυτής ζώνης και συνδέονται, κατ’ αρχάς, με την διαχρονική προτίμηση-βιολογική ανάγκη των κατοίκων της πρωτεύουσας, για την παράκτια και υπαίθρια διημέρευση και ψυχαγωγία στο νότιο τμήμα της αττικής ακτογραμμής, με την σπάνια και προνομιακή τοπογραφία. Μία επιπλέον κοινή παράμετρος των διαφορετικών περιόδων ακμής του παράκτιου αυτού μετώπου, αφορά την χρηματοδότηση των κύριων επενδυτικών πρωτοβουλιών που αναπτύχθηκαν σε αυτό, από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και τις δύο -τουλάχιστον- πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, όπου κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής περιόδου ξεχωρίζει ο στρατηγικός ρόλος των πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας, παράλληλα με την διστακτικότητα και τις αναπτυξιακές αδυναμίες του εγχώριου ιδιωτικού κεφαλαίου. Εξίσου διαχρονική, στην πορεία αξιοποίησης του νότιου παράλιου χώρου της Αττικής, θα αναδειχθεί η σημαντική συμβολή των συγκεκριμένων προπολεμικών και μεταπολεμικών εγκαταστάσεων παράκτιας αναψυχής και διασκέδασης, στην καθιέρωση των σχετικών κοινωνικών και καταναλωτικών προτύπων, ακολουθώντας τα διεθνή παραδείγματα των αντίστοιχων προπολεμικών κοσμικών λουτροπόλεων και των μεταπολεμικών λουτρικών και ξενοδοχειακών συγκροτημάτων Α’ κατηγορίας, μέσα από μία εμπειρική διαδικασία με εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά για τους κατοίκους της πρωτεύουσας. Από την άλλη πλευρά, η διερεύνηση των συνθηκών που υπαγόρευσαν την ανάληψη πρωτοβουλίας από το μεταπολεμικό κράτος για την ανέγερση των πολυτελών αυτών εγκαταστάσεων αναψυχής, κατά την διάρκεια της εθνικής προσπάθειας για την ανασυγκρότηση της οικονομίας, μετά τις καταστροφικές συνέπειες του Β’ΠΠ, της Κατοχής και του Εμφυλίου, θα αναδείξει τις αδυναμίες του κρατικού προγραμματισμού σχετικά με τον μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό σχεδιασμό και την υλοποίηση των ανάλογων προγραμμάτων και υποδομών, στρέφοντας το ερευνητικό ενδιαφέρον της μελέτης στα οικονομικά χαρακτηριστικά του ιστορικού αυτού πλαισίου, η αναζήτηση των οποίων στηρίχτηκε στην βασική βιβλιογραφία του συγκεκριμένου πεδίου. Μεγάλο μέρος της έρευνας πραγματοποιήθηκε στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΙΑΕΤΕ). Αντίστοιχα και στο αρχείο πρακτικών των συνεδριάσεων του ΔΣ του ΕΟΤ, όπως και στο αρχείο μελετών του Οργανισμού, στο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, καθώς και σε άλλα δημόσια και ιδιωτικά αρχεία. Η διατριβή χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος διερευνά το πλαίσιο ανάπτυξης του αττικού παράκτιου μετώπου στον Σαρωνικό κατά την μεταπολεμική ανασυγκρότηση, από το τέλος του Β’ΠΠ έως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’50. Σε αυτή την ενότητα, η οποία αποτελείται από πέντε κεφάλαια, εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο ο τομέας του τουρισμού, όπου θα ενταχθεί και η αξιοποίηση της αττικής ακτογραμμής στον Σαρωνικό, αναδείχθηκε μεταπολεμικά με κρατική πρωτοβουλία, σε κεντρικό αναπτυξιακό μοχλό για την ανασυγκρότηση της χώρας, αφενός έναντι του αρχικού μεταπολεμικού εθνικού στόχου της εκβιομηχάνισης και αφετέρου σε σχέση με τις προτεραιότητες και τον τρόπο αξιοποίησης της ιδιαίτερα σημαντικής σε κλίμακα μεταπολεμικής ξένης οικονομικής βοήθειας, συνολικά αλλά και ως προς τον τουριστικό τομέα (Μ. 1ο, κεφ. 1, 2, 3, 4). Παράλληλα, παρουσιάζεται η μελέτη «Περί Τουρισμού εν Ελλάδι» που εκπόνησε η ΕΤΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής (Μ. 1ο, κεφ. 5), ως αφετηρία της καθοριστικής συμβολής της Τράπεζας στην μεταπολεμική τουριστική ανάπτυξη της χώρας, δεδομένου του αντίστοιχου προγράμματος που η μεταπολεμική κεντρική διοίκηση θα της αναθέσει, με επίκεντρο την αξιοποίηση των δύο εμβληματικών ακτών της πρωτεύουσας στην Γλυφάδα και το Μικρό Καβούρι στη Βουλιαγμένη, αφού πρώτα η Τράπεζα τεθεί υπό κρατικό έλεγχο, όπως καταγράφεται στο δεύτερο μέρος της διατριβής (Μ. 2ο, κεφ. 3). Στη δεύτερη αυτή ενότητα, η οποία επίσης αποτελείται από πέντε κεφάλαια, η έρευνα αρχικά στρέφεται στα πρώτα παράκτια κέντρα αναψυχής της νότιας αττικής ακτογραμμής κατά τον 19ο αι. και στην εξέλιξή τους μετά την λήξη του Β’ΠΠ (Μ. 2ο, κεφ. 1, 4), σε σχέση με την έναρξη κατάρτισης του μεταπολεμικού κυβερνητικού προγράμματος για τον τουρισμό, όπου η αξιοποίηση της ακτογραμμής αυτής θα λάβει εξ’ αρχής ιδιαίτερη θέση, διερευνώντας το ιστορικό της ανάθεσης και το περιεχόμενο του κρατικού προγράμματος το οποίο θα ανατεθεί στην Τράπεζα και την θυγατρική της εταιρεία «ΑΣΤΗΡ», καθώς και την κριτική που διατυπώθηκε για το πρόγραμμα αυτό κατά την περίοδο υλοποίησής του (Μ. 2ο, κεφ. 3, 4). Σε αυτή τη βάση και παράλληλα με την αρχιτεκτονική τεκμηρίωση των συγκεκριμένων μεταπολεμικών παραλιακών ξενοδοχειακών μονάδων της ΕΤΕ, με την οποία αποκωδικοποιείται η εξέλιξή τους σε πρότυπα τουριστικών εγκαταστάσεων και τοπόσημα παράκτιας αναψυχής της πρωτεύουσας (Μ. 2ο, κεφ. 5), εξετάζονται οι συνέχειες που συνδέουν τα διαδοχικά αναπτυξιακά σχήματα του παράκτιου αυτού χώρου, από τα μέσα του 19ου προς τις αρχές του 20ου αιώνα και το διάστημα του Μεσοπολέμου (Μ. 2ο, κεφ.1, 2) και από την μεταπολεμική ανασυγκρότηση έως τις σημερινές συνθήκες. Τα επαναλαμβανόμενα ευρήματα θα αναδείξουν τα νεωτερικά επιτεύγματα της κάθε περιόδου (αφενός από τον 19ο αι. έως και τον Μεσοπόλεμο και αφετέρου κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες της μεταπολεμικής περιόδου) καταγράφοντας και επιβεβαιώνοντας τις μεταξύ τους ισχυρές συνέχειες. Επιπλέον, στο ευρύ αυτό πλαίσιο τεκμηριώνεται ότι μεταξύ των αξιόλογων ελληνικών τουριστικών εγκαταστάσεων που ανεγέρθηκαν κατά τις δεκαετίες ’50 και ’60 με οδηγό το καινοτόμο τουριστικό έργο του ΕΟΤ της περιόδου αυτής, συγκαταλέγονται τα δύο εμβληματικά παραθαλάσσια συγκροτήματα της ΕΤΕ σε Γλυφάδα και Βουλιαγμένη, τα οποία διακρίθηκαν ως πρότυπες ξενοδοχειακές μονάδες διεθνών προδιαγραφών της εποχής τους, με το επιπλέον ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κρατικής πρωτοβουλίας για την υλοποίησή τους, όπως υπαγόρευσαν οι εγχώριες και διεθνείς πολιτικοοικονομικές συνθήκες της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Ταυτόχρονα διασφαλίστηκε η επίτευξη των οικονομικών στόχων του μεταπολεμικού επενδυτικού προγράμματος, το οποίο ανατέθηκε από την κεντρική διοίκηση στην ΕΤΕ. Ωστόσο, τα ίδια αυτά επαναλαμβανόμενα ευρήματα θα καταδείξουν και τις δομικές αστοχίες της αναπτυξιακής διαδρομής της μητροπολιτικής παράκτιας ζώνης της Αττικής στον Σαρωνικό, όπου θα αποδειχθούν διαχρονικές και καθοριστικές, οι ελλείψεις εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης για την υλοποίηση ενός συνολικού μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού σχεδιασμού για τον τουρισμό (και κατ’ επέκταση και για την αξιοποίηση της αττικής ακτογραμμής), με τα απαραίτητα δίκτυα υποδομών και γνώμονα την βιωσιμότητα και την φέρουσα ικανότητα του χώρου (οικονομικού, κοινωνικού και φυσικού).
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
ABSTRACTDuring the exploratory phase of the thesis on the evolution of the development of the Attica coastal zone on the Saronic Gulf, focusing on the post-war beach and hotel facilities in Glyfada and Mikro Kavouri in Vouliagmeni by the National Bank of Greece (NBG), different data that initially seemed unconnected to each other, gradually, as the research proceeded, took their place in a time series, which highlighted the continuities that ultimately run through the evolution of coastal tourism, vacationing and recreation, on the coastal front of Attica on the Saronic Gulf. These are common points of reference that are identified in the different time periods of the development of this coastal zone and are linked, first of all, to the timeless preference-biological need of the residents of Athens, for coastal and outdoor recreation and entertainment in the southern part of the Attic coastline, with its rare and privileged topography. The research will also indicate another common par ...
ABSTRACTDuring the exploratory phase of the thesis on the evolution of the development of the Attica coastal zone on the Saronic Gulf, focusing on the post-war beach and hotel facilities in Glyfada and Mikro Kavouri in Vouliagmeni by the National Bank of Greece (NBG), different data that initially seemed unconnected to each other, gradually, as the research proceeded, took their place in a time series, which highlighted the continuities that ultimately run through the evolution of coastal tourism, vacationing and recreation, on the coastal front of Attica on the Saronic Gulf. These are common points of reference that are identified in the different time periods of the development of this coastal zone and are linked, first of all, to the timeless preference-biological need of the residents of Athens, for coastal and outdoor recreation and entertainment in the southern part of the Attic coastline, with its rare and privileged topography. The research will also indicate another common parameter of the different periods of prosperity of this coastal front. This will be the financing of the main investment initiatives developed along this shoreline, from the mid-19th century until the two -at least- first post-war decades, where during this long period, the strategic role of the country's credit institutions stands out, alongside the hesitation and developmental weaknesses of domestic private capital. Additionally, in the course of study on the development of the southern coastal area of Attica, the significant contribution of the pre-war and post-war recreation and entertainment facilities of this coastline will prove to be an equally timeless factor, regarding the establishment of the relevant social and consumer standards, following the international examples of the pre-war secular spa towns, as well as the post-war A’ category spas and hotel complexes, through an empirical process with educational characteristics for the residents of Athens. On the other hand, the investigation of the conditions that dictated the initiative taken by the post-war state to have these luxurious recreational facilities built, during the national effort to reconstruct the economy, after the devastating consequences of World War II, the Occupation and the Civil War, will highlight the weaknesses of state planning, regarding long-term development strategies and the implementation of the respective programs and infrastructure. Consequently, the research interest was drawn to the economic characteristics of this historical context, the search of which was based on the basic bibliography of the specific field.A large part of the research was carried out in the Historical Archive of the National Bank of Greece. Correspondingly, in the archive of minutes of the meetings of the Board of Directors of the Greek National Tourism Organization (GNTO) and its archive of architectural tourism projects produced by the Organization, in The Greek Literary and Historical Archive (ELIA) -part of the National Bank Educational Foundation (NBEF)- as well as in other public and private archives. The thesis is divided into two parts. The first part explores the development framework of the Attic coastal front in the Saronic Gulf during the post-war reconstruction, from the end of World War II until approximately the mid-1950s. This section, which consists of five chapters, examines the way in which the tourism sector, including the development of the Attic coastline in the Saronic Gulf, emerged after the war, through the state’s initiative, as a central development lever for the reconstruction of the country, in relation to the initial post-war national goal of industrialization, as well as to the priorities and the way in which the particularly significant post-war foreign economic aid was utilized, overall and regarding the tourism sector (Part 1, Chapters 1, 2, 3, 4). At the same time, NBG's study "On Tourism in Greece" prepared during the Occupation of World War II, is presented and analyzed (Part 1, Chapter 5), as a starting point of the Bank’s decisive contribution to the country's post-war tourism development, given the respective program that the post-war central administration assigned to NBG, focusing on the development of the two emblematic coasts of Athens, in Glyfada and Mikro Kavouri in Vouliagmeni, after the Bank was placed under state control, as recorded in the second part of the thesis (Part 2, Chapter 3). In this part, which also consists of five chapters, the research examines the first coastal recreation centers of the south Attic coastline during the 19th century and their development after the end of World War II (Part 2, Chapters 1, 4), in relation to the beginning of the preparation of the post-war government program for tourism, where the development of this coastline will take a special place, exploring the history of the assignment and the content of the state program that will be assigned to NBG and to its subsidiary company "ASTIR", as well as the criticism referred to this program, during the period of its implementation (Part 2, chapters 3, 4). In this framework, the research focuses on the architectural documentation (plans, drawings, photographs) of NBG’s specific post-war coastal hotel units, decoding in this way their evolution into models of tourism facilities and coastal recreation landmarks of the capital (Part 2, chapter 5). The thesis also examines the continuities that connect the successive development patterns evolved on this coastal area, from the mid-19th to the early 20th century and the interwar period (Part 2, chapters 1, 2), as well as during the post-war reconstruction period up to current conditions. The repeated findings will highlight the related achievements of each period (on the one hand, from the 19th century until the interwar period and on the other hand, during the first two post-war decades), recording the strong continuities between them. Furthermore, in this broad context, it is documented that among the notable Greek tourist facilities that were built during the 1950s and 1960s, guided by the innovative nation-wide tourism project of the Greek National Tourism Organization of that period, the two NBG’s emblematic seaside complexes in Glyfada and Vouliagmeni, distinguished as model hotel units of international standards of their time, with the significant feature of the state initiative for their implementation, as dictated by the domestic and international political and economic conditions of the specific time period. In addition, the economic goals of this post-war investment program, assigned by the state to NBG, were achieved. However, the same repeated findings will document the structural failures of the overall development of the metropolitan coastal zone of Attica on the Saronic Gulf, where the shortcomings from the part of central administration will prove to be timeless and decisive, on the basis of the lack of implementing a comprehensive spatial planning for tourism -including the strategic deployment of the attic coastline- with long-term development goals and the necessary infrastructure networks, based on the sustainability and carrying capacity of the region (economic, social and natural).
περισσότερα