Περίληψη
Εισαγωγή-Σκοπός: Ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης (ΣΔΚ) αποτελεί τη συχνότερη μεταβολική διαταραχή της κύησης και παρουσιάζεται κατά το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης σε γυναίκες χωρίς προϋπάρχοντα σακχαρώδη διαβήτη και υποχωρεί μετά τον τοκετό. Χαρακτηρίζεται από προοδευτική αντίσταση στην ινσουλίνη και υπεργλυκαιμία, λόγω αδυναμίας διαχείρισης του φορτίου των υδατανθράκων, που οφείλεται στην αύξηση πλακουντιακών ορμονών, όπως το ανθρώπινο πλακουντιακό γαλακτογόνο (hPL) και η πλακουντιακή αυξητική ορμόνη (PGH). Ο ΣΔΚ συνδέεται με πλήθος δυσμενών περιγεννητικών εκβάσεων για τις μητέρες και τους απογόνους, αλλά και μακροπρόθεσμες επιπλοκές, όπως σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2), καρδιαγγειακή νόσο, παιδική/εφηβική παχυσαρκία, και νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Σκοπός της μελέτης ήταν η ανάλυση προγνωστικών παραγόντων που επηρεάζουν την πιθανότητα εκδήλωσης ΣΔΚ, η ανάλυση των υποτύπων ΣΔΚ όπως προκύπτουν από την δοκιμασία ανοχής γλυκόζης (oral glucose tolerance test, OGTT), και η διερεύνησ ...
Εισαγωγή-Σκοπός: Ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης (ΣΔΚ) αποτελεί τη συχνότερη μεταβολική διαταραχή της κύησης και παρουσιάζεται κατά το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο της κύησης σε γυναίκες χωρίς προϋπάρχοντα σακχαρώδη διαβήτη και υποχωρεί μετά τον τοκετό. Χαρακτηρίζεται από προοδευτική αντίσταση στην ινσουλίνη και υπεργλυκαιμία, λόγω αδυναμίας διαχείρισης του φορτίου των υδατανθράκων, που οφείλεται στην αύξηση πλακουντιακών ορμονών, όπως το ανθρώπινο πλακουντιακό γαλακτογόνο (hPL) και η πλακουντιακή αυξητική ορμόνη (PGH). Ο ΣΔΚ συνδέεται με πλήθος δυσμενών περιγεννητικών εκβάσεων για τις μητέρες και τους απογόνους, αλλά και μακροπρόθεσμες επιπλοκές, όπως σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2), καρδιαγγειακή νόσο, παιδική/εφηβική παχυσαρκία, και νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Σκοπός της μελέτης ήταν η ανάλυση προγνωστικών παραγόντων που επηρεάζουν την πιθανότητα εκδήλωσης ΣΔΚ, η ανάλυση των υποτύπων ΣΔΚ όπως προκύπτουν από την δοκιμασία ανοχής γλυκόζης (oral glucose tolerance test, OGTT), και η διερεύνηση των μητρικών και νεογνικών εκβάσεων των κυήσεων που επιπλέκονται με ΣΔΚ. Μέθοδοι: Η μελέτη διεξήχθη στην Ενδοκρινολογική Μονάδα και Διαβητολογικό Κέντρο της Θεραπευτικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Αλεξάνδρα». Συμπεριλήφθηκαν οι έγκυες γυναίκες με ΣΔΚ (διαγνωστικά κριτήρια IADPSG) που παρακολουθήθηκαν στο Ιατρείο Διαβήτη Κύησης του Νοσοκομείου μεταξύ των ετών 2020-2023. Κριτήρια αποκλεισμού ήταν το ιστορικό προϋπάρχοντος σακχαρώδους διαβήτη, η HbA1c ≥ 6.5% κατά τη διάγνωση του ΣΔΚ, και η έλλειψη επαρκών κλινικών δεδομένων. Για τη στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε το πρόγραμμα Stata V16.1. Αποτελέσματα: Μελετήθηκαν δεδομένα 633 γυναικών με ΣΔΚ και 271 νεογνών των μητέρων με ΣΔΚ που γέννησαν στη Μαιευτική κλινική του Νοσοκομείου. Οι έγκυες με μεμονωμένη υπεργλυκαιμία νηστείας και μικτή υπεργλυκαιμία κατά τη διάγνωση με την OGTT είχαν υψηλότερο BMI, υψηλότερα ποσοστά ινσουλινοθεραπείας, μεγαλύτερο βάρος γέννησης νεογνών και μεγαλύτερη επίπτωση LGA σε σύγκριση με τις γυναίκες με μεμονωμένη μεταγευματική υπεργλυκαιμία. Επιπλέον, η μελέτη ανέδειξε διαφορές ως προς τις μητρικές και νεογνικές εκβάσεις που διέπονται από τη διαφορετική εθνικότητα/φυλή, δείχνοντας ότι οι γυναίκες με καταγωγή από την Ασία είχαν σημαντικά υψηλότερη HbA1c και τα νεογνά τους μεγαλύτερο βάρος γέννησης σε σχέση με τις γυναίκες άλλων εθνικοτήτων, ενώ οι γυναίκες από την Ασία και τη Μέση Ανατολή χρειάστηκαν συχνότερα ινσουλινοθεραπεία κατά τη διάρκεια της κύησης σε σύγκριση με τις γυναίκες λευκής και μαύρης φυλής. Συμπεράσματα: Ο ΣΔΚ παρουσιάζει ετερογένεια και διαφόρους υποτύπους, που μπορούν να εντοπιστούν μέσω των παθολογικών τιμών της OGTT, και παρουσιάζουν διαφορές ως προς τις περιγεννητικές εκβάσεις. Η εθνικότητα/φυλή αποτελεί σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει τον περιγεννητικό κίνδυνο, ενώ το κάπνισμα κατά τη διάρκεια της κύησης δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης ΣΔΚ. Μελλοντικές προοπτικές μελέτες θα συμβάλλουν στη διερεύνηση των παθοφυσιολογικών διαφορών μεταξύ των υποτύπων ΣΔΚ και των γενετικών ή επιγενετικών παραγόντων που μεσολαβούν στην εκδήλωση διαφορετικών περιγεννητικών εκβάσεων στις κυήσεις διαφορετικών εθνικοτήτων. Η έναρξη της κύησης με φυσιολογικό βάρος μπορεί να λειτουργήσει ως προληπτικό μέτρο της εμφάνισης ΣΔΚ, ενώ η έγκαιρη διάγνωση και εξατομικευμένη αντιμετώπισή του μπορεί να βελτιώσει τις εκβάσεις της κύησης και να περιορίσει τους μελλοντικούς μεταβολικούς κινδύνους των μητέρων και των απογόνων.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Introduction and Aim: Gestational diabetes mellitus (GDM) is the most common metabolic complication of pregnancy and occurs during the second or third trimester of pregnancy in women without pre-existing diabetes and resolves after delivery. GDM is characterized by progressive insulin resistance and hyperglycemia, due to the inability to manage the carbohydrate load, which is due to the increase in placental hormones, such as human placental lactogen (hPL) and placental growth hormone (PGH). GDM is associated with a number of adverse perinatal outcomes for mothers and offspring, and long-term complications, such as type 2 diabetes mellitus (T2DM), cardiovascular disease, obesity during childhood or adolescence, and neurodevelopmental disorders. The aim of the study was to analyze the prognostic factors affecting the risk of GDM development, to analyze the different GDM subtypes as determined by the oral glucose tolerance test (OGTT), and to investigate the maternal and neonatal outcome ...
Introduction and Aim: Gestational diabetes mellitus (GDM) is the most common metabolic complication of pregnancy and occurs during the second or third trimester of pregnancy in women without pre-existing diabetes and resolves after delivery. GDM is characterized by progressive insulin resistance and hyperglycemia, due to the inability to manage the carbohydrate load, which is due to the increase in placental hormones, such as human placental lactogen (hPL) and placental growth hormone (PGH). GDM is associated with a number of adverse perinatal outcomes for mothers and offspring, and long-term complications, such as type 2 diabetes mellitus (T2DM), cardiovascular disease, obesity during childhood or adolescence, and neurodevelopmental disorders. The aim of the study was to analyze the prognostic factors affecting the risk of GDM development, to analyze the different GDM subtypes as determined by the oral glucose tolerance test (OGTT), and to investigate the maternal and neonatal outcomes of pregnancies complicated by GDM. Methods: The study was conducted at the Endocrine Unit and Diabetes Center of the Therapeutic Clinic of the General Hospital "Alexandra" in Athens, Greece. Pregnant women with GDM (IADPSG diagnostic criteria) who were followed up at the Hospital's GDM outpatient clinic between 2020-2023 were considered eligible for inclusion. Exclusion criteria included the history of pre-existing diabetes mellitus, HbA1c ≥ 6.5% at the time of GDM diagnosis, and lack of adequate clinical data. Statistical analysis was performed using Stata V16.1. Results: A total of 633 women with GDM and 271 neonates born at the Hospital's Obstetric Unit were included in the study. Pregnant women with isolated fasting hyperglycemia and mixed hyperglycemia at the OGTT had higher BMI, higher requirement of insulin therapy, higher neonatal birth weight and a higher incidence of LGA compared with women with isolated postprandial hyperglycemia. Besides, the study highlighted differences in maternal and neonatal outcomes determined by different ethnicity/race, showing that women of Asian origin had significantly higher HbA1c and their neonates had higher birth weight compared to women of other ethnicities. Women from Asia and the Middle East had the highest insulin requirement compared to women in the White and Black groups. Conclusions: GDM is a heterogeneous condition with different subtypes, which can be identified using the abnormal OGTT values. The GDM subtypes share differences in perinatal outcomes. Ethnicity/race is an important factor affecting perinatal risks, while smoking during pregnancy was not associated with an increased risk of GDM. Future prospective studies can be designed to investigate the pathophysiological differences between GDM subtypes and the genetic or epigenetic factors that mediate the presentation of different perinatal outcomes in pregnancies of different ethnicities. Entering pregnancy with a normal body mass index can result in GDM prevention, while early diagnosis and individualized treatment can improve pregnancy outcomes and limit future metabolic risks for the mother and the offspring.
περισσότερα