Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία: η Επιτομή των Φιλιππικών Ιστοριών του Πομπηίου Τρόγου του Ιουστίνου
Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει συστηματικά τον τρόπο με τον οποίο ο Ιουστίνος, με την Επιτομή των Φιλιππικών Ιστοριών του Πομπηίου Τρόγου, «ξαναγράφει» τον Μέγα Αλέξανδρο, όχι ως απλό ιστορικό πρόσωπο, αλλά ως ηθικό παράδειγμα (exemplum) και ως πολιτικό καθρέφτη για την ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορική εμπειρία. Κεντρική αφετηρία της έρευνας είναι ότι η Επιτομή δεν αποτελεί μηχανική σύνοψη ενός «χαμένου» έργου, αλλά αυτόνομο προϊόν της ύστερης αρχαιότητας· ένα κείμενο που επιλέγει, μετακινεί, συμπυκνώνει και ανασημασιοδοτεί το υλικό, ώστε η ιστορία του Αλεξάνδρου να λειτουργεί ως έλεγχος του ήθους της εξουσίας και ως «σχολείο μέτρου». Σκοπός της διατριβής είναι να απαντήσει σε τέσσερις αλληλένδετες ερευνητικές ερωτήσεις: (α) ποιο είναι το ιστορικό και πνευματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η Επιτομή αποκτά νόημα (ιδίως 3ος – αρχές 4ου αι. μ.Χ.)· (β) ποια είναι η ακριβής σχέση Ιουστίνου-Τρόγου και πού αρχίζει η «φωνή» του επιτομιστή· (γ) με ποια εργαλεία η Επιτομή μετατρέπει γεωγραφία ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει συστηματικά τον τρόπο με τον οποίο ο Ιουστίνος, με την Επιτομή των Φιλιππικών Ιστοριών του Πομπηίου Τρόγου, «ξαναγράφει» τον Μέγα Αλέξανδρο, όχι ως απλό ιστορικό πρόσωπο, αλλά ως ηθικό παράδειγμα (exemplum) και ως πολιτικό καθρέφτη για την ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορική εμπειρία. Κεντρική αφετηρία της έρευνας είναι ότι η Επιτομή δεν αποτελεί μηχανική σύνοψη ενός «χαμένου» έργου, αλλά αυτόνομο προϊόν της ύστερης αρχαιότητας· ένα κείμενο που επιλέγει, μετακινεί, συμπυκνώνει και ανασημασιοδοτεί το υλικό, ώστε η ιστορία του Αλεξάνδρου να λειτουργεί ως έλεγχος του ήθους της εξουσίας και ως «σχολείο μέτρου». Σκοπός της διατριβής είναι να απαντήσει σε τέσσερις αλληλένδετες ερευνητικές ερωτήσεις: (α) ποιο είναι το ιστορικό και πνευματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η Επιτομή αποκτά νόημα (ιδίως 3ος – αρχές 4ου αι. μ.Χ.)· (β) ποια είναι η ακριβής σχέση Ιουστίνου-Τρόγου και πού αρχίζει η «φωνή» του επιτομιστή· (γ) με ποια εργαλεία η Επιτομή μετατρέπει γεωγραφία και εθνογραφία σε ηθικό χάρτη· και (δ) πώς η μορφή του Αλεξάνδρου εντάσσεται στο δίπολο imitatio Alexandri / translatio imperii, ώστε να αναγνωσθεί ως πρότυπο και προειδοποίηση για όποιον κατέχει ή διεκδικεί imperium. Μεθοδολογικά η έρευνα υιοθετεί συνειδητά διπλή οπτική: (1) φιλολογική ακρίβεια (παραλλαγές, συντακτική ανάλυση, ρητορικό «κόψιμο», λειτουργία των sententiae) και (2) ηθική ερμηνεία (πώς η γλώσσα και η αφαίρεση παράγουν κρίση, πώς το επεισόδιο γίνεται exemplum). Η πρώτη ορίζει τι λέγεται, η δεύτερη ορίζει γιατί λέγεται· και η συνάρθρωσή τους επιτρέπει να αναδειχθεί η Επιτομή ως παιδευτικό κείμενο της ύστερης Ρώμης, όχι ως «σύντομος Τρόγος».Ενότητα 1 (Εισαγωγή). Η Εισαγωγή αναπτύσσει εκτενώς το ιστορικό και ιστοριολογικό πλαίσιο που καθιστά την Επιτομή αναγνώσιμη ως κείμενο ηθικής ιστοριογραφίας, και όχι απλώς ως σύντομη παράθεση γεγονότων. Το μεταίχμιο 3ου-αρχών 4ου αιώνα μ.Χ. χαρακτηρίζεται από ισχυρές μεταβολές στην οργάνωση της εξουσίας, από έντονη αίσθηση αβεβαιότητος, και από την ανάγκη επανεπιβεβαίωσης του κύρους του imperium μέσα σε συνθήκες κρίσεως. Η αυτοκρατορική λειτουργία τείνει να ιεροποιηθεί και να προβληθεί με νέους κώδικες (δημόσιες παραστάσεις, τελετουργία, συμβολική γλώσσα), ενώ παράλληλα η ρητορική και η παιδεία αναλαμβάνουν ακόμη πιο έντονα τον ρόλο μηχανισμών πειθαρχίας του λόγου και διαμόρφωσης κρίσεως. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ιστορία δεν αντιμετωπίζεται μόνον ως ανάμνηση, αλλά ως «παράδειγμα»· ως πεδίο απόδειξης του πώς η εξουσία αλλοιώνει ή ελέγχει το ήθος. Ο συγγραφέας επιμένει ότι η συντομία (brevitas) της Επιτομής είναι δομικό και ουσιώδες χαρακτηριστικό: η συμπύκνωση δεν λειτουργεί ως απώλεια, αλλά ως τεχνική επιλογής και έμφασης. Εκεί όπου ένα εκτενές ιστορικό έργο επιτρέπει αντιφάσεις, εναλλαγές τόνων και πλουσιότερη περιγραφή, η Επιτομή «αναγκάζει» την αφήγηση να σταθεροποιήσει την αξιολογική της κλίμακα· ο αναγνώστης καθοδηγείται να διαβάσει επιλεκτικά και ερμηνευτικά, να εντοπίσει τα σημεία όπου η έμφαση πέφτει σε πράξεις, αποφάσεις και χαρακτήρα, και να προσλάβει την ιστορία ως αθροιστική ηθική δοκιμή. Εδώ αποσαφηνίζεται και η λειτουργία των sententiae, ως συμπυκνωμένων κρίσεων, ως ρητορικών «καρφιών» που καρφώνουν στην μνήμη έναν ηθικό κανόνα ή ένα αποτρεπτικό συμπέρασμα. Η Εισαγωγή προχωρεί, επίσης, στην κριτική αποτίμηση της σχέσης Ιουστίνου-Τρόγου· η «φωνή» του επιτομιστή εντοπίζεται εκεί όπου η περίληψη γίνεται έμφαση, η έμφαση γίνεται ηθική κλιμάκωση, και η κλιμάκωση γίνεται κρίση για την εξουσία. Επί τούτοις, δείχνεται πώς η γεωγραφία και η εθνογραφία αποκτούν ηθική λειτουργία: ο κόσμος του κειμένου οργανώνεται ως «ηθικό τοπίο», όπου τόποι και λαοί δεν είναι απλώς σκηνικό, αλλά ορίζουν όρια, πειρασμούς, εξαιρέσεις και δοκιμές. Η έξοδος πέρα από τα γνωστά όρια της οικουμένης συνιστά, έμμεσα, δοκιμή των ορίων του ήθους· το ερώτημα μετατοπίζεται από το «πώς κατέκτησε» στο «πώς άντεξε την κατάκτηση». Τέλος, θεμελιώνεται το κεντρικό ερμηνευτικό σχήμα: το δίπολο imitatio Alexandri / translatio imperii λειτουργεί ως ορίζοντας ανάγνωσης, επειδή η μορφή του Αλεξάνδρου προσφέρεται ως πρότυπο ηγεμονικής φιλοδοξίας, αλλά και ως προειδοποίηση υπέρ της επικινδυνότητος της απέραντης δύναμης· η αλεξανδρινή δόξα, έτσι, αντιμετωπίζεται ως επιχείρημα για τον χαρακτήρα της εξουσίας. Στο Μέρος Α΄ (Εισαγωγή: Ιστορικό πλαίσιο 3ου/4ου αι.) σκιαγραφείται ο κόσμος μέσα στον οποίο η ηθική ιστοριογραφία γίνεται ανάγκη: πολιτικές ανατροπές και αστάθεια, μετασχηματισμός της έννοιας του imperium, μετάβαση από το μοντέλο του princeps στην ιδεολογία του dominus και ιεροποίηση της εξουσίας. Η διατριβή εξετάζει επίσης κοινωνικοοικονομικές μεταβολές (κρίσεις νομίσματος, αναδιάταξη κοινωνικών ιεραρχιών, συρρίκνωση του δημόσιου βίου) και το πνευματικό περιβάλλον όπου η παραδοσιακή παιδεία μεταπλάθεται σε disciplina animi· η ρητορική και η ανάγνωση νοούνται ως άσκηση κρίσεως και εσωτερικότητας. Εδώ εντάσσεται η Επιτομή ως χαρακτηριστικό είδος της περιόδου: η συντομία (brevitas) δεν πρόκειται για μια ένδεια ύλης αλλά για τεχνική ελέγχου και ηθικής συμπύκνωσης. Στο ίδιο μέρος εξετάζονται η ιδεολογική πρόσληψη του Αλεξάνδρου στην Ρώμη (από ύστερη Δημοκρατία έως Σεβήρους), ως πεδίο όπου imitatio Alexandri και translatio imperii αποκτούν πολιτική λειτουργία. Η διατριβή ιδίως αναλύει την εποχή των Σεβήρων, όπου η μίμηση του Αλεξάνδρου γίνεται τελετουργικό πρόγραμμα και υποστηρίζεται από νομίσματα, εικόνες, και δημόσιες παραστάσεις εξουσίας. Ακριβώς εδώ ο Ιουστίνος εμφανίζεται ως «αντίλογος μέτρου»: αντί να θεολογήσει την λάμψη, επιμένει στην ηθική κρίση. Στο Μέρος Β΄ (Φιλολογική παράδοση του Ιουστίνου) ανασυγκροτείται η χειρόγραφη παράδοση, η εκδοτική πορεία και ο τρόπος με τον οποίο το κείμενο «ζει» μέσα από την σχολική και λόγια χρήση (από την πρώιμη τυπογραφία μέχρι τις νεώτερες κριτικές εκδόσεις). Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο ότι η epitome στην Ρωμαϊκή φιλολογία δηλώνει τεχνική απόσταξη και κρίση, όχι απλή περικοπή - ένα έργο που «διασώζει νόημα» και όχι μόνον γεγονότα. Εξετάζονται επιπλέον η ρητορική παιδεία του exemplum, η «φωνή» του αφηγητή-κριτή, μικρές υφολογικές μελέτες (close readings), και ένα στοχευμένο λεξιλόγιο αρετών/κακιών (virtus, moderatio, fides, pudor, superbia), που ορίζει την αξιολογική κλίμακα της Επιτομής. Στο Μέρος Γ΄ (Εθνογραφία και γεωγραφία: ο κόσμος ως ηθικός χάρτης) αναλύεται πώς η οικουμένη της Επιτομής δεν λειτουργεί ως ουδέτερη σκηνή αλλά ως πεδίο παραδειγμάτων: κάθε λαός και κάθε τόπος ενσαρκώνουν συγκεκριμένες αρετές ή υπερβάσεις. Η πορεία του Αλεξάνδρου από την Μακεδονία ως την Ινδία διαβάζεται ως πορεία δοκιμασίας του μέτρου, όπου τα όρια της φιλοδοξίας και της ανθρώπινης δύναμης τίθενται υπό ηθική κρίση. Στα Μέρη Δ΄-Θ΄ εκτείνεται η κεντρική ερμηνευτική σύνθεση της διατριβής: η πολιτική θεολογία της ύστερης Ρώμης, η imitatio Alexandri και η translatio imperii ως μηχανισμοί νομιμοποίησης εξουσίας· η κρίση του 3ου αιώνα και η ηθική ανάγκη που γεννά μορφές σύντομου, διδακτικού λόγου· η παιδεία και η ρητορική ως ασκητική του ήθους· και η αντιπαράθεση λόγου-εικόνας, όπου η Επιτομή προβάλλεται ως αντίδοτο στην «κυριαρχία της όψεως» και ως τεχνολογία μνήμης (συμπύκνωση, επιλογή, ηθική ανάμνηση). Επιπλέον, εξετάζεται η μετάβαση από την ηθική ιστορία προς θεολογικές αναγνώσεις (Ευσέβιος, Ιερώνυμος, Ορόσιος, Αυγουστίνος), όπου η ηθική κρίση της ιστορίας τείνει να μετασχηματισθεί σε ερμηνεία πρόνοιας. Στο Μέρος Ι΄ ο Ιουστίνος παρουσιάζεται «ανάμεσα σε δύο κόσμους»: παγανιστική Ρωμαϊκή ηθική και νέες μορφές εσωτερικότητας. Εδώ τεκμηριώνεται και η χρονολόγηση/αναθεώρηση της Επιτομής εντός του 3ου αιώνα και του σεβηριανού περιβάλλοντος, όπου η brevitas εξυπηρετεί ρητορική, σχολική και ηθική λειτουργία.Ενότητα 2 (Μετάφραση). Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει μετάφραση των Βιβλίων XI–XII με αντικρυστό λατινικό κείμενο, ώστε να εξασφαλίζεται η διαρκής ελεγκτότητα της απόδοσης επί του πρωτοτύπου. Η μετάφραση αντιμετωπίζεται ως ερμηνευτική πράξη: σκοπός της είναι να διασώσει όχι μόνον την πληροφορία, αλλά και την οικονομία του ύφους, την πυκνότητα των αξιολογικών σηματοδοτήσεων, και την επιγραμματική λειτουργία των κατακλείδων. Εκεί όπου η λατινική φράση παράγει κρίση με αντίθεση, με έλλειψη ή με οξύ σχόλιο, η ελληνική απόδοση επιχειρεί να αναπαραγάγει την ίδια ηθική ένταση. Η μετάφραση, επιπλέον, στηρίζει την ορολογική συνέπεια (πολιτικοί και ηθικοί όροι, σταθερές αντιθέσεις) και λειτουργεί ως γέφυρα προς τον σχολιασμό, επιτρέποντας ακριβέστερη ανίχνευση των σημείων όπου η brevitas μετασχηματίζεται σε ηθική εστίαση. Επιπροσθέτως, η μετάφραση λειτουργεί ως όργανο ελέγχου της ερμηνείας, επειδή αναδεικνύει τα σημεία όπου η ιουστίνεια συμπύκνωση μεταφέρει αξιολογική έμφαση. Η προσοχή στην ορολογία και στην υφολογική οικονομία εξασφαλίζει ότι τα ηθικά σήματα του πρωτοτύπου (έπαινος/ψόγος, μέτρο/ύβρις) παραμένουν αναγνώσιμα και στην ελληνική απόδοση. Ενότητα 3 (Ιστορικός σχολιασμός). Η τρίτη ενότητα αναπτύσσει εκτενή ιστορικό σχολιασμό των Βιβλίων XI και XII, ο οποίος ακολουθεί το κείμενο βήμα-βήμα και αποσκοπεί σε μία σύνθεση ιστορικής εξήγησης και ρητορικο-ηθικής ερμηνείας. Ο σχολιασμός οργανώνεται ώστε κάθε χωρίο να φωτίζεται ταυτόχρονα ως μαρτυρία γεγονότος και ως αφηγηματική επιλογή: εξηγούνται πρόσωπα, θεσμοί, συμφραζόμενα, αλλά συγχρόνως εξετάζεται τι επιλέγει να προβάλει ο Ιουστίνος, τι αποσιωπά, πού συντομεύει και πού αντιθέτως «στέκεται», δηλαδή πού θεωρεί ότι η ηθική δοκιμή είναι κρίσιμη. Κεντρικός πυρήνας της μεθόδου είναι η συστηματική αντιπαραβολή παραλλήλων μαρτυριών της αλεξανδρινής παράδοσης. Η σύγκριση δεν λειτουργεί απλώς ως έλεγχος «ακριβείας», αλλά ως εργαλείο ανάδειξης σκοπιμότητας: όταν άλλες πηγές επεκτείνονται και η Επιτομή συντέμνει, η σύντμηση ερμηνεύεται· όταν άλλες πηγές ερμηνεύουν διαφορετικά και ο Ιουστίνος μετακινεί την έμφαση, η μετακίνηση αναγιγνώσκεται ως ηθικοπολιτική επιλογή. Ειδικώτερα, η ανάλυση εστιάζει σε σκηνές-κόμβους, όπου η ιστορική ύλη γίνεται έλεγχος ήθους: η proskynesis, η σύγκρουση με τον Κλείτο, η σημασία του Ηφαιστίωνος και ο ρόλος της τύχης φωτίζονται ως πεδία δοκιμής της εξουσίας, της εγκρατείας και του μέτρου. Παράλληλα, μέσω του σχολιασμού, καταγράφεται αλλά και ερμηνεύεται η ηθική λεξιλογική κλίμακα του κειμένου (έπαινος/ψόγος, μέτρο/ύβρις, σωφροσύνη/ακολασία, εγκράτεια/αλαζονεία), και αποδεικνύεται πώς η ρητορική συμπύκνωση λειτουργεί ως «σύστημα οδήγησης» της κρίσης: επιγραμματικές κατακλείδες, αντιθετικές δομές, και εστιασμένες σκηνές δημιουργούν πλέγμα παραδειγματικών σημείων.Ακόμη, μέσω του σχολιασμού επιχειρείται να τεκμηριωθεί όχι μόνον «τι» λέγεται, αλλά «πώς» και «γιατί» λέγεται, όταν η Επιτομή συντέμνει, αντιπαραβάλλει, ή αναδιατάσσει το υλικό. Η συνδυαστική ανάγνωση παραλλήλων, ρητορικών τεχνικών και ηθικού λεξιλογίου καθιστά φανερό τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία μετατρέπεται σε πλέγμα παραδειγμάτων και αποτρεπτικών κρίσεων. Ενότητα 4 (Η πρόσληψη του Μ. Αλεξάνδρου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα). Η τέταρτη ενότητα προσεγγίζει την πρόσληψη του Αλεξάνδρου ως μακρά διαδικασία διαμόρφωσης μνήμης και μετασχηματισμού νοημάτων. Αναδεικνύεται ότι η μορφή του λειτουργεί διαχρονικά ως «οθόνη προβολής» αξιών: άλλοτε ως επιτομή ηγεμονικής αρετής, άλλοτε ως σύμβολο αχαλίνωτης φιλοδοξίας, άλλοτε ως παράδειγμα πολιτισμικής συνάντησης, και άλλοτε ως προειδοποίηση υπέρ των ορίων της ανθρώπινης δύναμης. Η ιουστίνεια εκδοχή εντάσσεται σ’ αυτό το φάσμα ως λόγος ελεγκτικός: η δόξα περνά από φίλτρο μέτρου, ώστε ο θαυμασμός να μετατρέπεται σε κριτική πρόσληψη. Επιπλέον, η ενότητα της πρόσληψης επιτρέπει να φανεί ότι η μορφή του Αλεξάνδρου λειτουργεί ως δυναμικό «σημείο» πολιτισμικής μνήμης, που μεταβάλλεται ανάλογα με τις ιδεολογικές ανάγκες κάθε περιόδου. Η ιουστίνεια ανάγνωση εντάσσεται σε αυτήν την διαδρομή ως ένα μοντέλο ελεγκτικής πρόσληψης, όπου η δόξα αναγιγνώσκεται υπό το πρίσμα του μέτρου. Ενότητα 5 (Συμπεράσματα). Στην πέμπτη ενότητα συντίθενται τα πορίσματα: η Επιτομή λειτουργεί ως παιδευτικό κείμενο της ύστερης Ρώμης, όπου η ιστορία γίνεται άσκηση ηθικής κρίσης. Ο Αλέξανδρος προβάλλεται ως έλεγχος της εξουσίας και του imperium: η virtus δύναται να διολισθήσει σε ύβρη, η pietas να υπερβεί τα όρια και να αγγίξει το πεδίο του cultus, και η πολιτική επιτυχία να αποδειχθεί ανεπαρκής εάν δεν συνοδεύεται από το μέτρο. Η brevitas αποτιμάται ως τεχνική ηθικής συμπύκνωσης: η αφαίρεση οξύνει την κρίση, επειδή οδηγεί την αφήγηση σε ενδεικτικές κορυφώσεις και παραδειγματικά σημεία. Προστίθεται ότι τα συμπεράσματα συνδέουν τα φιλολογικά δεδομένα με την ιστοριολογική λειτουργία του κειμένου, δείχνοντας πώς η επιλογή και η σιωπή αποτελούν μέρος της ηθικής αφήγησης. Έτσι, η Επιτομή αποτιμάται ως μηχανισμός «διαπαιδαγώγησης» περί εξουσίας: η ιστορία δεν αποβλέπει μόνο στην μνήμη, αλλά στην κρίση.Ενότητα 6 (Βιβλιογραφία). Η βιβλιογραφία παρουσιάζεται ως αναγκαίο υπόβαθρο και ως μηχανισμός ελέγχου της τεκμηρίωσης. Η οργάνωσή της υποστηρίζει την κειμενική εργασία, την μεταφραστική απόδοση, τον σχολιασμό και την συνθετική ερμηνεία, επιτρέποντας την διασταύρωση κάθε επιμέρους θέσης με πηγές και σύγχρονες μελέτες. Επιπροσθέτως, η βιβλιογραφία αποτυπώνει το διπλό ερευνητικό σκέλος της διατριβής (φιλολογικό και ιστορικο-ερμηνευτικό), και διευκολύνει την ιχνηλάτηση των επιμέρους θέσεων εντός της διεθνούς συζήτησης. Η διάκριση πηγών και νεωτέρων μελετών ενισχύει την ελεγκτότητα της ερμηνείας και την αναγνωσιμότητα της τεκμηρίωσης. Ενότητα 7 (Παράρτημα). Το Παράρτημα συγκεντρώνει στοχευμένες εμβαθύνσεις που ενισχύουν την κύρια επιχειρηματολογία: ζητήματα θρησκευτικής/τελετουργικής διάστασης της εξουσίας (π.χ. proskynesis/deificatio), θέματα πολιτικής μνήμης και συμβολικών πρακτικών, και η ρωμαϊκή imitatio Alexandri ως πρακτική νομιμοποίησης μέσα από υλικές και δημόσιες αναπαραστάσεις (νομίσματα, εικόνες, επιγραφές, τελετές). Έτσι επιτείνεται ο κεντρικός άξονας της διατριβής: εξουσία, μέτρο, μνήμη.Ακόμη, το Παράρτημα λειτουργεί ως συμπληρωματικό πεδίο εμβάθυνσης, όπου ορισμένα ζητήματα (τελετουργία, θρησκευτική σημειολογία, μνήμη) αναπτύσσονται εκτενέστερα απ’ ό,τι επιτρέπει η κύρια αφήγηση. Η υποστηρικτική αυτή ύλη ενισχύει την κεντρική θέση ότι η Επιτομή αρθρώνει ηθικό λόγο περί εξουσίας. Επιπλέον, οι εικόνες δεν παρατίθενται ως απλό συνοδευτικό υλικό, αλλά ως τεκμήρια που ενισχύουν την κατανόηση της πολιτικής σημειολογίας και των τρόπων νομιμοποίησης. Η οπτική διάσταση συμπληρώνει την κειμενική ανάλυση, ιδίως εκεί όπου η εξουσία συγκροτείται και ως παράσταση. Οι χάρτες υποστηρίζουν την γεωγραφική διάσταση της έρευνας και την παρακολούθηση χώρων και διαδρομών. Η γεωγραφία εντάσσεται ερμηνευτικά: τα όρια, οι εσχατιές και η επέκταση της οικουμένης λειτουργούν ως σκηνές δοκιμής μέτρου, ώστε η πορεία του Αλεξάνδρου να διαβάζεται και ως δοκιμή ανθρώπινων ορίων. Ενότητα 8 (Ευρετήριο). Το ευρετήριο συγκροτεί την πρακτική υποδομή του έργου, οργανώνοντας πρόσωπα, τόπους, όρους, χωρία και βοηθητικούς καταλόγους, ώστε η διατριβή να λειτουργεί και ως εύχρηστο ερευνητικό εργαλείο. Η δυνατότητα ταχείας ανάκτησης τεκμηρίων και ελέγχου διασταυρώσεων εξασφαλίζει ότι το κείμενο παραμένει χρηστικό, όχι μόνον ως συνθετική πρόταση, αλλά και ως βάση για περαιτέρω έρευνα. Συνολικώς, η διατριβή καταδεικνύει ότι η Επιτομή του Ιουστίνου δεν λειτουργεί ως απλό επιτομικό αντίγραφο του Τρόγου, αλλά ως συνεκτικό κείμενο ύστερης αρχαιότητος, με ίδια ερμηνευτική στόχευση και παιδευτική λειτουργία. Η συντομία (brevitas) αναδεικνύεται ως τεχνική επιλογής και ηθικής συμπύκνωσης, η οποία μετατρέπει την αλεξανδρινή αφήγηση σε σύστημα κρίσεως περί εξουσίας, μέτρου και υπερβάσεως. Έτσι, η μορφή του Αλεξάνδρου προβάλλεται όχι μόνον ως παράδειγμα ηγεμονικής φιλοδοξίας, αλλά και ως διαρκής προειδοποίηση για τα όρια του imperium, όταν η πολιτική δύναμη δεν συνοδεύεται από ήθος, εγκράτεια και μέτρον. Τέλος, το ευρετήριο εξυπηρετεί όχι μόνον την πρακτική πλοήγηση, αλλά και την επιστημονική χρήση της διατριβής, επειδή καθιστά άμεσα προσβάσιμες τις διασταυρώσεις προσώπων, τόπων, όρων και χωρίων. Έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να επαληθεύει γρήγορα την τεκμηρίωση και να χρησιμοποιεί το έργο ως εργαλείο περαιτέρω έρευνας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This doctoral dissertation systematically examines the way in which Justin, through his Epitome of the Philippic Histories of Pompeius Trogus, “rewrites” Alexander the Great not as a mere historical figure but as a moral paradigm (exemplum) and as a political mirror for the late Roman imperial experience. The central premise of the study is that the Epitome is not a mechanical summary of a “lost” work, but an autonomous product of Late Antiquity: a text that selects, rearranges, condenses, and re-signifies its material so that the history of Alexander functions as a test of the ethos of power and as a “school of measure.” The dissertation aims to answer four interrelated research questions: (a) the historical and intellectual framework within which the Epitome acquires meaning (especially the 3rd–early 4th centuries AD); (b) the precise relationship between Justin and Trogus and the point at which the epitomator’s “voice” begins; (c) the tools by which the Epitome transforms geography ...
This doctoral dissertation systematically examines the way in which Justin, through his Epitome of the Philippic Histories of Pompeius Trogus, “rewrites” Alexander the Great not as a mere historical figure but as a moral paradigm (exemplum) and as a political mirror for the late Roman imperial experience. The central premise of the study is that the Epitome is not a mechanical summary of a “lost” work, but an autonomous product of Late Antiquity: a text that selects, rearranges, condenses, and re-signifies its material so that the history of Alexander functions as a test of the ethos of power and as a “school of measure.” The dissertation aims to answer four interrelated research questions: (a) the historical and intellectual framework within which the Epitome acquires meaning (especially the 3rd–early 4th centuries AD); (b) the precise relationship between Justin and Trogus and the point at which the epitomator’s “voice” begins; (c) the tools by which the Epitome transforms geography and ethnography into a moral map; and (d) how the figure of Alexander is situated within the dyad imitatio Alexandri / translatio imperii, so as to be read as both model and warning for anyone who holds or claims imperium. Methodologically, the research consciously adopts a double perspective: (1) philological precision (variants, syntactic analysis, rhetorical “cutting,” the function of sententiae) and (2) moral interpretation (how language and abstraction produce judgment; how an episode becomes an exemplum). The first determines what is said; the second, why it is said—and their conjunction allows the Epitome to emerge as an educational text of late Rome, not as a mere “abridged Trogus.” Section 1 (Introduction). The Introduction develops at length the historical and historiological framework that makes the Epitome readable as a text of moral historiography rather than as a simple abridgment of events. The transition from the 3rd to the early 4th century AD is marked by major shifts in the organization of power, an acute sense of uncertainty, and the need to reassert the authority of imperium under conditions of crisis. Imperial office tends to become sacralized and projected through new codes (public display, ritual, symbolic language), while rhetoric and education increasingly function as mechanisms for disciplining discourse and shaping judgment.In this context, history is treated not only as remembrance but as “example”: a field in which one can demonstrate how power either corrupts or regulates ethos. The Introduction insists that the brevitas of the Epitome is a structural and essential feature: condensation is not a loss, but a technique of selection and emphasis. Where a fuller historical work permits contradictions, tonal variation, and richer description, the Epitome “forces” the narrative to stabilize an evaluative scale; the reader is guided to read selectively and interpretively, to locate points where emphasis falls on actions, decisions, and character, and to receive history as a cumulative moral trial. Here the function of sententiae is also clarified: as condensed judgments, as rhetorical “nails” that fix in memory a moral rule or a deterrent conclusion. The Introduction also offers a critical assessment of the Justin–Trogus relationship: the epitomator’s “voice” is located where summary becomes emphasis, emphasis becomes moral intensification, and intensification becomes judgment about power. Moreover, it shows how geography and ethnography acquire moral function: the world of the text is organized as a “moral landscape,” in which places and peoples are not merely scenery but define limits, temptations, exceptions, and tests. Going beyond the familiar boundaries of the inhabited world constitutes, implicitly, a test of the boundaries of ethos; the question shifts from “how he conquered” to “how he endured conquest.” Finally, the central interpretive schema is established: the dyad imitatio Alexandri / translatio imperii functions as a horizon of reading, since Alexander’s figure is offered as a model of hegemonic ambition, but also as a warning about the danger of boundless power; Alexandrian glory thus becomes an argument about the character of authority. In Part A (Introduction: historical context of the 3rd/4th century), the world is outlined in which moral historiography becomes a necessity: political upheavals and instability; the transformation of the notion of imperium; the transition from the model of the princeps to the ideology of the dominus, and the sacralization of power. The dissertation also investigates socio-economic changes (currency crises, the reordering of social hierarchies, the contraction of public life) and the intellectual environment in which traditional paideia is transformed into disciplina animi: rhetoric and reading are understood as an exercise of judgment and interiority. Here the epitome is situated as a characteristic genre of the period: brevity (brevitas) is not a poverty of material, but an art of control and moral condensation.In the same part, the ideological reception of Alexander in Rome (from the late Republic to the Severans) is also examined, as a field in which imitatio Alexandri and translatio imperii acquire a political function. The dissertation especially undertakes an analysis of the Severan age, in which the imitation of Alexander is converted into a ritual program and is supported by coins, images, and public representations of power. Precisely here Justin appears as a “contradictor of measure”: instead of theologizing brilliance, he insists on moral judgment. In Part B (Justin’s philological tradition), the manuscript tradition, editorial course, and the way in which the text “lives” through scholastic and learned use (from early printing to more recent critical editions) are reconstructed. Particular emphasis is shown to the fact that epitome in Roman literature signifies an art of distillation and judgment, not a simple excision—an work that “preserves meaning” rather than mere facts. In addition, the rhetorical paideia of exempla, the “voice” of the narrator-critic, brief stylistic investigations (close readings), and a selected vocabulary of virtues/vices (virtus, moderatio, fides, pudor, superbia) are examined—vocabulary that constitutes the evaluative scale of the Epitome. In Part C (Ethnography and geography: the world as a moral map), it is shown how the oikoumene of the Epitome does not function as a neutral stage, but as a field of examples: each people and each place embodies certain virtues or excesses. Alexander’s journey from Macedonia to India is read as a journey of testing of measure, in which the limits of ambition and of human power are placed under moral judgment. In Parts D–IX, the principal interpretive synthesis of the dissertation is developed: the political theology of late Rome; imitatio Alexandri and translatio imperii as mechanisms of legitimation of power; the crisis of the 3rd century and the moral necessity that generates forms of brief, didactic discourse; paideia and rhetoric as an ascetic discipline of character; and the opposition of word–image, in which the Epitome is proposed as an antidote to the “domination of sight” and as a technology of memory (condensation, selection, moral recollection). Moreover, the transition from moral history to theological readings (Eusebius, Jerome, Orosius, Augustine) is examined, in which the moral judgment of history tends to be changed into an interpretation of providence. In Part X, Justin is presented “between two worlds”: pagan Roman ethics and new forms of interiority. Here the dating/revision of the Epitome within the 3rd century and the Severan environment is also documented, where brevity serves rhetorical, scholastic, and moral functions.Section 2 (Translation). The second section presents a translation of Books XI–XII with the Latin text on the facing page, ensuring continual control of the rendering against the original. Translation is treated as an interpretive act: its aim is to preserve not only information, but also the economy of style, the density of evaluative signals, and the epigrammatic function of closures. Where the Latin sentence produces judgment through contrast, omission, or a sharp remark, the translation seeks to reproduce the same moral intensity. In addition, the translation supports terminological consistency (political and moral terms, stable oppositions) and functions as a bridge to the commentary, allowing more precise tracking of the points at which brevitas turns into moral focalization. Moreover, the translation functions as a means of controlling the interpretation, since it brings out the points at which Justin’s condensation carries evaluative emphasis. Attention to terminology and stylistic economy ensures that the moral signals of the original (praise/blame, measure/hybris) remain legible in the Greek rendering as well.Section 3 (Historical Commentary). The third section develops an extensive historical commentary on Books XI and XII, following the text step by step and aiming at a synthesis of historical explanation with rhetorical-moral interpretation. The commentary is organized so that each passage is illuminated both as evidence for events and as a narrative choice: persons, institutions, and contexts are explained, while at the same time the analysis asks what Justin chooses to foreground, what he suppresses, where he condenses, and where, by contrast, he “dwells”—that is, where he considers the moral test decisive. The method’s core is the systematic comparison of parallel testimonies from the Alexandrian tradition. This comparison does not operate merely as an “accuracy check,” but as a tool for bringing purpose to light: when other sources expand and the Epitome condenses, the condensation is interpreted; when other sources construe matters differently and Justin shifts emphasis, the shift is read as an ethico-political decision. More specifically, the analysis focuses on nodal scenes in which historical material becomes a test of ethos: proskynesis, the conflict with Cleitus, the significance of Hephaestion, and the role of Fortune are illuminated as fields in which power, self-restraint, and measure are tried. At the same time, the commentary records and interprets the text’s moral lexical scale (praise/blame, measure/hybris, temperance/license, self-control/arrogance) and shows how rhetorical condensation functions as a “guidance system” for judgment: epigrammatic closures, antithetical structures, and focal scenes create a network of exemplary points.In addition, the commentary seeks to document not only “what” is said, but “how” and “why” it is said, whenever the Epitome condenses, juxtaposes, or rearranges its material. The combined reading of parallels, rhetorical techniques, and moral vocabulary makes clear the way in which history is turned into a web of paradigms and deterrent judgments. Section 4 (The Reception of Alexander the Great from Antiquity to the Present). The fourth section approaches the reception of Alexander as a long process of shaping memory and transforming meanings. It is shown that his figure functions diachronically as a “projection screen” of values: at times as the epitome of hegemonic virtue, at times as a symbol of unbridled ambition, at times as an example of cultural encounter, and at times as a warning about the limits of human power. Justin’s version is situated within this spectrum as a regulating discourse: glory passes through a filter of measure, so that admiration is transformed into critical reception. Furthermore, the reception section makes it possible to see that the figure of Alexander operates as a dynamic locus of cultural memory, changing in accordance with the ideological needs of each period. Justin’s version is inscribed in this trajectory as a model of controlling reception, in which glory is read through the prism of measure. Section 5 (Conclusions). In the fifth section, the findings are synthesized: the Epitome functions as an educational text of late Rome, in which history becomes an exercise of moral judgment. Alexander is presented as a test of power and of imperium: virtus can slip into hybris, pietas can transgress limits and touch the realm of cultus, and political success can prove insufficient if not accompanied by measure. Brevitas is assessed as a technique of moral condensation: omission sharpens judgment because it drives the narrative toward indicative climaxes and exemplary points. It may also be added that the conclusions link the philological data with the historiological function of the text, showing how selection and silence form part of the moral narration. In this way, the Epitome is assessed as a mechanism of “moral formation” concerning power: history aims not only at memory, but at judgment.Section 6 (Bibliography). The bibliography is presented as both a necessary foundation and a mechanism for controlling documentation. Its organization supports textual work, translation, commentary, and synthetic interpretation, enabling the cross-checking of each individual claim with sources and modern scholarship. Moreover, the bibliography reflects the dissertation’s dual research axis (philological and historical-interpretive) and facilitates the tracing of individual arguments within the international scholarly discussion. The distinction between sources and modern studies strengthens the verifiability of the interpretation and the readability of the documentation. Section 7 (Appendix). The appendix gathers targeted elaborations that strengthen the main argument: questions concerning the religious/ritual dimension of authority (e.g., proskynesis/deificatio), topics of political memory and symbolic practices, and Roman imitatio Alexandri as a practice of legitimation through material and public representations (coinage, images, inscriptions, ceremonies). In this way, the dissertation’s central axis is intensified: power, measure, memory. In addition, the Appendix functions as a supplementary field for further depth, where certain issues (ritual, religious semiotics, memory) are developed more fully than the main exposition allows. This supporting material reinforces the central claim that the Epitome articulates a moral discourse about power. Furthermore, the images are not presented as mere accompanying material, but as evidence that enhances the understanding of political semiotics and modes of legitimation. The visual dimension complements the textual analysis, especially where power is constituted also as performance. The maps support the geographical dimension of the research and the tracking of spaces and routes. Geography is integrated interpretively: borders, extremities, and the expansion of the inhabited world function as scenes of testing measure, so that Alexander’s trajectory can be read also as a trial of human limits.Section 8 (Index). The index provides the practical infrastructure of the work, organizing persons, places, terms, passages, and auxiliary lists, so that the dissertation also functions as a usable research tool. The possibility of rapid retrieval of evidence and verification of cross-references ensures that the text remains useful not only as a synthetic proposal but also as a basis for further research. Overall, the dissertation demonstrates that Justin’s Epitome does not function as a simple epitomized replica of Trogus, but as a coherent text of Late Antiquity with its own interpretive agenda and educational purpose. Brevity (brevitas) emerges as a technique of selection and moral condensation, transforming the Alexandrian narrative into a system of judgment concerning power, measure, and transgression. In this way, the figure of Alexander is presented not only as an example of hegemonic ambition, but also as an enduring warning about the limits of imperium whenever political power is not accompanied by ethos, self-restraint, and measure. Finally, the index serves not only practical navigation, but also the dissertation’s scholarly use, since it makes immediately accessible the cross-references among persons, places, terms, and passages. Thus, the reader can quickly verify the documentation and employ the work as a tool for further research.
περισσότερα
![]() | Κατεβάστε τη διατριβή σε μορφή PDF (15.31 MB)
(Η υπηρεσία είναι διαθέσιμη μετά από δωρεάν εγγραφή)
|
Όλα τα τεκμήρια στο ΕΑΔΔ προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα.
|
Στατιστικά χρήσης
ΠΡΟΒΟΛΕΣ
Αφορά στις μοναδικές επισκέψεις της διδακτορικής διατριβής για την χρονική περίοδο 07/2018 - 07/2023.
Πηγή: Google Analytics.
Πηγή: Google Analytics.
ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑΤΑ
Αφορά στο άνοιγμα του online αναγνώστη για την χρονική περίοδο 07/2018 - 07/2023.
Πηγή: Google Analytics.
Πηγή: Google Analytics.
ΜΕΤΑΦΟΡΤΩΣΕΙΣ
Αφορά στο σύνολο των μεταφορτώσων του αρχείου της διδακτορικής διατριβής.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
ΧΡΗΣΤΕΣ
Αφορά στους συνδεδεμένους στο σύστημα χρήστες οι οποίοι έχουν αλληλεπιδράσει με τη διδακτορική διατριβή. Ως επί το πλείστον, αφορά τις μεταφορτώσεις.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
λιγότερα
περισσότερα




