Περίληψη
Η εμφάνιση του προσώπου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη κοινωνική αλληλεπίδραση, την ψυχολογική ευεξία και την ποιότητα ζωής συνολικά. Η ελκυστικότητα του προσώπου έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει καθοριστικά τις διαπροσωπικές σχέσεις, την κοινωνική αποδοχή, την επαγγελματική εξέλιξη, καθώς και την αυτοεκτίμηση και αυτοαντίληψη του ατόμου. Στο πλαίσιο αυτό, η αισθητική του προσώπου δεν αποτελεί απλώς ένα δευτερεύον ή «κοσμητικό» στοιχείο, αλλά έναν πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας, με ευρείες κοινωνικές, ψυχολογικές και οικονομικές προεκτάσεις. Δεν είναι, επομένως, τυχαίο ότι η επιθυμία βελτίωσης της εμφάνισης του προσώπου συγκαταλέγεται στους βασικότερους παράγοντες κινητοποίησης για τα άτομα που αναζητούν ορθοδοντική ή ορθογναθική θεραπεία. Μεταξύ των διαφορετικών τύπων πλάγιας όψης του προσώπου, το κυρτό προφίλ αποτελεί μία από τις συχνότερες και αισθητικά σημαντικότερες καταστάσεις που συναντώνται στην ορθοδοντική πρακτική. Ο τύπος αυτός σ ...
Η εμφάνιση του προσώπου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη κοινωνική αλληλεπίδραση, την ψυχολογική ευεξία και την ποιότητα ζωής συνολικά. Η ελκυστικότητα του προσώπου έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει καθοριστικά τις διαπροσωπικές σχέσεις, την κοινωνική αποδοχή, την επαγγελματική εξέλιξη, καθώς και την αυτοεκτίμηση και αυτοαντίληψη του ατόμου. Στο πλαίσιο αυτό, η αισθητική του προσώπου δεν αποτελεί απλώς ένα δευτερεύον ή «κοσμητικό» στοιχείο, αλλά έναν πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας, με ευρείες κοινωνικές, ψυχολογικές και οικονομικές προεκτάσεις. Δεν είναι, επομένως, τυχαίο ότι η επιθυμία βελτίωσης της εμφάνισης του προσώπου συγκαταλέγεται στους βασικότερους παράγοντες κινητοποίησης για τα άτομα που αναζητούν ορθοδοντική ή ορθογναθική θεραπεία. Μεταξύ των διαφορετικών τύπων πλάγιας όψης του προσώπου, το κυρτό προφίλ αποτελεί μία από τις συχνότερες και αισθητικά σημαντικότερες καταστάσεις που συναντώνται στην ορθοδοντική πρακτική. Ο τύπος αυτός συνδέεται κατά κανόνα με σκελετική και οδοντική ανωμαλία Τάξης II, Κατηγορίας 1, η οποία χαρακτηρίζεται από μη αρμονική σχέση μεταξύ άνω και κάτω γνάθου στο οβελιαίο επίπεδο, συχνότερα λόγω οπισθογναθίας της κάτω γνάθου. Οι ασθενείς με κυρτό προφίλ συχνά εκφράζουν έντονη δυσαρέσκεια για την εμφάνιση του προσώπου τους, ιδίως για την οπίσθια θέση του γενείου, την ανισορροπία των χειλέων και την υπερβολική κυρτότητα του προφίλ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αυτά τα αισθητικά προβλήματα συχνά θεωρούνται από τους ίδιους τους ασθενείς σημαντικότερα ακόμη και από τυχόν λειτουργικές διαταραχές, όπως η μάσηση ή η ομιλία. Ως εκ τούτου, η βελτίωση της αισθητικής του προσώπου έχει καταστεί βασικός στόχος της σύγχρονης ορθοδοντικής και ορθογναθικής θεραπείας, παράλληλα με την αποκατάσταση της λειτουργικής σύγκλεισης και τη μακροχρόνια διατήρηση καλής στοματικής υγείας. Σε ενήλικες ασθενείς με ανωμαλία Τάξης II, Κατηγορίας 1 και κυρτό προφίλ προσώπου, συνήθως εξετάζονται δύο κύριες θεραπευτικές επιλογές: το ορθοδοντικό καμουφλάζ και η συνδυασμένη ορθοδοντική–ορθογναθική χειρουργική θεραπεία. Το ορθοδοντικό καμουφλάζ αποσκοπεί στην απόκρυψη της υποκείμενης σκελετικής δυσαρμονίας, μέσω οδοντοφατνιακών αλλαγών, χωρίς ουσιαστική τροποποίηση του σκελετικού υποστρώματος. Αντιθέτως, η ορθογναθική χειρουργική θεραπεία στοχεύει στη διόρθωση της ίδιας της σκελετικής δυσαρμονίας, μέσω χειρουργικών επεμβάσεων όπως η προώθηση της κάτω γνάθου, η επανατοποθέτηση της άνω γνάθου ή οι αμφιγναθικές χειρουργικές παρεμβάσεις. Παρά τις σαφείς θεωρητικές διαφορές μεταξύ των δύο αυτών προσεγγίσεων, η επιλογή της καταλληλότερης θεραπείας παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα και διαχρονικά κλινικά διλήμματα στην ορθοδοντική και γναθοπροσωπική χειρουργική πρακτική. Η αβεβαιότητα αυτή οφείλεται κυρίως στην έλλειψη επαρκών, συγκρίσιμων και μεθοδολογικά ισχυρών δεδομένων σχετικά με τον βαθμό στον οποίο κάθε θεραπευτική επιλογή μεταφράζεται σε αντιληπτό αισθητικό όφελος, όχι μόνο από την οπτική των ειδικών κλινικών γιατρών, αλλά κυρίως από αυτήν των ασθενών και του γενικού πληθυσμού. Καθίσταται σαφές ότι ο πραγματικός αντίκτυπος μιας θεραπείας δεν περιορίζεται σε κεφαλομετρικές μεταβολές ή αντικειμενικούς δείκτες, αλλά καθορίζεται τελικά από τον τρόπο με τον οποίο οι μεταβολές αυτές γίνονται αντιληπτές από τον ίδιο τον ασθενή και το κοινωνικό του περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα διδακτορική διατριβή σχεδιάστηκε με στόχο να καλύψει ένα σαφώς προσδιορισμένο κενό γνώσης. Κύριος σκοπός της ήταν να διερευνήσει εάν και σε ποιο βαθμό οι αντικειμενικές θεραπευτικές μεταβολές στους μαλακούς ιστούς του προσώπου ενηλίκων ασθενών με ανωμαλία Τάξης II, Κατηγορίας 1 και κυρτό προφίλ γίνονται αντιληπτές ως θετικές ή αρνητικές αισθητικές μεταβολές από διαφορετικές ομάδες αξιολογητών. Ειδικότεροι στόχοι περιλάμβαναν τη σύγκριση της ορθοδοντικής κάλυψης και της συνδυασμένης ορθοδοντικής–ορθογναθικής χειρουργικής θεραπείας ως προς την αντιληπτή μεταβολή της αισθητικής του προσώπου, τη διερεύνηση της επίδρασης της όψης του προσώπου, συγκρίνοντας τη χρήση μόνο πλάγιας όψης έναντι συνδυασμού πλάγιας και πρόσθιας όψης, τη διερεύνηση του ρόλου της αρχικής ελκυστικότητας του προσώπου ως ρυθμιστικού παράγοντα του αποτελέσματος, καθώς και τη μελέτη της σχέσης μεταξύ της ελκυστικότητας του προφίλ και της συνολικής ελκυστικότητας του προσώπου. Για την επίτευξη των στόχων αυτών πραγματοποιήθηκε σειρά μελετών αντίληψης της εμφάνισης του προσώπου με τη χρήση ειδικών ερωτηματολογίων, βασισμένων σε πραγματικές φωτογραφίες ασθενών. Το δείγμα της διατριβής περιλάμβανε ενήλικες ασθενείς με πλήρη σκελετική ανάπτυξη, κυρτό προφίλ προσώπου και οδοντική ανωμαλία Τάξης II, Κατηγορίας 1, οι οποίοι είχαν υποβληθεί είτε σε αποκλειστικά ορθοδοντικό καμουφλάζ είτε σε συνδυασμένη ορθοδοντική–ορθογναθική χειρουργική θεραπεία. Εφαρμόστηκαν αυστηρά κριτήρια εισαγωγής και αποκλεισμού ώστε να διασφαλιστεί η ομοιογένεια των ομάδων ως προς το σκελετικό πρότυπο, τα οδοντικά χαρακτηριστικά, την ηλικία, το φύλο, τη διάρκεια θεραπείας και την απουσία συγχυτικών αισθητικών παραγόντων. Οι προ- και μεταθεραπευτικές φωτογραφίες προσώπου λήφθηκαν σύμφωνα με τυποποιημένο πρωτόκολλο και υποβλήθηκαν σε συστηματική επεξεργασία, ώστε να επιτευχθεί ομοιομορφία ως προς το φόντο, τη φωτεινότητα, την αντίθεση και το μέγεθος. Εξωγενή χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αισθητική κρίση, όπως έντονα σημάδια ή κοσμήματα, αφαιρέθηκαν ψηφιακά. Οι φωτογραφίες παρουσιάστηκαν στους αξιολογητές σε ζεύγη (προ- και μετα-θεραπευτικές), με ταυτόχρονη προβολή, ώστε η αξιολόγηση να εστιάζει στη μεταβολή της αισθητικής εμφάνισης και όχι στην απόλυτη ελκυστικότητα κάθε εικόνας. Αυτή η προσέγγιση σχεδιάστηκε για να αντικατοπτρίζει καλύτερα την πραγματική αντίληψη, ελέγχοντας παράλληλα δευτερεύοντες παράγοντες όπως τα μαλλιά, ο τόνος του δέρματος ή οι συνθήκες φωτισμού. Η αντιληπτή μεταβολή της ελκυστικότητας του προσώπου αξιολογήθηκε μέσω έγκυρων ερωτηματολογίων οπτικής αναλογικής κλίμακας (VAS). Τα ερωτηματολόγια περιλάμβαναν ερωτήσεις για τη συνολική εμφάνιση του προσώπου αλλά και για επιμέρους ανατομικές περιοχές, όπως το κάτω τριτημόριο, τα χείλη και το πηγούνι, επιτρέποντας τόσο τη συνολική όσο και την επιμέρους ανάλυση της αισθητικής αλλαγής. Στη διαδικασία αξιολόγησης συμμετείχαν τέσσερις διαφορετικές ομάδες αξιολογητών, οι οποίες αντικατοπτρίζουν διαφορετικές οπτικές σχετικά με τα αποτελέσματα της θεραπείας. Σε αυτές περιλαμβάνονταν ορθοδοντικοί, γναθοπροσωπικοί χειρουργοί, ασθενείς με κυρτό προφίλ προσώπου και άτομα από το γενικό πληθυσμό. Ο σχεδιασμός αυτός επέτρεψε τη διερεύνηση της συμφωνίας μεταξύ ομάδων αξιολογητών, τον εντοπισμό συστηματικών διαφορών στην αισθητική αντίληψη και την εκτίμηση της σύγκλισης μεταξύ κοινωνικής και κλινικής κρίσης. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με σύγχρονες πολυπαραγοντικές μεθόδους, λαμβάνοντας υπόψη τη δομή των δεδομένων και την επαναληπτικότητα των μετρήσεων. Η συμφωνία μεταξύ των ομάδων αξιολογητών εξετάστηκε μέσω συντελεστών ενδοταξικής συσχέτισης, οι οποίοι κατέδειξαν καλή έως εξαιρετική αξιοπιστία, επιβεβαιώνοντας την εγκυρότητα της μεθοδολογίας. Για κάθε ασθενή και ομάδα αξιολογητών χρησιμοποιήθηκε η διάμεση τιμή των βαθμολογιών, ώστε να μειωθεί η επίδραση ακραίων εκτιμήσεων. Τα αποτελέσματα της διατριβής ήταν σαφή και συνεπή σε όλες τις επιμέρους μελέτες. Η συμφωνία μεταξύ των αξιολογητών ήταν καλή έως εξαιρετική, υποδηλώνοντας ότι οι αλλαγές στην ελκυστικότητα του προσώπου κρίθηκαν με συνέπεια από τις διάφορες ομάδες παρατηρητών. Το ορθοδοντικό καμουφλάζ συσχετίστηκε με ήπιες θετικές μεταβολές της αισθητικής του προσώπου, οι οποίες ήταν κοντά στο όριο της απουσίας αντίληψης οποιασδήποτε αλλαγής. Αντιθέτως, η συνδυασμένη ορθοδοντική–ορθογναθική χειρουργική θεραπεία οδήγησε σε σημαντικές και σαφώς αντιληπτές βελτιώσεις της ελκυστικότητας του προσώπου. Οι διαφορές μεταξύ των δύο θεραπευτικών προσεγγίσεων ήταν στατιστικά και κλινικά σημαντικές και εντοπίστηκαν σε όλες τις αξιολογούμενες περιοχές, με ιδιαίτερα έντονη επίδραση στο κάτω τριτημόριο και στο πηγούνι, υπογραμμίζοντας τον κεντρικό ρόλο της θέσης της κάτω γνάθου στη συνολική αρμονία του προσώπου. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι τα ευρήματα αυτά εντοπίστηκαν όχι μόνο στους ειδικούς, αλλά και στους ασθενείς και στο γενικό πληθυσμό, ο οποίος αναμφισβήτητα αντικατοπτρίζει καλύτερα τον πραγματικό κοινωνικό αντίκτυπο. Παρότι οι ειδικοί τείνουν να αξιολογούν τις μεταβολές ελαφρώς πιο θετικά, το γενικό μοτίβο των αποτελεσμάτων παρέμεινε εξαιρετικά σταθερό μεταξύ όλων των ομάδων αξιολογητών. Αυτό υπογραμμίζει την κλινική σημασία των ευρημάτων και βεβαιώνει ότι τα αισθητικά οφέλη της χειρουργικής επέμβασης έχουν ουσιαστική επίδραση στην αντίληψη του προσώπου. Επιπλέον διερευνήθηκε η επίδραση της όψης του προσώπου στην συνολική αισθητική κρίση. Τα ευρήματα κατέδειξαν ότι η ταυτόχρονη παρουσίαση πρόσθιων και προφίλ φωτογραφιών δεν επηρέασε ουσιωδώς την αντιλαμβανόμενη θεραπευτική επίδραση, ενισχύοντας τη σταθερότητα των αποτελεσμάτων που προέκυψαν από την μεμονωμένη παρουσίαση φωτογραφιών προφίλ. Η αρχική ελκυστικότητα του προσώπου αναδείχθηκε επίσης σημαντικός ρυθμιστικός παράγοντας, με ασθενείς χαμηλότερης αρχικής ελκυστικότητας να παρουσιάζουν μεγαλύτερη αισθητική βελτίωση, ιδίως μετά από χειρουργική θεραπεία. Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία του εξατομικευμένου σχεδιασμού της θεραπείας και της διαχείρισης ρεαλιστικών προσδοκιών. Εξετάστηκε επίσης η σχέση μεταξύ της ελκυστικότητας του προφίλ και της συνολικής ελκυστικότητας του προσώπου, αποκαλύπτοντας ότι, ενώ το προφίλ παίζει σημαντικό ρόλο, δεν καθορίζει πλήρως τη συνολική ελκυστικότητα του προσώπου. Αυτό το εύρημα αμφισβητεί τις υπερβολικά επικεντρωμένες στο προφίλ προσεγγίσεις στη διάγνωση και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και υποστηρίζει τη χρήση ολοκληρωμένης αξιολόγησης του προσώπου τόσο στην κλινική πρακτική όσο και στην έρευνα. Η ερμηνεία των ευρημάτων της παρούσας διατριβής αναδεικνύει ουσιώδεις κλινικές και ερευνητικές πτυχές της αισθητικής αποκατάστασης ασθενών με κυρτό προσωπικό προφίλ. Η περιορισμένη αισθητική βελτίωση που παρατηρήθηκε μετά από ορθοδοντική κάλυψη υποδηλώνει ότι οι μεμονωμένες οδοντοφατνιακές αλλαγές, αν και βελτιώνουν την οδοντική σύγκλειση, δεν επαρκούν για να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην αισθητική αντίληψη του προσώπου όταν υπάρχει υποκείμενη σκελετική δυσαρμονία. Το εύρημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι πολλοί ενήλικες ασθενείς επιλέγουν ή τους προτείνεται το ορθοδοντικό καμουφλάζ ως λιγότερο επεμβατική θεραπευτική λύση, χωρίς πάντοτε να είναι επαρκώς πληροφορημένοι για τους περιορισμούς της συγκερκιμένης παρέμβασης στη βελτίωση της εμφάνισης του προσώπου. Αντιθέτως, η συστηματικά μεγαλύτερη και σαφώς αντιληπτή βελτίωση που καταγράφηκε μετά από συνδυασμένη ορθοδοντική–ορθογναθική χειρουργική θεραπεία υποστηρίζει την άποψη ότι η σκελετική αλλαγή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αισθητική αρμονία του προσώπου. Η ιδιαίτερα έντονη επίδραση στο κάτω τριτημόριο και στο γένειο υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο της κάτω γνάθου στην αντίληψη της αρμονίας του προσώπου, ανεξαρτήτως του επαγγελματικού ή κοινωνικού υποβάθρου των αξιολογητών. Επιπλέον, η υψηλή συμφωνία μεταξύ ειδικών και μη ειδικών αξιολογητών υποδηλώνει ότι τα αισθητικά οφέλη της χειρουργικής θεραπείας δεν αποτελούν προϊόν εξειδικευμένης κλινικής εκπαίδευσης, αλλά αντανακλούν μια ευρύτερη κοινωνική αντίληψη. Το στοιχείο αυτό ενισχύει τη σημασία της παρούσας διατριβής, καθώς μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της θεωρητικής αισθητικής αξιολόγησης στο επίπεδο της πραγματικής εμπειρίας των ασθενών. Τέλος, τα ευρήματα της διατριβής συμβάλλουν ουσιαστικά στη σύγχρονη βιβλιογραφία, παρέχοντας τεκμηριωμένα δεδομένα που μπορούν να υποστηρίξουν τη διαδικασία ενημέρωσης και συναπόφασης με τον ασθενή. Η ενσωμάτωση της αντιληπτής αισθητικής αξιολόγησης στον θεραπευτικό σχεδιασμό αναδεικνύεται ως αναγκαίο συμπλήρωμα των παραδοσιακών κεφαλομετρικών και οδοντικών κριτηρίων. Συνολικά, η παρούσα διδακτορική διατριβή παρέχει ισχυρά, συνεπή και μεθοδολογικά τεκμηριωμένα δεδομένα που καταδεικνύουν ότι η συνδυασμένη ορθοδοντική–ορθογναθική χειρουργική θεραπεία προσφέρει σαφώς σημαντικότερα αισθητικά οφέλη σε σύγκριση με το ορθοδοντικό καμουφλάζ σε ενήλικες ασθενείς με ανωμαλία Τάξης II, Κατηγορίας 1 και κυρτό προσωπικό προφίλ. Τα οφέλη αυτά γίνονται σταθερά αντιληπτά από κλινικούς ιατρούς, ασθενείς και τυχαία πρόσωπα. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι η επιτυχία της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο μέσω αντικειμενικών μορφομετρικών μετρήσεων, αλλά και μέσω της υποκειμενικής αντίληψης αποτελεσμάτων που αντικατοπτρίζει τον πραγματικό αντίκτυπο στη ζωή του ασθενή. Η εργασία αυτή συμβάλλει στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για την κατανόηση και τη βελτιστοποίηση των αισθητικών αποτελεσμάτων στη θεραπεία των ασθενών με κυρτό προφίλ προσώπου. Τα ευρήματα αυτά έχουν άμεσες κλινικές προεκτάσεις για τη λήψη τεκμηριωμένων θεραπευτικών αποφάσεων, τη συμβουλευτική των ασθενών και την υιοθέτηση μιας περισσότερο ολιστικής και ασθενοκεντρικής προσέγγισης στη σύγχρονη κλινική πρακτική.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Facial appearance plays a central role in social interaction, psychological well-being, and quality of life, exerting a measurable influence on personal relationships, professional opportunities, and self-perception. Within this context, facial attractiveness constitutes a major motivating factor for individuals seeking orthodontic and orthognathic treatment. Among the various dentofacial configurations, the convex facial profile, most commonly associated with Class II Division 1 malocclusion, represents one of the most prevalent and aesthetically impactful conditions encountered in orthodontic practice. Patients with a convex profile frequently report dissatisfaction with their facial appearance, particularly related to mandibular retrusion, lip imbalance, and excessive sagittal convexity, often considering these concerns more significant than any associated functional impairments. Consequently, improvement of facial aesthetics has become a primary objective of contemporary orthodonti ...
Facial appearance plays a central role in social interaction, psychological well-being, and quality of life, exerting a measurable influence on personal relationships, professional opportunities, and self-perception. Within this context, facial attractiveness constitutes a major motivating factor for individuals seeking orthodontic and orthognathic treatment. Among the various dentofacial configurations, the convex facial profile, most commonly associated with Class II Division 1 malocclusion, represents one of the most prevalent and aesthetically impactful conditions encountered in orthodontic practice. Patients with a convex profile frequently report dissatisfaction with their facial appearance, particularly related to mandibular retrusion, lip imbalance, and excessive sagittal convexity, often considering these concerns more significant than any associated functional impairments. Consequently, improvement of facial aesthetics has become a primary objective of contemporary orthodontic and orthognathic treatment, alongside the achievement of functional occlusion. In non-growing patients with Class II Division 1 malocclusion and a convex profile, two main therapeutic strategies are typically considered: orthodontic camouflage and combined orthodontic–orthognathic surgical treatment. Orthodontic camouflage seeks to mask the underlying skeletal discrepancy through dentoalveolar compensations, while orthognathic surgery aims to correct the skeletal imbalance directly, usually through mandibular advancement, maxillary repositioning, or bimaxillary procedures. Despite clear theoretical distinctions between these approaches, the choice between them remains a persistent clinical dilemma. This is largely due to limited and conflicting empirical evidence regarding how each treatment modality affects facial attractiveness as perceived not only by clinicians, but also by patients and the general population. Importantly, the true impact of treatment extends beyond measurable skeletal or dental changes and is ultimately determined by how these changes are perceived in everyday social contexts. The overarching aim of this PhD thesis was to investigate whether, and to what extent, objective therapeutic changes in the facial soft tissues of adult patients with Class II Division 1 malocclusion and a convex profile are perceived as positive or negative aesthetic outcomes by different groups of observers. Specifically, the thesis sought to compare orthodontic camouflage and combined orthodontic–orthognathic surgical treatment in terms of perceived changes in facial attractiveness, to explore the influence of facial viewpoint (profile versus combined frontal and profile views), to assess the moderating role of baseline facial attractiveness, and to examine the relationship between profile attractiveness and overall facial attractiveness. To address these aims, a series of observational and perceptual studies were conducted using real patient data. Standardized pre- and post-treatment facial photographs were obtained from consecutively treated adult patients with Class II Division 1 malocclusion and a convex facial profile. Strict inclusion criteria were applied to ensure homogeneity with respect to skeletal pattern, dental characteristics, growth status, treatment completion, and absence of confounding aesthetic interventions. Facial photographs were carefully processed to standardize background, size, brightness, and contrast, while eliminating extraneous features that could bias aesthetic judgments. Perceived changes in facial attractiveness were evaluated using validated visual analogue scale (VAS) questionnaires. Rather than assessing isolated pre- and post-treatment images independently, raters were asked to judge paired photographs simultaneously, focusing on the perceived change in facial appearance. This approach was designed to better reflect real-life perception while controlling for secondary factors such as hair, skin tone, or lighting conditions. Multiple facial regions, including the overall face, lower face, lips, and chin, were assessed, allowing both global and regional analysis of aesthetic change. A key strength of the thesis lies in the inclusion of diverse rater groups, reflecting different perspectives relevant to treatment outcomes. These groups included orthodontists, oral and maxillofacial surgeons, patients with convex facial profiles, and laypeople from the general population. This design enabled evaluation of interrater agreement, identification of systematic differences between professional and non-professional observers, and assessment of how societal perception aligns with clinical judgment. Across the studies, interrater agreement was found to be good to excellent, indicating that perceived changes in facial attractiveness were judged consistently across different observer groups. This finding supports the robustness and validity of the perceptual assessment methodology. The results consistently demonstrated that orthodontic camouflage treatment led to only minor positive changes in facial profile appearance, which were often close to perceptual neutrality. In contrast, combined orthodontic–orthognathic surgical treatment produced substantial and clearly perceptible improvements in facial attractiveness. These improvements were evident across all assessed facial regions, with particularly pronounced effects in the lower face and chin, highlighting the central role of mandibular position in overall facial harmony. Importantly, these differences were not limited to professional observers. Patients and laypeople, arguably the most relevant judges in terms of real-world social impact, also perceived significantly greater aesthetic benefits following orthognathic surgery compared to orthodontic camouflage. Although orthodontists and surgeons tended to rate changes slightly more positively than non-specialists, the overall pattern of results was remarkably consistent across rater groups. This underscores the clinical relevance of the findings and confirms that the aesthetic benefits of surgery have a substantial impact on the perception of facial appearance. Further analyses explored the influence of facial viewpoint on aesthetic judgment. The findings demonstrated that the simultaneous presentation of frontal and profile photographs did not meaningfully affect the perceived treatment effect, reinforcing the robustness of the results obtained from the isolated presentation of profile photographs. Additionally, the thesis demonstrated that baseline facial attractiveness moderates perceived treatment outcome: patients with lower initial attractiveness tended to exhibit greater perceived improvement, particularly following surgical treatment. This highlights the importance of individualized treatment planning and realistic expectation management. The relationship between profile attractiveness and overall facial attractiveness was also examined, revealing that while the profile plays a significant role, it does not fully determine overall facial appeal. This finding challenges overly profile-centric approaches to diagnosis and outcome assessment and supports the use of comprehensive facial evaluation in both clinical practice and research. In conclusion, this PhD thesis provides strong, methodologically robust evidence that combined orthodontic–orthognathic surgical treatment offers substantially greater perceived aesthetic benefits than orthodontic camouflage in adult patients with Class II Division 1 malocclusion and a convex facial profile. These benefits are consistently recognized by clinicians, patients, and laypeople alike. The findings emphasize that treatment success should be evaluated not only through objective morphometric measures but also through perceived outcomes that reflect real-life social impact. By integrating multiple viewpoints, facial perspectives, and moderating factors, this work contributes a comprehensive framework for understanding and optimizing aesthetic outcomes in the treatment of convex facial profiles. The results have direct implications for evidence-based clinical decision-making, patient counseling, and the ethical presentation of treatment options, ultimately supporting more informed, patient-centered care.
περισσότερα