Ανάπτυξη μεθόδων υπολογιστικής γεωμετρίας για την ορθή ταξινόμηση αναμεμειγμένων ανθρώπινων σκελετικών καταλοίπων
Περίληψη
Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η διερεύνηση ένταξης υπολογιστικής γεωμετρίας σε οστεολογικές αναλύσεις και η ανάπτυξη μεθοδολογιών που βασίζονται σε αυτή για την ορθή ταξινόμηση αναμεμειγμένων ανθρώπινων σκελετικών καταλοίπων. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση των αναπτυσσόμενων μεθοδολογιών σε αρχαιολογικό και ιστορικό δείγμα, ως μελέτη δυνατότητας εφαρμογής τους σε άγνωστα σκελετικά ευρήματα. Οι αλγόριθμοι που αναπτύχθηκαν βασίστηκαν σε 3D μοντέλα μακρών οστών, χρησιμοποιώντας γεωμετρικές ιδιότητες εγκάρσιων τομών της διάφυσης. Τα διαφορετικά ερευνητικά ερωτήματα που εξετάστηκαν αφορούσαν στην εκτίμηση βιολογικού φύλου από οστά ωλένÎ
Ανάπτυξη μεθόδων υπολογιστικής γεωμετρίας για την ορθή ταξινόμηση αναμεμειγμένων ανθρώπινων σκελετικών καταλοίπων
Περίληψη
Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η διερεύνηση ένταξης υπολογιστικής γεωμετρίας σε οστεολογικές αναλύσεις και η ανάπτυξη μεθοδολογιών που βασίζονται σε αυτή για την ορθή ταξινόμηση αναμεμειγμένων ανθρώπινων σκελετικών καταλοίπων. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση των αναπτυσσόμενων μεθοδολογιών σε αρχαιολογικό και ιστορικό δείγμα, ως μελέτη δυνατότητας εφαρμογής τους σε άγνωστα σκελετικά ευρήματα. Οι αλγόριθμοι που αναπτύχθηκαν βασίστηκαν σε 3D μοντέλα μακρών οστών, χρησιμοποιώντας γεωμετρικές ιδιότητες εγκάρσιων τομών της διάφυσης. Τα διαφορετικά ερευνητικά ερωτήματα που εξετάστηκαν αφορούσαν στην εκτίμηση βιολογικού φύλου από οστά ωλένÎρών οστών εξέτασε σενάρια συσχέτισης μη-παρακείμενων σκελετικών στοιχείων, με καλύτερα ή αντίστοιχα αποτελέσματα με παρόμοιες μελέτες, όντας, ωστόσο, πλήρως αυτοματοποιημένη. Παρά τις υψηλότερες τιμές ακρίβειας ορθής ταξινόμησης που επιτεύχθηκαν σε αυτήν την περίπτωση, η μέθοδος προτείνεται, επίσης, ως αρχικό βήμα διαλογής. Η αξιολόγηση μεθόδων στο αρχαιολογικό και ιστορικό δείγμα έδωσε ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Οι τιμές ακρίβειας ορθής εκτίμησης βιολογικού φύλου και ταξινόμησης αμφίπλευρων μακρών οστών υπέδειξαν πως αλγόριθμοι με βάση τις γεωμετρικές ιδιότητες εγκάρσιων τομών διάφυσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν με σχετική ασφάλεια σε δείγματα διαφορετικών πληθυσμών. Ωστόσο, τα αποτελέσματα ταξινόμησης θραυσμάτων και διαφορετικών σκελετικών στοιχείων δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα, με χαρακτηριστικά όπως το μέγεθος δείγματος ή το εύρος διαλογής να τα επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό. Παρά τις κατά κανόνα υψηλές τιμές του ρυθμού ορθού αποκλεισμού μη πραγματικών ζευγών, το ποσοστό ψευδών αποκλεισμών περιορίζει την αποκλειστική χρήση των προτεινόμενων αλγορίθμων. Αντίθετα, προτείνεται ο συνδυασμός μεθόδων ταξινόμησης σε άγνωστα δείγματα. Τέλος, δεν παρατηρήθηκαν διαπλυθησμιακές τάσεις ως προς την απόδοση των μεθόδων, ωστόσο απαιτείται μεγαλύτερο μέγεθος δείγματος για την πιο ασφαλή διεξαγωγή συμπερασμάτων. Ο κώδικας και οι αλγόριθμοι που αναπτύχθηκαν, ενσωματωμένοι σε γραφικά περιβάλλοντα χρήστη ως εργαλεία (tools), είναι ελεύθερα διαθέσιμοι σε αντίστοιχα αποθετήρια GitHub, με στόχο τη χρήση τους και περαιτέρω βελτιστοποίηση τους.
περισσότερα
ρίθμων σε δείγματα από διαφορετικούς πληθυσμούς (γεωγραφικά, χρονολογικά). Η διατριβή δομείται σε έξι κεφάλαια: το Κεφάλαιο 1 περιλαμβάνει μία ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας αναφορικά με τη σημασία των οστεολογικών αναλύσεων και τις υπάρχουσες μεθοδολογίες, το Κεφάλαιο 2 αναφέρει αναλυτικά τους σκοπούς της παρούσας διατριβής και το βιβλιογραφικό κενό που στοχεύει να καλύψει, και το Κεφάλαιο 3 παρουσιάζει το σκελετικό υλικό και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη και αξιολόγηση των αλγορίθμων. Τα αποτελέσματα παρατίθενται στο Κεφάλαιο 4, ενώ ακολουθεί συζήτηση και ερμηνεία τους υπό το πρίσμα της υπάρχουσας βιβλιογραφίας (Κεφάλαιο 5) και τα τελικά συμπεράσματα της διατριβής (Κεφάλαιο 6). Η ανάπτυξη των μεθόδων βασίστηκε σε σύγχρονο σκελετικό υλικό από τη Συλλογή Αθηνών, χρησιμοποιώντας οστά ενήλικων ατόμων που δεν παρουσίαζαν σημάδια παθολογίας, από ατομικούς τάφους. Κατά τη διερεύνηση έκφρασης φυλετικού διμορφισμού το δείγμα αποτελούνταν από 215 άτομα (120 αρσενικά, 95 θηλυκά) γνωστού βιολογικού φύλου και ηλικίας θανάτου, ενώ κατά τη διερεύνηση μεθοδολογιών ταξινόμησης χρησιμοποιήθηκαν 396 μηριαία, 422 κνήμες, 415 βραχιόνια, και 406 ωλένες. Όσον αφορά το αρχαιολογικό και ιστορικό δείγμα, αποτελούνταν από δύο υποσύνολα, ένα αρχαίο ελληνικό, που χρονολογείται από την Πρώιμη Νεολιθική έως την Παλαιοχριστιανική περίοδο, και ένα ιστορικό βρετανικής καταγωγής, από την Πρώιμη Χριστιανική περίοδο έως τον 19ο αιώνα. Συνολικά, χρησιμοποιήθηκαν 95 άτομα (46 αρσενικά, 29 θηλυκά, 10 αγνώστου βιολογικού φύλου) με 314 σκελετικά στοιχεία (104 μηριαία, 129 κνήμες, και 81 βραχιόνια). Στις περιπτώσεις που το μέγεθος δείγματος το επέτρεπε, η αξιολόγηση των σύγχρονα εκπαιδευμένων αλγορίθμων πραγματοποιήθηκε ξεχωριστά για τους δύο πληθυσμούς. Χρησιμοποιήθηκαν αλγόριθμοι Μηχανικής Μάθησης για την μοντελοποίηση των ερευνητικών ερωτημάτων, μεταξύ των οποίων μοντέλα Μηχανές Διανυσμάτων Υποστήριξης. Η απόδοση των αλγορίθμων κατά την ανάπτυξη και αξιολόγησή τους ποσοτικοποιήθηκε μέσω υπολογισμού μετρικών αξιολόγησης (ακρίβεια ταξινόμησης, ρυθμός ορθού αποκλεισμού, ποσοστό λανθασμένων αποκλεισμών πραγματικών ζευγών). Τα αποτελέσματα ήταν κατά πλειοψηφία ενθαρρυντικά, παρέχοντας βελτιώσεις στις ήδη υπάρχουσες μεθόδους. Η υψηλότερη ακρίβεια εκτίμησης βιολογικού φύλου είχε τιμή 98.15%, χρησιμοποιώντας μεταβλητές με στατιστικά σημαντική έκφραση φυλετικού διμορφισμού και παράλληλα ίδια τάση αμφίπλευρης ασυμμετρίας, ξεπερνώντας τα ποσοστά μοντέλων που βασίζονται σε κλασικές γραμμικές μετρήσεις. Η ανάπτυξη μεθοδολογίας ορθής ταξινόμησης θραυσμάτων διάφυσης μακρών οστών συνέβαλε στη διερεύνηση τρόπων συσχέτισης σκελετικών τμημάτων, δίνοντας ικανοποιητικά αποτελέσματα ως προς τη διαλογή μεταξύ πιθανών και μη-πιθανών ζευγών, με χαμηλή, ωστόσο, ακρίβεια ορθής ταξινόμησης. Αντίστοιχα, η μέθοδος ορθής ταξινόμησης διαφορετικών μακρών οστών εξέτασε σενάρια συσχέτισης μη-παρακείμενων σκελετικών στοιχείων, με καλύτερα ή αντίστοιχα αποτελέσματα με παρόμοιες μελέτες, όντας, ωστόσο, πλήρως αυτοματοποιημένη. Παρά τις υψηλότερες τιμές ακρίβειας ορθής ταξινόμησης που επιτεύχθηκαν σε αυτήν την περίπτωση, η μέθοδος προτείνεται, επίσης, ως αρχικό βήμα διαλογής. Η αξιολόγηση μεθόδων στο αρχαιολογικό και ιστορικό δείγμα έδωσε ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Οι τιμές ακρίβειας ορθής εκτίμησης βιολογικού φύλου και ταξινόμησης αμφίπλευρων μακρών οστών υπέδειξαν πως αλγόριθμοι με βάση τις γεωμετρικές ιδιότητες εγκάρσιων τομών διάφυσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν με σχετική ασφάλεια σε δείγματα διαφορετικών πληθυσμών. Ωστόσο, τα αποτελέσματα ταξινόμησης θραυσμάτων και διαφορετικών σκελετικών στοιχείων δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα, με χαρακτηριστικά όπως το μέγεθος δείγματος ή το εύρος διαλογής να τα επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό. Παρά τις κατά κανόνα υψηλές τιμές του ρυθμού ορθού αποκλεισμού μη πραγματικών ζευγών, το ποσοστό ψευδών αποκλεισμών περιορίζει την αποκλειστική χρήση των προτεινόμενων αλγορίθμων. Αντίθετα, προτείνεται ο συνδυασμός μεθόδων ταξινόμησης σε άγνωστα δείγματα. Τέλος, δεν παρατηρήθηκαν διαπλυθησμιακές τάσεις ως προς την απόδοση των μεθόδων, ωστόσο απαιτείται μεγαλύτερο μέγεθος δείγματος για την πιο ασφαλή διεξαγωγή συμπερασμάτων. Ο κώδικας και οι αλγόριθμοι που αναπτύχθηκαν, ενσωματωμένοι σε γραφικά περιβάλλοντα χρήστη ως εργαλεία (tools), είναι ελεύθερα διαθέσιμοι σε αντίστοιχα αποθετήρια GitHub, με στόχο τη χρήση τους και περαιτέρω βελτιστοποίηση τους.Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The aim of this thesis was to explore the integration of computational geometry in osteological analysis and develop methodologies based on this approach for sorting commingled human skeletal remains. Additionally, subsequent analyses aimed to evaluate the developed methodologies on an archaeological and historical sample, serving as a reference study for their application to unknown skeletal remains of different populations and time periods. The developed algorithms were based on 3D models of long bones and utilized their diaphyseal cross-sectional geometric properties. The different research questions of this work concerned the estimation of biological sex from ulnae, the sorting of diaphyseal fragments and different long bones, as well as the application of the developed algorithms on a skeletal sample from a different chronological and geographical context. The dissertation is structured into six chapters: Chapter 1 provides a review of the existing literature regarding the signifi ...

