Περίληψη
Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) αποτελεί μία από τις συχνότερα διαγνωσμένες νευροαναπτυξιακές διαταραχές σε παιδιά σχολικής ηλικίας παγκοσμίως και συνδέεται με επίμονα πρότυπα απροσεξίας και ή υπερκινητικότητας παρορμητικότητας που παρεμβαίνουν στη σχολική λειτουργικότητα και την κοινωνική ένταξη. Στο εκπαιδευτικό πλαίσιο, οι μαθητές με ΔΕΠ-Υ αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ακαδημαϊκής υποεπίδοσης, επανάληψης τάξης, σχολικής διαρροής και μειωμένης συμμετοχής στη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι δυσκολίες αυτές συχνά επιτείνονται από συννοσηρές καταστάσεις και επιβαρύνουν σημαντικά το έργο των εκπαιδευτικών σε συμπεριληπτικά σχολικά περιβάλλοντα. Παρότι η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να συμβάλει στη μείωση των βασικών συμπτωμάτων, η αποτελεσματική εκπαιδευτική υποστήριξη προϋποθέτει τη συστηματική εφαρμογή στρατηγικών εντός της τάξης που ανταποκρίνονται σε ακαδημαϊκές, συμπεριφορικές και οργανωτικές ανάγκες. Κατά συνέπεια, οι εκπαιδευτικοί διαδραματίζουν κα ...
Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) αποτελεί μία από τις συχνότερα διαγνωσμένες νευροαναπτυξιακές διαταραχές σε παιδιά σχολικής ηλικίας παγκοσμίως και συνδέεται με επίμονα πρότυπα απροσεξίας και ή υπερκινητικότητας παρορμητικότητας που παρεμβαίνουν στη σχολική λειτουργικότητα και την κοινωνική ένταξη. Στο εκπαιδευτικό πλαίσιο, οι μαθητές με ΔΕΠ-Υ αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ακαδημαϊκής υποεπίδοσης, επανάληψης τάξης, σχολικής διαρροής και μειωμένης συμμετοχής στη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι δυσκολίες αυτές συχνά επιτείνονται από συννοσηρές καταστάσεις και επιβαρύνουν σημαντικά το έργο των εκπαιδευτικών σε συμπεριληπτικά σχολικά περιβάλλοντα. Παρότι η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να συμβάλει στη μείωση των βασικών συμπτωμάτων, η αποτελεσματική εκπαιδευτική υποστήριξη προϋποθέτει τη συστηματική εφαρμογή στρατηγικών εντός της τάξης που ανταποκρίνονται σε ακαδημαϊκές, συμπεριφορικές και οργανωτικές ανάγκες. Κατά συνέπεια, οι εκπαιδευτικοί διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής εμπειρίας των μαθητών με ΔΕΠ-Υ μέσω των καθημερινών διδακτικών και διαχειριστικών τους αποφάσεων. Η υπάρχουσα βιβλιογραφία έχει εντοπίσει ένα ευρύ φάσμα στρατηγικών υποστήριξης για μαθητές με ΔΕΠ-Υ, όπως διδακτικές προσαρμογές, συμπεριφορικές τεχνικές, περιβαλλοντικές τροποποιήσεις και παρεμβάσεις σχετικές με τη διαχείριση του χρόνου. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των σχετικών ερευνών εξετάζει τις στρατηγικές αυτές αποσπασματικά ή εστιάζει στις στάσεις και τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών μέσω αυτοαναφορικών εργαλείων. Αν και οι προσεγγίσεις αυτές προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες, ενδέχεται να επηρεάζονται από κοινωνικά επιθυμητές απαντήσεις και μεροληπτικές απαντήσεις, ενώ συχνά δεν αποτυπώνουν τους συμβιβασμούς που καλούνται να κάνουν οι εκπαιδευτικοί υπό πραγματικούς περιορισμούς της σχολικής τάξης. Επιπλέον, η εκπαιδευτική πράξη δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε στρατηγικές που τεκμηριώνονται επιστημονικά στη σχετική βιβλιογραφία. Οι εκπαιδευτικοί συχνά αξιοποιούν ένα ευρύτερο ρεπερτόριο πρακτικών, διαμορφωμένων από την επαγγελματική εμπειρία, το σχολικό πλαίσιο και τις αντιλήψεις τους για το τι λειτουργεί αποτελεσματικά στην πράξη. Ως εκ τούτου, παραμένει περιορισμένη η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί ιεραρχούν και επιλέγουν ανάμεσα σε πολλαπλές κατηγορίες στρατηγικών υποστήριξης. Η παρούσα διατριβή επιχειρεί να καλύψει αυτό το ερευνητικό κενό διερευνώντας τις προτιμήσεις των εκπαιδευτικών ως προς ένα ευρύ και πολυδιάστατο σύνολο στρατηγικών υποστήριξης μαθητών με ΔΕΠ-Υ, αξιοποιώντας τα Μοντέλα Διακριτής Επιλογής (DCM). Βασισμένη σε ένα πλαίσιο που λαμβάνει υπόψη την εκπαιδευτική πρακτική, η μελέτη εξετάζει τις προτιμήσεις των εκπαιδευτικών σε πολλαπλές και αλληλένδετες κατηγορίες στρατηγικών, όπως η εμπλοκή και εκπαίδευση των γονέων, η διδακτική διαχείριση, η παροχή οδηγιών, η διαχείριση του χρόνου, οι περιβαλλοντικές προσαρμογές, η διαχείριση κανόνων και συμπεριφοράς, η οργάνωση του χώρου, η συνεργασία μεταξύ μαθητών, οι προσαρμογές υλικού και αξιολόγησης, οι στρατηγικές λεκτικής απόκρισης, οι στρατηγικές απόκρισης μέσω υλικού και οι συμπεριφορικές τεχνικές. Οι κατηγορίες αυτές αποτυπώνουν βασικές διαστάσεις της εκπαιδευτικής πρακτικής και περιλαμβάνουν τόσο στρατηγικές που προκύπτουν από τη βιβλιογραφία όσο και πρακτικές που εφαρμόζονται και αξιολογούνται ως αποτελεσματικές από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Η χρήση των DCM επιτρέπει τη διερεύνηση των συμβιβασμών που πραγματοποιούν οι εκπαιδευτικοί όταν αξιολογούν εναλλακτικές επιλογές υποστήριξης, υπερβαίνοντας τους περιορισμούς των παραδοσιακών αυτοαναφορικών μεθόδων. Τα μοντέλα αυτά βασίζονται στην παραδοχή ότι τα άτομα επιλέγουν την εναλλακτική που μεγιστοποιεί τη χρησιμότητά τους, καθιστώντας δυνατή την εκτίμηση της σχετικής σημασίας επιμέρους χαρακτηριστικών και επιπέδων στρατηγικών. Με τον τρόπο αυτό, παρέχεται μια πιο λεπτομερής και ρεαλιστική αποτύπωση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων των εκπαιδευτικών.Η μελέτη εστιάζει σε εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, γενικής και ειδικής αγωγής. Πέρα από τη συνολική ανάλυση των προτιμήσεων, διερευνάται ο ρόλος ατομικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων, όπως το φύλο, η διδακτική εμπειρία, το αντιλαμβανόμενο στρες, η επαγγελματική εξουθένωση, η διδακτική αυτοαποτελεσματικότητα και το επίπεδο γνώσεων σχετικά με την ADHD. Η αξιοπιστία και εγκυρότητα των ψυχομετρικών εργαλείων εξετάστηκε με κατάλληλες στατιστικές μεθόδους για κατηγορικά δεδομένα, ενώ εφαρμόστηκαν τεχνικές ομαδοποίησης για τον εντοπισμό διακριτών ομάδων εκπαιδευτικών. Τα αποτελέσματα DCM δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί δεν ιεραρχούν τις στρατηγικές υποστήριξης με ομοιόμορφο τρόπο. Αντιθέτως, οι προτιμήσεις διαφοροποιούνται μεταξύ των κατηγοριών στρατηγικών και συνδέονται συστηματικά με δημογραφικά και επαγγελματικά χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών, όπως το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο, η πιστοποίηση στην ειδική αγωγή και η εμπειρία με μαθητές με ΔΕΠΥ, καθώς και με ψυχολογικούς και στάσεις-σχετιζόμενους παράγοντες, όπως το αντιλαμβανόμενο άγχος, η επαγγελματική εξουθένωση, η γνώση για τη ΔΕΠΥ και η αυτοαποτελεσματικότητα. Ορισμένες κατηγορίες στρατηγικών προτιμώνται συστηματικά, ενώ άλλες επιλέγονται λιγότερο συχνά, γεγονός που αντανακλά τα σύνθετα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί στην εξισορρόπηση διδακτικών απαιτήσεων, διαχείρισης τάξης, χρονικών περιορισμών και αναγκών των μαθητών. Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ επιμέρους ομάδων εκπαιδευτικών υποδηλώνουν ότι η λήψη αποφάσεων σχετικά με την υποστήριξη μαθητών με ΔΕΠΥ δεν είναι ομοιογενής, αλλά επηρεάζεται από διαφοροποιήσεις στην κατάρτιση, την εμπειρία και το επίπεδο αντιλαμβανόμενης επάρκειας. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι τα ευρήματα αναδεικνύουν πως οι προτιμήσεις των εκπαιδευτικών δεν περιορίζονται σε στενά ορισμένες διδακτικές ή συμπεριφορικές στρατηγικές, αλλά εκτείνονται σε ένα ευρύ φάσμα πρακτικών τάξης που αφορούν οργανωτικές, περιβαλλοντικές και διαδραστικές διαστάσεις της μάθησης. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη υιοθέτησης μιας ολιστικής προσέγγισης κατά τη μελέτη της εκπαιδευτικής υποστήριξης μαθητών με ΔΕΠΥ και αμφισβητεί προσεγγίσεις που επικεντρώνονται αποκλειστικά σε μεμονωμένες κατηγορίες παρεμβάσεων. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν επίσης την αξία των DCM ως μεθοδολογικού εργαλείου για την αποτύπωση της πολυπλοκότητας της εκπαιδευτικής λήψης αποφάσεων και για τον εντοπισμό των χαρακτηριστικών των στρατηγικών υποστήριξης που οι εκπαιδευτικοί αξιολογούν ως σημαντικότερα σε ρεαλιστικά σενάρια τάξης. Η μελέτη συμβάλλει στη βιβλιογραφία για τη συμπεριληπτική εκπαίδευση και τη ΔΕΠΥ με πολλαπλούς τρόπους. Σε μεθοδολογικό επίπεδο, τεκμηριώνει τη δυνατότητα και τη χρησιμότητα των DCM στην εκπαιδευτική έρευνα ως μέσο διερεύνησης των αποκαλυπτόμενων προτιμήσεων και των σταθμίσεων που πραγματοποιούν οι εκπαιδευτικοί κατά τη λήψη αποφάσεων. Σε εννοιολογικό επίπεδο, διευρύνει την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί ιεραρχούν ένα ευρύ σύνολο στρατηγικών υποστήριξης που αντανακλούν τόσο θεωρητικές κατευθύνσεις όσο και την πρακτική εμπειρία της τάξης. Σε πρακτικό επίπεδο, τα ευρήματα παρέχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις που μπορούν να αξιοποιηθούν στον γενικό σχεδιασμό της εκπαίδευσης, της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών και τον σχεδιασμό των εκπαιδευτικών πολιτικών, αναδεικνύοντας σημεία σύγκλισης και απόκλισης μεταξύ προτεινόμενων πρακτικών και προτιμήσεων των εκπαιδευτικών. Συνολικά, η παρούσα διατριβή προσφέρει μια σύνθετη και πολυεπίπεδη ανάλυση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων των εκπαιδευτικών σε σχέση με την εκπαιδευτική υποστήριξη μαθητών με ΔΕΠΥ. Εστιάζοντας στις αποκαλυπτόμενες προτιμήσεις σε πολλαπλές κατηγορίες στρατηγικών, η μελέτη παρέχει μια πιο ρεαλιστική και εδραιωμένη στην εκπαιδευτική πράξη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η συμπεριληπτική υποστήριξη εννοιολογείται και εφαρμόζεται στη γενική τάξη, με προεκτάσεις για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων των μαθητών με ΔΕΠΥ στο πλαίσιο του γενικού σχολείου.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Attention Deficit/Hyperactivity Disorder (ADHD) is one of the most frequently identified neurodevelopmental conditions among school aged children worldwide and is associated with persistent patterns of inattention and or hyperactivity impulsivity that interfere with academic functioning and social integration. Within educational contexts, students with ADHD experience elevated risks of academic underachievement, grade retention, school dropout, and reduced participation in post secondary education. These challenges are often compounded by comorbid conditions and place significant demands on teachers working in inclusive classroom settings. Although pharmacological treatment can reduce core symptoms, effective educational support requires the systematic application of classroom based strategies that address academic, behavioral, and organizational needs. As a result, teachers play a critical role in shaping the educational experiences of students with ADHD through their daily instructio ...
Attention Deficit/Hyperactivity Disorder (ADHD) is one of the most frequently identified neurodevelopmental conditions among school aged children worldwide and is associated with persistent patterns of inattention and or hyperactivity impulsivity that interfere with academic functioning and social integration. Within educational contexts, students with ADHD experience elevated risks of academic underachievement, grade retention, school dropout, and reduced participation in post secondary education. These challenges are often compounded by comorbid conditions and place significant demands on teachers working in inclusive classroom settings. Although pharmacological treatment can reduce core symptoms, effective educational support requires the systematic application of classroom based strategies that address academic, behavioral, and organizational needs. As a result, teachers play a critical role in shaping the educational experiences of students with ADHD through their daily instructional and management decisions. Existing research has identified a wide range of classroom support strategies for students with ADHD, including instructional adaptations, behavioral techniques, environmental modifications, and time related accommodations. However, much of the literature has examined these strategies in isolation or has focused on teachers’ attitudes and beliefs using self report measures. While informative, such approaches may be vulnerable to social desirability and response biases and may fail to capture how teachers make trade-offs between alternative support strategies under real classroom constraints. Moreover, classroom practice is not limited to formally defined evidence based strategies. Teachers frequently draw on a broader repertoire of techniques shaped by professional experience, contextual demands, and perceptions of what works effectively in practice. Consequently, there remains a limited understanding of how teachers prioritize and select among multiple categories of support strategies when making instructional and management decisions for students with ADHD. The present study addresses this gap by investigating teachers’ preferences for a broad and multidimensional set of classroom support strategies for students with ADHD using Discrete Choice Models (DCM). Drawing on a practice informed framework, the study examines teachers’ revealed preferences across several interrelated categories of support, including parent involvement and training, teaching management, provision of instructions, time management, environmental adaptations, rules and behavior management, environmental arrangement, student collaboration, material and assessment adaptations, verbal response strategies, material response strategies, and behavioral techniques. These categories reflect core dimensions of classroom practice and encompass both literature informed and practice driven approaches that teachers encounter and apply in inclusive educational settings. By employing a DCM approach, the study moves beyond traditional self report methodologies and captures the trade-offs teachers make when evaluating alternative support options. DCMs are grounded in the assumption that individuals choose the option that provides the greatest perceived utility, allowing for the estimation of the relative importance of specific strategy attributes and levels. This methodological approach enables a more nuanced understanding of teachers’ decision making processes by revealing how preferences are formed across multiple dimensions simultaneously, rather than assessing strategies in isolation. The study focuses on teachers working in primary education, including both general and special education contexts. In addition to examining overall preference patterns, the analysis explores how teacher characteristics and psychosocial factors influence preferences for classroom support strategies. These include variables such as gender, teaching experience, perceived stress, professional burnout, teaching self efficacy, and knowledge related to ADHD. Reliability and validity of the psychometric instruments used to assess these constructs were evaluated using appropriate statistical techniques for categorical data. Clustering approaches were employed to identify distinct groups of teachers based on key characteristics, enabling comparisons of preference patterns across subgroups.Findings from the DCM analyses indicate that teachers do not prioritize support strategies uniformly. Instead, preferences vary across strategy categories and are systematically associated with teachers’ demographic and professional characteristics, including gender, educational background, certification status, and experience with students with ADHD, as well as with psychological and attitudinal factors such as perceived stress, burnout, ADHD knowledge, and self-efficacy. Certain categories of strategies are consistently favored, while others are less likely to be selected, reflecting the complex trade-offs teachers face in balancing instructional demands, classroom management, time constraints, and student needs. Differences in preferences across teacher segments further demonstrate that decision making related to ADHD support is shaped by variations in training, experience, and perceived competence rather than reflecting a homogeneous pattern of practice. Importantly, the findings highlight that teachers’ preferences extend beyond narrowly defined instructional or behavioral strategies and encompass a wide range of classroom practices that address organizational, environmental, and interactional dimensions of learning. This underscores the importance of adopting a comprehensive perspective when examining educational support for students with ADHD and challenges approaches that focus exclusively on single categories of intervention. The results also illustrate the value of DCMs as a methodological tool for capturing the complexity of educational decision making and for identifying which aspects of support strategies teachers’ value most when confronted with realistic classroom scenarios.The study contributes to the literature on inclusive education and ADHD in several ways. Methodologically, it demonstrates the applicability and utility of DCMs in educational research as a means of examining revealed preferences and trade-offs in teacher decision making. Conceptually, it advances understanding of how teachers prioritize a broad set of support strategies that reflect both theoretical guidance and practical classroom experience. Practically, the findings offer insights that can inform teacher training, professional development, and policy design by highlighting areas of alignment and divergence between recommended practices and teachers’ preferences. Overall, this thesis provides a nuanced examination of teachers’ decision making processes in relation to the educational support of students with ADHD. By focusing on revealed preferences across multiple strategy categories, the study offers a more realistic and practice grounded understanding of how inclusive classroom support is conceptualized and implemented, with implications for improving educational outcomes for students with ADHD within mainstream school settings.
περισσότερα