Περίληψη
Στο Tractatus επικρατεί μία περίεργη σιωπή γύρω από την ιστορία. Για παράδειγμα, δεν θα δούμε τον συγγραφέα του να κάνει διάλογο με την ιστορία της φιλοσοφίας, ούτε να μεταχειρίζεται τους άλλους φιλοσόφους ως ιστορικές φυσιογνωμίες. Πραγματικά, η λέξη «ιστορία» δεν εμφανίζεται καν στο κείμενο. Ταυτόχρονα, όμως, και κατόπιν πιο προσεκτικής ματιάς, παρατηρούμε και μία έντονη αντίσταση στην ιδέα ενός ενυπόστατου ή συνθετικού a priori, ή, περίπου ισοδυνάμως, μία αντίσταση στην ιδέα περί ύπαρξης αναγκαίων γεγονότων, ή, αντιστρόφως, μία συναίνεση στην ιδέα ότι όλα τα γεγονότα είναι ενδεχομενικά. Και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: τι status έχει, τελικά, η έννοια της αναγκαιότητας στο Tractatus; Διότι εάν κάτι φαίνεται να ενδιαφέρει τον συγγραφέα του έργου, αυτό δεν είναι να αποτυπώσει τα ενδεχομενικά χαρακτηριστικά της γλώσσας και του κόσμου, αλλά τα αναγκαία χαρακτηριστικά τους, την κοινή «λογική μορφή» τους. Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η διερεύνηση αυτού του ιδιόμορφου συνδυ ...
Στο Tractatus επικρατεί μία περίεργη σιωπή γύρω από την ιστορία. Για παράδειγμα, δεν θα δούμε τον συγγραφέα του να κάνει διάλογο με την ιστορία της φιλοσοφίας, ούτε να μεταχειρίζεται τους άλλους φιλοσόφους ως ιστορικές φυσιογνωμίες. Πραγματικά, η λέξη «ιστορία» δεν εμφανίζεται καν στο κείμενο. Ταυτόχρονα, όμως, και κατόπιν πιο προσεκτικής ματιάς, παρατηρούμε και μία έντονη αντίσταση στην ιδέα ενός ενυπόστατου ή συνθετικού a priori, ή, περίπου ισοδυνάμως, μία αντίσταση στην ιδέα περί ύπαρξης αναγκαίων γεγονότων, ή, αντιστρόφως, μία συναίνεση στην ιδέα ότι όλα τα γεγονότα είναι ενδεχομενικά. Και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: τι status έχει, τελικά, η έννοια της αναγκαιότητας στο Tractatus; Διότι εάν κάτι φαίνεται να ενδιαφέρει τον συγγραφέα του έργου, αυτό δεν είναι να αποτυπώσει τα ενδεχομενικά χαρακτηριστικά της γλώσσας και του κόσμου, αλλά τα αναγκαία χαρακτηριστικά τους, την κοινή «λογική μορφή» τους. Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η διερεύνηση αυτού του ιδιόμορφου συνδυασμού στάσεων του συγγραφέα του Tractatus. Ήτοι της έντονης αντίστασής του τόσο στον ιστορικό τρόπο του σκέπτεσθαι όσο και στην ιδέα ενός ενυπόστατου a priori. Η έρευνά μου συνδυάζει στοιχεία ιστορικής και εξηγητικής μελέτης. Επιχειρώ δηλ. όχι μόνο να παρουσιάσω αυτές τις δύο στάσεις, αλλά και να διασαφηνίσω και τις ιστορικές ρίζες τους. Εκτιμώ ότι μία τέτοια μέθοδος είναι χρήσιμη, για να μην πω απαραίτητη, για την ερμηνεία ενός τόσο δυσνόητου αλλά και ποικιλοτρόπως ερμηνευμένου έργου όπως το Tractatus. Ειδικότερα, στο πρώτο κεφάλαιο επιχειρώ να διερευνήσω τη φιλοσοφική ζωή του αυστριακού φιλοσόφου πριν ξεκινήσει «επισήμως» τη φιλοσοφική του σταδιοδρομία, ήτοι πριν πάει στο Cambridge το 1911 για να σπουδάσει φιλοσοφία δίπλα στον Russell. Χάρη στο σπουδαίο έργο των βιογράφων του, γνωρίζουμε σήμερα πολύ περισσότερα πράγματα για την πρώιμη φιλοσοφική του ζωή από όσα γνωρίζαμε πριν από τριάντα χρόνια, και μάλλον περισσότερα και από όσα γνώριζαν και εκείνοι που είχαν συναστραφεί μαζί του. Εντούτοις, προσπαθώ να δώσω έμφαση στα αντι-ιστορικά αισθήματα των στοχαστών από τους οποίους επηρεάστηκε, και εν προκειμένω σε εκείνα των Schopenhauer και Weininger, αν και επισημαίνω ότι μεταξύ των πρώιμων επιρροών του ήταν και ένας τουλάχιστον, o Boltzmann, ο οποίος προωθούσε μία έννοια ιστορικού a priori. Στο δεύτερο κεφάλαιο επιχειρώ να διερευνήσω την πορεία της σκέψης του αυστριακού φιλοσόφου από τη στιγμή που έφτασε στο Cambridge μέχρι την ολοκλήρωση του Tractatus το 1918. Βασικός στόχος είναι να δείξω ότι από την αρχή της παρουσίας του στο Cambridge, και μέχρι το χρόνο που μας επιτρέπουν να δούμε τα διασωθέντα προτρακταριανά χειρόγραφα, σταθερά και αταλάντευτα εμφορούνταν από την ιδέα ότι η λογική, και η φιλοσοφία ως λογική, δεν είναι επιστήμη, ήτοι ένα γνωστικό ή γεγονοτικό εγχείρημα, όπως πίστευαν οι Frege και Russell. Στο τρίτο κεφάλαιο θέτω το εξής ερώτημα: δεδομένης της συνολικής σκέψης του συγγραφέα του Tractatus, τι ρόλο αποδίδει, ή θα όφειλε να αποδώσει, σε ιστορικά ερωτήματα, εξηγήσεις και συλλογισμούς στη φιλοσοφία; Η απάντηση που δίνω είναι ότι μολονότι μερικές φορές χρησιμοποιεί ιστορικές ιδέες με σκοπό τη φιλοσοφική διασάφηση, η εντελώς ανιστορική πραγμάτευση αυτών των ιδεών, σε συνδυασμό με την απόλυτη απόσπαση του «φιλοσοφικού εαυτού» από τον ιστορικό κόσμο, υποστηρίζει έναν ευρέως φάσματος αντι-ιστορικισμό σύμφωνα με τον οποίο η ιστορική «αυτο-συναίσθηση» είναι δυσλειτουργική για τη φιλοσοφία. Στο τέταρτο κεφάλαιο επιχειρώ να απαντήσω στο ερώτημα τι είδους πράγμα είναι η λογική μορφή του κόσμου. Υποτίθεται ότι η λογική μορφή του κόσμου καθορίζει a priori το πως δύνανται να έχουν τα πράγματα στον κόσμο, και στο βαθμό που το νόημα μίας πρότασης είναι μία δυνατή κατάσταση πραγμάτων, και το εύρος αυτού που δύναται να ειπωθεί. Αλλά τι είδους πράγμα μπορεί να είναι αυτό; Η απάντηση που δίνω είναι ότι δεν είναι κάποιου είδους πράγμα, και, επομένως, δεν είναι κάτι σε σχέση με το οποίο υπάρχουν γεγονότα. Αν μοιάζει με κάτι, αυτό είναι με ένα χαρακτηριστικό του κόσμου, ένα μοτίβο που πραγματώνουν τα γεγονότα του κόσμου, και όχι κάτι με το οποίο εναρμονίζονται, και πολλώ δε μάλλον κάτι με το οποίο θα μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση. Μία τέτοια απάντηση είναι βεβαίως συμβατή με την ιδέα ότι είναι ένα χαρακτηριστικό του κόσμου καθεαυτού. Εντούτοις, υποστηρίζω πως στο έργο η έννοια της δυνατότητας έχει κάποιου είδους εξάρτηση από τη συμβολική αναπαράσταση. Για να το θέσουμε με όρους «ιχνηλατικής/ανιχνευτικής γνωσιολογίας», καίτοι μία σκέψη ή πρόταση επιχειρεί να ανιχνεύσει ένα γεγονός, το πως έχουν δηλ. τα πράγματα στον κόσμο, σε καμία περίπτωση δεν επιχειρεί να ανιχνεύσει το νόημά της, ήτοι το πως δύνανται να έχουν τα πράγματα. Επομένως, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι όταν ο συγγραφέας λέει ότι μία πρόταση δείχνει το νόημά της, το ρήμα «δείχνω» είναι ένα ρήμα που υποδηλώνει αναφορά ή κατευθυντικότητα. Το νόημα μιας πρότασης είναι κάτι το οποίο είναι εμμενές σε αυτήν, και όχι κάτι με το οποίο συσχετίζεται η πρόταση. Κατ’ επέκταση, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η περίφημη απεικονιστική θεωρία του νοήματος σύμφωνα με την οποία κάθε προικισμένη με νόημα πρόταση αναπαριστά μία δυνατή ή ενδεχομενική κατάσταση πραγμάτων βασίζεται σε κάποιου είδους τροπικό ρεαλισμό. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με το ερώτημα σχετικά με το κατά πόσο η απεικονιστική θεωρία του νοήματος προορίζεται να ενθαρρύνει μία επιστημονική ή θετικιστική στάση απέναντι στον κόσμο. Η απάντηση που δίνω είναι ότι το Tractatus δεν θέλει να περιορίσει τον ρόλο του υποκειμένου σε εκείνον της παραγωγής ορθών ή εσφαλμένων αναπαραστάσεων του κόσμου. Το ακριβώς αντίθετο. Σκοπός του, και σκοπός της πλήρης απόσπασης του φιλοσοφικού εαυτού από τον ιστορικό κόσμο, είναι να μας δείξει ότι είναι διαθέσιμη για εμάς και μία άλλη στάση απέναντι στον κόσμο, η οποία έχει ηθική και αισθητική διάσταση, ήτοι εκείνη του να βλέπεις τον κόσμο από την σκοπιά της αιωνιότητας. Τέλος, στον επίλογο της διατριβής διερευνώ εν συντομία την ιστορική και φιλοσοφική σημασία της στάσης του νεαρού Wittgenstein απέναντι στον ιστορικό τρόπο του σκέπτεσθαι, συμπεριλαμβανομένης της επιρροής της στο ύστερο έργο του.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
In the Tractatus, there prevails a peculiar silence surrounding history. For example, we do not see its author engaging in dialogue with the history of philosophy, nor treating other philosophers as historical figures. Indeed, the word “history” does not even appear in the text. At the same time, however, and upon closer inspection, we also observe a strong resistance to the idea of a substantive or synthetic a priori or, roughly equivalently, a resistance to the idea of the existence of necessary facts; conversely, we find an acceptance of the idea that all facts are contingent. The question that therefore arises is this: what status does the concept of necessity ultimately have in the Tractatus? For if there is something that appears to interest the author of the work, it is not the contingent features of language and the world, but rather their necessary features, their shared “logical form.” The aim of the present dissertation is to investigate this peculiar combination of attitude ...
In the Tractatus, there prevails a peculiar silence surrounding history. For example, we do not see its author engaging in dialogue with the history of philosophy, nor treating other philosophers as historical figures. Indeed, the word “history” does not even appear in the text. At the same time, however, and upon closer inspection, we also observe a strong resistance to the idea of a substantive or synthetic a priori or, roughly equivalently, a resistance to the idea of the existence of necessary facts; conversely, we find an acceptance of the idea that all facts are contingent. The question that therefore arises is this: what status does the concept of necessity ultimately have in the Tractatus? For if there is something that appears to interest the author of the work, it is not the contingent features of language and the world, but rather their necessary features, their shared “logical form.” The aim of the present dissertation is to investigate this peculiar combination of attitudes in the author of the Tractatus—namely, his strong resistance both to historical modes of thinking and to the idea of a substantive a priori. My research combines elements of historical and interpretative study. That is, I attempt not only to present these two attitudes, but also to clarify their historical roots. I believe that such a method is useful, if not necessary, for the interpretation of a work as difficult and variously interpreted as Tractatus Logico-Philosophicus. More specifically, in the first chapter I attempt to investigate the philosophical life of the Austrian philosopher before he “officially” began his philosophical career, that is, before he went to Cambridge in 1911 to study philosophy under Russell. Thanks to the important work of his biographers, we now know far more about his early philosophical life than we did thirty years ago, and probably more than even those who personally associated with him knew. Nevertheless, I attempt to emphasize the anti-historical sentiments of the thinkers who influenced him, in particular those of Schopenhauer and Weininger, while also pointing out that among his early influences there was at least one thinker—Boltzmann—who promoted a notion of a historical a priori. In the second chapter, I investigate the development of the Austrian philosopher’s thought from the moment he arrived in Cambridge until the completion of the Tractatus in 1918. My main objective is to show that from the beginning of his time in Cambridge, and throughout the period documented in the surviving pre-Tractatus manuscripts, he consistently and unwaveringly held the view that logic—and philosophy insofar as it is logic—is not a science, that is, not a cognitive or factual discipline, as Frege and Russell believed. In the third chapter, I raise the following question: given the overall thought of the author of the Tractatus, what role does he assign, or ought he to assign, to historical questions, explanations, and forms of reasoning in philosophy? My answer is that although he occasionally employs historical ideas for the purpose of philosophical clarification, his entirely unhistorical treatment of these ideas, together with the complete detachment of the “philosophical self” from the historical world, supports a broad form of anti-historicism according to which historical “self-consciousness” is dysfunctional for proper philosophical thinking. In the fourth chapter, I attempt to answer the question of what kind of thing the logical form of the world is. The logical form of the world is supposed to determine a priori how things in the world can be, and, insofar as the meaning of a proposition is a possible state of affairs, it also determines the range of what can be said. But what kind of thing can this be? My answer is that it is not some kind of thing and, consequently, not something in relation to which there are facts. If it resembles anything, it resembles a feature of the world, a pattern instantiated by the world’s facts, rather than something with which the facts must conform, and, still less, something with which they could come into conflict. Such an answer is, of course, compatible with the idea that it is a feature of the world itself. Nevertheless, I argue that in the work the concept of possibility has some sort of dependence on symbolic representation. To put the matter in terms of a “tracking epistemology”, although a picture or proposition attempts to track a fact—that is, how things are in the world—it in no way attempts to track its own sense, namely, how things can be. Consequently, it would be mistaken to think that when the author says that a proposition shows its sense, the verb “shows” is a verb that implies reference or directedness. The sense of a proposition is something immanent within it, and not something with which the proposition is correlated. Accordingly, it would also be mistaken to think that the famous picture theory of meaning—according to which every meaningful proposition represents a possible or contingent state of affairs—is based on some kind of modal realism. The chapter concludes with the question of whether the picture theory of meaning is intended to encourage a scientific or positivistic attitude toward the world. My answer is that the Tractatus does not seek to restrict the role of the subject to that of producing correct or incorrect representations of the world. Quite the contrary. Its purpose—and the purpose of the complete detachment of the philosophical self from the historical world—is to show us that another attitude toward the world is available to us as well, one with an ethical and aesthetic dimension: namely, that of seeing the world from the perspective of eternity. Finally, in the conclusion of the dissertation, I briefly examine the historical and philosophical significance of the author’s attitude toward the historical mode of thinking, including its influence on his later work.
περισσότερα