Περίληψη
Η παρούσα εργασία ζητά να κατανοήσει την φύση των ατομικών ιδιοτήτων (tropes), στον βαθμό που οι τελευταίες μπορούν εξηγήσουν πως καθίσταται δυνατή η μεταφυσική συγκρότηση των αντικειμένων (the task of thing-construction), είτε πρόκειται για τα αντικείμενα της εμπειρίας (λ.χ. ένα τραπέζι ή ένα αυτοκίνητο) είτε για εκείνα της επιστήμης (λ.χ. ένα άτομο ή ένα ηλεκτρόνιο). Όπως και οι ιδιότητες γενικότερα, έτσι και οι ατομικές ιδιότητες μπορεί να είναι είτε μοναδιαίες (όπως είναι π.χ. αυτή η κοκκινότητα) είτε σχεσιακές (όπως είναι π.χ. αυτή η σχέση αγάπης μεταξύ του Γιάννη και της Μαρίας) και το κάθε είδος έχει τον δικό του ρόλο να παίξει στην συγκρότηση των αντικειμένων. Αφετηρία αυτής της έρευνας αποτελεί η διάκριση του R. Garcia μεταξύ τροποποιητικών (modifier) και δομικών (module) ατομικών ιδιοτήτων. Οι ιδιότητες που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία έχουν έναν καθαρά λειτουργικό χαρακτήρα, παρέχοντας σε μια οντότητα ένα χαρακτηριστικό (την σφαιρικότητα της, για παράδειγμα, ή το κόκκινο της ...
Η παρούσα εργασία ζητά να κατανοήσει την φύση των ατομικών ιδιοτήτων (tropes), στον βαθμό που οι τελευταίες μπορούν εξηγήσουν πως καθίσταται δυνατή η μεταφυσική συγκρότηση των αντικειμένων (the task of thing-construction), είτε πρόκειται για τα αντικείμενα της εμπειρίας (λ.χ. ένα τραπέζι ή ένα αυτοκίνητο) είτε για εκείνα της επιστήμης (λ.χ. ένα άτομο ή ένα ηλεκτρόνιο). Όπως και οι ιδιότητες γενικότερα, έτσι και οι ατομικές ιδιότητες μπορεί να είναι είτε μοναδιαίες (όπως είναι π.χ. αυτή η κοκκινότητα) είτε σχεσιακές (όπως είναι π.χ. αυτή η σχέση αγάπης μεταξύ του Γιάννη και της Μαρίας) και το κάθε είδος έχει τον δικό του ρόλο να παίξει στην συγκρότηση των αντικειμένων. Αφετηρία αυτής της έρευνας αποτελεί η διάκριση του R. Garcia μεταξύ τροποποιητικών (modifier) και δομικών (module) ατομικών ιδιοτήτων. Οι ιδιότητες που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία έχουν έναν καθαρά λειτουργικό χαρακτήρα, παρέχοντας σε μια οντότητα ένα χαρακτηριστικό (την σφαιρικότητα της, για παράδειγμα, ή το κόκκινο της χρώμα) χωρίς οι ίδιες να χαρακτηρίζονται από το χαρακτηριστικό το οποίο παρέχουν (ή οποιοδήποτε άλλο μη λειτουργικό χαρακτηριστικό). Οι δομικές ιδιότητες, αντίθετα, παρέχουν σε κάποια οντότητα ένα χαρακτηριστικό από το οποίο χαρακτηρίζονται οι ίδιες· στην δεύτερη αυτή περίπτωση είναι οι ίδιες οι ιδιότητες που είναι σφαιρικές, κόκκινες κ.λπ. και που ως εκ τούτου καθιστούν σφαιρική ή κόκκινη την οντότητα της οποίας αποτελούν μέρος. Από τα δύο αυτά είδη ιδιοτήτων, θα προσπαθήσω να δείξω ότι οι ατομικές ιδιότητες πρέπει να εκληφθούν ως δομικές (παρά ως τροποποιητικές) και συγκεκριμένα ως χαρακτήρες (characters), δηλαδή ως επιμέρους κοκκινότητες, σφαιρικότητες κ.ο.κ., οι οποίες συνδέονται μέσω μια (εξίσου) ατομικής σχέσης ένωσης (fusion) για να συγκροτήσουν τα διάφορα αντικείμενα. Τα αντικείμενα σε αυτή την περίπτωση δεν είναι παρά δέσμες ατομικών ιδιοτήτων, όπου η ατομικότητα των ιδιοτήτων εγγυάται και την ατομικότητα των αντικειμένων. Ένα σημαντικό μέρος της εργασίας αφιερώνεται στην υπεράσπιση αυτής της ιδέας των δομικών ιδιοτήτων (ή χαρακτήρων) ως των θεμελιωδών στοιχείων εκ των οποίων προκύπτουν όλες οι άλλες οντότητες. Προσπαθώ να δείξω ότι (Δ) οι δομικές ιδιότητες, όταν συνδέονται μέσω σχέσεων fusion, μπορούν πράγματι να μας δώσουν μια συνεκτική εξήγηση για το πως συγκροτούνται τα αντικείμενα της εμπειρίας και της επιστήμης· για να το κατορθώσω αυτό, συζητώ πρώτα ορισμένες ενστάσεις του Garcia και συνεχίζω εκθέτοντας ορισμένες βασικές αρχές της μερεολογίας των δομικών ιδιοτήτων. Η παραπάνω πρόταση περί δομικών ιδιοτήτων (Δ) αντιμετωπίζει, ωστόσο, και άλλα είδη προβλημάτων. Ένα τέτοιο πρόβλημα αφορά τις επιμέρους σχέσεις (particular relations) γενικότερα και οφείλεται στον Herbert Hochberg. O Hochberg, αντιλαμβανόμενος την ατομικότητα (particularity) ως αλληλένδετη με την θέση στον χώρο και τον χρόνο, πιστεύει ότι οι σχέσεις δεν μπορεί να είναι ατομικές ακριβώς διότι δεν μπορούν να προσδιοριστούνχωρικά και χρονικά. Προσπάθησα να απαντήσω σε αυτήν και άλλες ενστάσεις στηριζόμενος, μεταξύ άλλων, σε μια διαφορετική σύλληψη της ατομικότητας. Ένα άλλο είδος προβλήματος αφορά όλα τα είδη σχέσεων (δηλαδή τόσο τις καθολικές όσο και τις ατομικές σχέσεις) και στον πυρήνα του βρίσκεται ένα παράδοξο που έχει μείνει γνωστό στην ιστορία της φιλοσοφίας ως Bradley’s regress: Αν ο συσχετισμός (relatedness) μεταξύ δύο ή περισσότερων οντοτήτων απαιτεί την ύπαρξη μιας σχέσης μεταξύ τους και αν οι σχέσεις είναι και οι ίδιες οντότητες, τότε φαίνεται ότι και οι ίδιες οι σχέσεις θα πρέπεικάπως να συνδεθούν με τις οντότητες τις οποίες συνδέουν. Αλλά σε αυτή την περίπτωση οι επιπρόσθετες σχέσεις που παίζουν αυτόν τον ρόλο θα πρέπει εξίσου να συνδεθούν με τις οντότητες τις οποίες εκείνες συνδέουν κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα είναι ότι για να υπάρξει ο οποιοσδήποτε συσχετισμός μεταξύ οντοτήτων, ένας άπειρος αριθμός σχέσεων θα πρέπει να προϋποτεθεί, πράγμα που οδηγεί τον Bradley στο συμπέρασμα ότι οι συσχετισμοίμεταξύ οντοτήτων δεν είναι παρά εντυπώσεις (appearances) και όχι πραγματικότητα (reality). Προσπάθησα να απαντήσω σε αυτό το είδος ένστασης, αφενός εγείροντας κάποιες αντιρρήσεις σε σχετικές λύσεις των D.W. Mertz, A.S. Maurin και W.F. Vallicella (και δείχνοντας με ποιόν τρόπο δεν πρέπει να κατανοήσουμε την φύση των ατομικών σχέσεων αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τον Bradley), αφετέρου προτείνοντας μια διαφορετική λύση, στηριζόμενος στη διάκριση μεταξύ του πώς μια σχέση επιτυγχάνει την σύνδεση (και έτσι τον συσχετισμό) μεταξύ οντοτήτων και του ποιές είναι οι οντότητες τις οποίες συνδέει. Η βασική ιδέα ήταν ότι όταν αυτά τα δύο ζητήματα διαχωριστούν, ο θεωρητικός των σχέσεων μπορεί να προτείνει τόσο μια διαφορετική σύλληψη των σχέσεων εν γένει (μια σύλληψη που αντιλαμβάνεται τις σχέσεις ως ενεργές και όχι ως δυνητικές συνδέσεις μεταξύ οντοτήτων και που με αυτόν τον τρόπο θεμελιώνει τη μεταφυσική δυνατότητα του συσχετισμού μεταξύ οντοτήτων γενικά), όσο και επιμέρους εμπειρικές εξηγήσεις στο γιατί συγκεκριμένες σχέσεις σχετίζουν τις οντότητες τις οποίες πράγματι σχετίζουν (δηλαδή, εμπειρικές εξηγήσεις επιμέρους συσχετισμών). Με βάση τις προηγούμενες συζητήσεις περί σχέσεων, προσπάθησα επίσης να δείξω γιατί οι ατομικές σχέσεις πρέπει να γίνουν κατανοητές ως δομικές (module) και όχι ως τροποποιητικές (modifier), εντάσσοντας τις έτσι στο ήδη υπάρχον εννοιολογικό πλαίσιο των δομικών και τροποποιητικών ιδιοτήτων.Τέλος, συζητώ ορισμένες γενικές ενστάσεις εναντίον των ατομικών ιδιοτήτων προκειμένου να δείξω ότι δύο βασικά χαρακτηριστικά τους, δηλαδή η ατομικότητα (particularity) και η αφηρημένη φύση τους (abstractness) είναι αναπόσπαστα στοιχεία τους τα οποία έχουν να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο στην μεταφυσική των τρόπων. Ολοκληρώνω την συζήτησή μου καταλήγοντας στο ότι η θεωρία των τρόπων (trope theory) παραμένει μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική μεταφυσική θεωρία, η πιο ανταγωνιστική μεταφυσική θεωρία αυτή την στιγμή.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This essay seeks to understand the nature of particular properties (tropes), if they are to serve as the fundamental bricks out of which both the objects of everyday experience (like a chair or a car) and of science (like an atom or an electron) are to be constructed. As with properties in general, so particular properties can either be monadic (like e.g. this redness) or n-adic (like e.g. this relation of love between John and Mary), each with its own role to play in the metaphysical construction of objects. In this context, the starting point of this investigation is R. Garcia’s distinction between modifier and module particular properties, i.e. between modifier and module tropes. In the first case, modifier tropes have a purely functional nature, conveying a certain characteristic to some entity (its sphericality, for example, or its redness) without themselves being so charactered by the characteristic they convey. In the second case, module tropes convey a characteristic to some e ...
This essay seeks to understand the nature of particular properties (tropes), if they are to serve as the fundamental bricks out of which both the objects of everyday experience (like a chair or a car) and of science (like an atom or an electron) are to be constructed. As with properties in general, so particular properties can either be monadic (like e.g. this redness) or n-adic (like e.g. this relation of love between John and Mary), each with its own role to play in the metaphysical construction of objects. In this context, the starting point of this investigation is R. Garcia’s distinction between modifier and module particular properties, i.e. between modifier and module tropes. In the first case, modifier tropes have a purely functional nature, conveying a certain characteristic to some entity (its sphericality, for example, or its redness) without themselves being so charactered by the characteristic they convey. In the second case, module tropes convey a characteristic to some entity while themselves being so charactered by the characteristic they convey. This is to say that they are themselves spherical or red etc., as a result rendering the entity they are a part of spherical of red.Of these two kinds of properties, I’ll try to show that particular properties should be understood as module rather than modifier and, specifically, as characters, i.e. as particular rednesses, sphericalities etc. Module tropes or characters are related by a particular fusion relation in order to compose the various objects of everyday experience and science. Objects, in this case, are nothing but bundles of tropes, where the particularity of the tropesguarantees the particularity of the objects. A significant part of this work is then going to be dedicated in defending this idea of module tropes being the fundamental components of objects. I will try to show that (M) module tropes, when fused, can indeed provide us with a cohesive account of the metaphysical composition of the objects of experience and science. In order to achieve that, I will first discuss some of Garcia’s relevant objections and carry on by articulating somebasic principle of (module) trope mereology.(M), however, faces other kinds of problems as well. One of these has to do with particular relations in general and is due to Herbert Hochberg. According to Hochberg, who ties particularity to spatiotemporality, relations cannot be particular because, as he tries to show, they cannot be spatiotemporal. I try to address this and other objections by considering, among other things, a different understanding of particularity altogether.Another type of problem that afflicts all kinds of relations (i.e. both universal and particular relations) is Bradley’s Regress: If the relatedness between two or more entities requires the existence of a relation that obtains between them and if that relation is itself an entity, then it seems that this relation will have itself to be related to the entities it relates. But if that’s the case then the additional relation that plays this role will also have to be related to the entities it relates and so on and so forth ad infinitum. The upshot is that in order for there to be relatedness between entities, an infinite number of relations will have to be postulated first, which leads Bradley to conclude that relatedness between entities isn’t but an appearance and not reality. I try to address this kind of problem, first by raising certain objections against the relevant solutions of D.W. Mertz, A.-S. Maurin and W.F. Vallicella (and trying to show how we shouldn’t understand the nature of particular relations if we are to address Bradley’s Regress) and second by distinguishing between how a relation succeeds in relating its relata and how an account can be given for that relation’s relating of the specific relata it does relate.The idea here is that if these two issues are distinguished, the relation theorist can propose both a different understanding of relations in general (i.e. understand relations as active and not as contingent links between entities) as well as individual empirical explanations for how specific relations relate the entities they in fact relate. Based on the previous discussion about relations, I also try to show that particular relations are to be conceived as module rather than modifier, in this way integrating them in the already existent conceptual framework of module and modifier properties. Finally, I discuss some general objections against particular properties, in order to show that their two main features, i.e. their particularity and their abstractness, have an indispensable role to play in trope metaphysics. I complete my discussion by concluding that trope theory remains a very competitive metaphysical theory, indeed the most competitive metaphysical theory right now.
περισσότερα