Περίληψη
Η βασική επιδίωξη της διατριβής δεν είναι απλώς να φωτίσει ένα επιμέρους ζήτημα της λεϊβνιτιανής μεταφυσικής, αλλά να ανασυγκροτήσει, σε συνθετική προοπτική, ένα πλέγμα εννοιών που βρίσκεται στον πυρήνα της φιλοσοφίας του Λάιμπνιτς: την τελειότητα, την ελευθερία και την αναγκαιότητα. Η κεντρική υπόθεση της διατριβής είναι ότι οι έννοιες αυτές δεν πρέπει να εξετάζονται αποσπασματικά, αλλά ως εσωτερικά αρθρωμένα στοιχεία ενός ενιαίου και συνεκτικού λογικομεταφυσικού οικοδομήματος. Το πρόβλημα από το οποίο εκκινεί είναι γνωστό ήδη από την αριστοτελική συζήτηση για την αυριανή ναυμαχία. Αν κάθε πρόταση που αναφέρεται σε μελλοντικά συμβάντα έχει ήδη καθορισμένη αληθοτιμή, τότε το ελευθέρως πράττειν φαίνεται, υπό μια κρίσιμη έννοια, να τίθεται υπό αμφισβήτηση. Στη φιλοσοφία και τη θεολογία των νεότερων χρόνων, και ειδικότερα στον Λάιμπνιτς, το πρόβλημα αυτό αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Διότι εδώ ο προκαθορισμός δεν εδράζεται απλώς στην αρχή της δισθένειας, αλλά στην έννοια του Θεού ως ens perfec ...
Η βασική επιδίωξη της διατριβής δεν είναι απλώς να φωτίσει ένα επιμέρους ζήτημα της λεϊβνιτιανής μεταφυσικής, αλλά να ανασυγκροτήσει, σε συνθετική προοπτική, ένα πλέγμα εννοιών που βρίσκεται στον πυρήνα της φιλοσοφίας του Λάιμπνιτς: την τελειότητα, την ελευθερία και την αναγκαιότητα. Η κεντρική υπόθεση της διατριβής είναι ότι οι έννοιες αυτές δεν πρέπει να εξετάζονται αποσπασματικά, αλλά ως εσωτερικά αρθρωμένα στοιχεία ενός ενιαίου και συνεκτικού λογικομεταφυσικού οικοδομήματος. Το πρόβλημα από το οποίο εκκινεί είναι γνωστό ήδη από την αριστοτελική συζήτηση για την αυριανή ναυμαχία. Αν κάθε πρόταση που αναφέρεται σε μελλοντικά συμβάντα έχει ήδη καθορισμένη αληθοτιμή, τότε το ελευθέρως πράττειν φαίνεται, υπό μια κρίσιμη έννοια, να τίθεται υπό αμφισβήτηση. Στη φιλοσοφία και τη θεολογία των νεότερων χρόνων, και ειδικότερα στον Λάιμπνιτς, το πρόβλημα αυτό αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Διότι εδώ ο προκαθορισμός δεν εδράζεται απλώς στην αρχή της δισθένειας, αλλά στην έννοια του Θεού ως ens perfectissimum. Η θεία παντογνωσία, ως τέλεια γνώση, δεν επιτρέπει ακαθοριστία στην αληθοτιμή οποιασδήποτε πρότασης· και ακριβώς γι’ αυτό ο προκαθορισμός των μελλοντικών συμβάντων φαίνεται να δημιουργεί ένταση με τα βασικά συστατικά της ελευθερίας, τη νόηση και την ενδεχομενικότητα, εγείροντας δύο σοβαρές απειλές: πρώτον, έναν τύπο φαταλισμού που δύναται να οδηγήσει σε ηθική απραξία· και, δεύτερον, μια αναγκαιοκρατική συνθήκη που φαίνεται να αποκλείει την ενδεχομενικότητα. Η διατριβή οργανώνεται ακριβώς γύρω από αυτή την ένταση: πώς είναι δυνατόν η τελειότητα, η οποία θεμελιώνει τον προκαθορισμό της αληθοτιμής όλων των προτάσεων, να μην ακυρώνει την δυνατότητα της ελευθερίας. Η αφετηρία της έρευνας είναι ότι η εννοιολογική σχέση τελειότητας και ελευθερίας, καθώς και οι συνέπειές της στο λεϊβνιτιανό σύστημα, δεν έχουν τύχει επαρκούς και συστηματικής επεξεργασίας στη σύγχρονη βιβλιογραφία. Η βιβλιογραφία αυτή, συχνά, είτε υπερτονίζει την έννοια της ολοκληρωμένης έννοιας της ατομικής υπόστασης, οδηγούμενη σε υπερουσιοκρατικές αναγνώσεις, είτε αντιμετωπίζει ως ανταγωνιστικές δύο βασικές στρατηγικές του ίδιου του Λάιμπνιτς για τη διαφύλαξη της ελευθερίας: από τη μία πλευρά, την «per se δυνατότητα» και, από την άλλη, την «άπειρη ανάλυση ή, ακριβέστερα, τη μη αποδειξιμότητα». Ένας βασικός στόχος της διατριβής είναι να καταδείξει ότι τέτοιες αναγνώσεις παραβλέπουν τις εγγενείς δυνατότητες συμφιλίωσης προκαθορισμού και ελευθερίας στο εσωτερικό της ίδιας της λεϊβνιτιανής σκέψης. Πιο συγκεκριμένα, η βασική θέση της διατριβής είναι διπλή. Πρώτον, ότι οι δύο αυτές στρατηγικές δεν είναι ανταγωνιστικές αλλά αλληλοσυμπληρωματικές, επειδή απαντούν σε διαφορετικές όψεις του ίδιου προβλήματος. Η per se δυνατότητα παρέχει τη λογικομεταφυσική βάση της ενδεχομενικότητας, ενώ η μη αποδειξιμότητα παρέχει τη γνωσιολογική απάντηση στις πρακτικές συνέπειες του προκαθορισμού, και ιδίως στην απειλή του αργού λόγου. Δεύτερον, ότι η λεϊβνιτιανή τροπικότητα δεν πρέπει να ερμηνεύεται πρωτίστως μέσω εξωτερικών σημασιολογιών, αλλά μέσω εσωτερικών λογικομεταφυσικών κριτηρίων.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The basic aim of the dissertation is not merely to illuminate a particular issue within Leibnizian metaphysics, but to reconstruct, from a synthetic perspective, a network of concepts that lies at the core of Leibniz’s philosophy: perfection, freedom, and necessity. The central hypothesis of the dissertation is that these concepts should not be examined in isolation, but as internally articulated elements of a single and coherent logico-metaphysical structure. The problem from which the dissertation begins is already familiar from the Aristotelian discussion of tomorrow’s sea battle. If every proposition referring to future events already has a determinate truth-value, then free action seems, in a crucial sense, to be called into question. In early modern philosophy and theology, and especially in Leibniz, this problem acquires greater depth. For here predetermination is grounded not merely in the principle of bivalence, but in the concept of God as ens perfectissimum. Divine omniscie ...
The basic aim of the dissertation is not merely to illuminate a particular issue within Leibnizian metaphysics, but to reconstruct, from a synthetic perspective, a network of concepts that lies at the core of Leibniz’s philosophy: perfection, freedom, and necessity. The central hypothesis of the dissertation is that these concepts should not be examined in isolation, but as internally articulated elements of a single and coherent logico-metaphysical structure. The problem from which the dissertation begins is already familiar from the Aristotelian discussion of tomorrow’s sea battle. If every proposition referring to future events already has a determinate truth-value, then free action seems, in a crucial sense, to be called into question. In early modern philosophy and theology, and especially in Leibniz, this problem acquires greater depth. For here predetermination is grounded not merely in the principle of bivalence, but in the concept of God as ens perfectissimum. Divine omniscience, as perfect knowledge, allows for no indeterminacy in the truth-value of any proposition; and precisely for this reason, the predetermination of future events appears to create a tension with the basic constituents of freedom, namely understanding and contingency, giving rise to two serious threats: first, a form of fatalism that may lead to moral inaction; and second, a necessitarian condition that seems to exclude contingency. The dissertation is organized precisely around this tension: how can perfection, which grounds the predetermination of the truth-value of all propositions, fail to annul the possibility of freedom? The starting point of the research is that the conceptual relation between perfection and freedom, as well as its consequences within the Leibnizian system, has not received sufficient and systematic treatment in contemporary scholarship. This scholarship often either overemphasizes the notion of the complete concept of the individual substance, thereby leading to superessentialist readings, or treats as competing two basic strategies employed by Leibniz himself for preserving freedom: on the one hand, “per se possibility,” and, on the other, “infinite analysis” or, more precisely, “non-demonstrability.” One of the central aims of the dissertation is to show that such readings overlook the inherent possibilities for reconciling predetermination and freedom within Leibniz’s own thought. More specifically, the main thesis of the dissertation is twofold. First, these two strategies are not competing but complementary, because they respond to different aspects of the same problem. Per se possibility provides the logico-metaphysical basis of contingency, while non-demonstrability provides the epistemological answer to the practical consequences of predetermination, and especially to the threat of the lazy reason. Second, Leibnizian modality should not be interpreted primarily through external semantic frameworks, but through internal logico-metaphysical criteria.
περισσότερα