Περίληψη
Με δεδομένη τη γενική έλλειψη πονημάτων με αναλυτική κατεύθυνση σχετικά με την φούγκα κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, η παρούσα διατριβή αποπειράται να δημιουργήσει μία πλήρη εικόνα για την φουγκοειδή γραφή κατά την υπό μελέτη περίοδο, καλύπτοντας το κενό μεταξύ Bach και Beethoven, και δίνοντας το έναυσμα για περαιτέρω έρευνα. Η παρούσα διατριβή έχει στηριχθεί στην ανάλυση ως προς κάθε μακροδομική, μικροδομική, διαρθρωτική, δραματουργική, συνθετική και υφολογική παράμετρο ενός εκτενούς ρεπερτορίου 1.123 φουγκών 109 συνθετών γεννημένων περίπου μεταξύ του 1710 και του 1760. Το υπό μελέτη ρεπερτόριο έχει επιμεριστεί σε 9 γεωγραφικές ενότητες και τρεις γενεές συνθετών. Στο επίκεντρο της μελέτης τίθεται αφενός η αποτύπωση των χαρακτηριστικών των φουγκών της εξεταζόμενης περιόδου, αφετέρου η μεταβολή τους σε σχέση με το ρεπερτόριο της απελθούσας περιόδου του μπαρόκ. Παράλληλα, επιχειρείται η σύγκριση της συνθετικής πράξης σε σχέση με τη θεωρητική γνώση αμφοτέρων των περιόδων, και την κα ...
Με δεδομένη τη γενική έλλειψη πονημάτων με αναλυτική κατεύθυνση σχετικά με την φούγκα κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, η παρούσα διατριβή αποπειράται να δημιουργήσει μία πλήρη εικόνα για την φουγκοειδή γραφή κατά την υπό μελέτη περίοδο, καλύπτοντας το κενό μεταξύ Bach και Beethoven, και δίνοντας το έναυσμα για περαιτέρω έρευνα. Η παρούσα διατριβή έχει στηριχθεί στην ανάλυση ως προς κάθε μακροδομική, μικροδομική, διαρθρωτική, δραματουργική, συνθετική και υφολογική παράμετρο ενός εκτενούς ρεπερτορίου 1.123 φουγκών 109 συνθετών γεννημένων περίπου μεταξύ του 1710 και του 1760. Το υπό μελέτη ρεπερτόριο έχει επιμεριστεί σε 9 γεωγραφικές ενότητες και τρεις γενεές συνθετών. Στο επίκεντρο της μελέτης τίθεται αφενός η αποτύπωση των χαρακτηριστικών των φουγκών της εξεταζόμενης περιόδου, αφετέρου η μεταβολή τους σε σχέση με το ρεπερτόριο της απελθούσας περιόδου του μπαρόκ. Παράλληλα, επιχειρείται η σύγκριση της συνθετικής πράξης σε σχέση με τη θεωρητική γνώση αμφοτέρων των περιόδων, και την καταγραφή των συγκλίσεων και αποκλίσεων μεταξύ τους. Πέραν της μεγάλης πληθώρας ειδικότερων τεχνικών και αναλυτικών συμπερασμάτων για την φουγκοειδή γραφή κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, στην παρούσα συμβολή καταδεικνύεται, μεταξύ άλλων, η τεράστια σημασία των τοπικών φουγκοειδών παραδόσεων στη συνθετική πράξη της περιόδου. Υπό αυτή την έννοια, τα μεγάλα ονόματα και οι επιλογές τους φαίνεται πώς όχι μόνον ανήκουν στην εποχή τους, αλλά επηρεάζονται στο μέγιστο βαθμό από τις τοπικές παραδόσεις στις οποίες ανήκουν, και σε κάθε περίπτωση αξιολογούνται καλύτερα σε αυτό το πλαίσιο. Παράλληλα, αναδεικνύονται ορισμένες νέες συνθετικές πρακτικές και δραματουργικές κατευθύνσεις, αδιανόητες για την πρακτική του μπαρόκ, και υπογραμμίζεται το τεράστιο υφολογικό εύρος των φουγκών της περιόδου. Εξίσου σημαντική είναι και η ανάδειξη ορισμένων καινοφανών πρακτικών φουγκοειδούς δόμησης, οι οποίες αποτυπώνονται για πρώτη φορά σε αυτή τη διατριβή· τέτοιες είναι η πρακτική της φούγκας με διπλό θέμα, η πρακτική της διπλής φούγκας του τύπου των intentos του ισπανικού ρεπερτορίου, και μία πληθώρα υβριδίων ανάμεσα σε τύπους της διπλής φούγκας και της φούγκας με δύο ή περισσότερα θέματα, και της διπλής φούγκας και της χορικής φούγκας ή χορικής φαντασίας. Η φούγκα με τη θαυμαστή της δομική και τονική ελαστικότητα, και την ιδιότητά της να αποτελεί υποδοχέα σχεδόν οποιουδήποτε ιδιώματος, τελικώς εμμένει κατά την υπό μελέτη περίοδο εκβάλλοντας ποικιλοτρόπως στον 19ο αιώνα.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Given the general lack of analytically oriented studies on the fugue in the second half of the eighteenth century, the present dissertation seeks to provide a comprehensive account of fugal writing during the period under investigation, bridging the gap between Bach and Beethoven and offering a point of departure for further research. The dissertation is based on an extensive analytical examination—addressing macrostructural, microstructural, formal, dramatic, compositional, and stylistic parameters—of a large repertoire comprising 1,123 fugues by 109 composers born approximately between 1710 and 1760. The repertoire under study is divided into nine geographical regions and three generations of composers. The study focuses, on the one hand, on identifying the defining characteristics of fugues of the period in question and, on the other, on tracing their transformation in relation to the repertoire of the preceding Baroque era. At the same time, it seeks to compare compositional practi ...
Given the general lack of analytically oriented studies on the fugue in the second half of the eighteenth century, the present dissertation seeks to provide a comprehensive account of fugal writing during the period under investigation, bridging the gap between Bach and Beethoven and offering a point of departure for further research. The dissertation is based on an extensive analytical examination—addressing macrostructural, microstructural, formal, dramatic, compositional, and stylistic parameters—of a large repertoire comprising 1,123 fugues by 109 composers born approximately between 1710 and 1760. The repertoire under study is divided into nine geographical regions and three generations of composers. The study focuses, on the one hand, on identifying the defining characteristics of fugues of the period in question and, on the other, on tracing their transformation in relation to the repertoire of the preceding Baroque era. At the same time, it seeks to compare compositional practice with the theoretical knowledge of both periods and to document the convergences and divergences between them. Beyond the large number of more specific technical and analytical conclusions concerning fugal writing in the second half of the eighteenth century, the present study demonstrates, among other things, the immense importance of local fugal traditions for the compositional practice of the period. In this respect, the major composers and their choices appear not only to belong to their time but also to be shaped to a considerable extent by the local traditions within which they operated, and are therefore best evaluated within this context. At the same time, the dissertation highlights certain new compositional practices and dramaturgical directions that would have been inconceivable within Baroque practice, while also underscoring the remarkable stylistic breadth of the fugues of the period. Equally significant is the identification of several previously unrecognized practices of fugal construction, documented here for the first time. These include the practice of the fugue with a double subject, the practice of the double fugue of the intentos-type of the Spanish repertoire, and a wide range of hybrids between types of the double fugue and the fugue with two or more subjects, as well as between the double fugue and the chorale fugue or chorale fantasia. The fugue—with its remarkable structural and tonal flexibility and its capacity to serve as a vehicle for almost any stylistic idiom—ultimately persists throughout the period under study, unfolding in diverse ways into the nineteenth century.
περισσότερα