Περίληψη
Στη διατριβή αυτή επιχειρείται να σκιαγραφηθεί η σταδιακή στροφή στον λαϊκό πολιτισμό από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. και εξής και να διερευνηθεί η εκάστοτε στάση του ελληνικού κράτους απέναντι σε αυτή την πτυχή της πολιτιστικής κληρονομιάς. Παράλληλα, μέσα από αδημοσίευτο αρχειακό υλικό, εξιστορείται η δημιουργία, η λειτουργία και η εξέλιξη του Μουσείου Ελληνικών Χειροτεχνημάτων (μετέπειτα: Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και σήμερα: Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού) από το 1918 έως το 1959. Το πρώτο κεφάλαιο απασχολεί εισαγωγικά η πρώτη πεντηκονταετία από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους (1830-1880), η οποία κυριαρχείται από την αναζήτηση του παρελθόντος - ενός παρελθόντος που θα πιστοποιούσε την ελληνική ιστορική συνέχεια. Κατά το διάστημα αυτό, κατά το οποίο τίθενται οι βάσεις για τη λειτουργία μιας κρατικής οντότητας, η πολιτιστική κληρονομιά ταυτίζεται με τις αρχαιότητες, γεγονός που επισφραγίζεται με νομοθετικό έργο. Το ίδιο αίτημα επίσης θα υπηρετήσει σταδιακά ...
Στη διατριβή αυτή επιχειρείται να σκιαγραφηθεί η σταδιακή στροφή στον λαϊκό πολιτισμό από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. και εξής και να διερευνηθεί η εκάστοτε στάση του ελληνικού κράτους απέναντι σε αυτή την πτυχή της πολιτιστικής κληρονομιάς. Παράλληλα, μέσα από αδημοσίευτο αρχειακό υλικό, εξιστορείται η δημιουργία, η λειτουργία και η εξέλιξη του Μουσείου Ελληνικών Χειροτεχνημάτων (μετέπειτα: Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και σήμερα: Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού) από το 1918 έως το 1959. Το πρώτο κεφάλαιο απασχολεί εισαγωγικά η πρώτη πεντηκονταετία από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους (1830-1880), η οποία κυριαρχείται από την αναζήτηση του παρελθόντος - ενός παρελθόντος που θα πιστοποιούσε την ελληνική ιστορική συνέχεια. Κατά το διάστημα αυτό, κατά το οποίο τίθενται οι βάσεις για τη λειτουργία μιας κρατικής οντότητας, η πολιτιστική κληρονομιά ταυτίζεται με τις αρχαιότητες, γεγονός που επισφραγίζεται με νομοθετικό έργο. Το ίδιο αίτημα επίσης θα υπηρετήσει σταδιακά, προς το τέλος της τρίτης δεκαετίας από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, η μελέτη του βίου των Νεοελλήνων ως απάντηση στις θεωρίες του Fallmerayer, ενώ ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος θα διαμορφώσει το τριμερές σχήμα της ιστορίας του ελληνικού έθνους. Κατά τα επόμενα σαράντα περίπου χρόνια και ενώ κυριαρχεί ο αγώνας για εθνική ολοκλήρωση και πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας, την αναζήτηση του παρελθόντος διαδέχεται η ερμηνεία και διαμόρφωση του παρόντος. Η εμφάνιση του Ελευθερίου Βενιζέλου σφραγίζει την πολιτική σκηνή, ενώ η παρουσία του Νικολάου Πολίτη στο πνευματικό στερέωμα σηματοδοτεί τη στροφή στον λαϊκό πολιτισμό και τη διαμόρφωση της επιστήμης της Λαογραφίας. Το δεύτερο κεφάλαιο οριοθετείται μεταξύ της ίδρυσης της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος το 1882 - που στοχεύει στη διάσωση του λαογραφικού υλικού ως συμπληρωματικού στοιχείου των τεκμηρίων της νεοελληνικής ιστορίας - και της ίδρυσης του Μουσείου Ελληνικών Χειροτεχνημάτων το 1918 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Πρόκειται για δύο φορείς που αντανακλούν και ταυτόχρονα διαμορφώνουν το πνεύμα της εποχής. Το τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην ίδρυση και στα πέντε πρώτα χρόνια λειτουργίας (1918-1923) του Μουσείου Ελληνικών Χειροτεχνημάτων, το οποίο έχει σκοπό να διασώσει και να προβάλει έργα τέχνης και τεχνικής της περιόδου της Οθωμανικής κυριαρχίας υπηρετώντας, σε μια κρίσιμη για τα εθνικά θέματα εποχή, το αίτημα της συνέχειας. Αποτελεί την εικόνα της πραγματικότητας που προσφέρει ποικίλες ερμηνείες. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταλείπεται η Μεγάλη Ιδέα και ανοίγονται νέοι ορίζοντες που θα δημιουργήσουν νέες ανάγκες. Τις ανάγκες αυτές, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, επιχειρούν να καλύψουν οι υφιστάμενοι φορείς, παράλληλα με τα λαογραφικά μουσεία και τις συλλογές που ιδρύονται κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, στην οποία αναφέρεται το τέταρτο κεφάλαιο που καλύπτει την περίοδο από το 1923 έως το 1940. Στο πέμπτο κεφάλαιο περιγράφεται ειδικά η εξέλιξη του Μουσείου Ελληνικών Χειροτεχνημάτων κατά τον Μεσοπόλεμο, το οποίο αποκρυσταλλώνει τη φυσιογνωμία του και μετονομάζεται το 1923 σε Εθνικόν Μουσείον των Κοσμητικών Τεχνών. Ως κρατικό μουσείο αντανακλά και αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία, καθώς και τις αντιλήψεις περί της «ελληνικότητας». Το έκτο κεφάλαιο αφορά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, όταν αναλαμβάνονται διεθνείς πρωτοβουλίες για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, ενώ στη χώρα μας το 1950 ψηφίζεται νομοθεσία, η οποία, για πρώτη φορά, αναφέρεται ειδικά στα πολιτιστικά αγαθά που χρονολογούνται μετά το 1830. Παράλληλα με την αναφορά στα λαογραφικά μουσεία, που αρχίζουν να εμφανίζονται σε όλη την Ελλάδα, εξετάζεται διεξοδικά η πορεία του Εθνικού Μουσείου Κοσμητικών Τεχνών μέχρι το 1959, οπότε μετονομάζεται σε Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, ονομασία που ανταποκρίνεται πλέον τόσο στους στόχους όσο και στο περιεχόμενο των συλλογών του.Tο έβδομο κεφάλαιο εξετάζει τη στάση του κράτους απέναντι στον λαϊκό πολιτισμό κατά τις τέσσερις κρίσιμες δεκαετίες 1960-2000, που ξεκινούν με αισιοδοξία και, μετά τη σκοτεινή περίοδο της δικτατορίας, καταλήγουν στην εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών και στην ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς διευρύνεται, ενώ το σύνολο των μουσείων έρχεται σταδιακά σε επικοινωνία με το διεθνές μουσειακό γίγνεσθαι, γεγονός που προκαλεί μια αξιοσημείωτη κινητικότητα σε όλους τους τομείς του μουσειακού έργου. Παράλληλα, καθώς παρατηρείται ραγδαία αύξηση του αριθμού των λαογραφικών μουσείων στην περιφέρεια, αρχίζει να γίνεται επιτακτική η ανάγκη θέσπισης κριτηρίων για την οργάνωση και τη λειτουργία τους. Στο πλαίσιο αυτό το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης αναπτύσσεται και σχεδιάζει τη μετάβασή του στη νέα εποχή. Το όγδοο κεφάλαιο, εν είδει επιλόγου, αναφέρεται στο νέο θεσμικό πλαίσιο που αποτελεί το επιστέγασμα των επιστημονικών και κοινωνικών εξελίξεων σε διεθνές και ελληνικό επίπεδο, στην εξέλιξη των λαογραφικών μουσείων στην Ελλάδα και στις νέες προσεγγίσεις που επικρατούν σχετικά με το περιεχόμενο και την ερμηνεία των λαογραφικών συλλογών σε συνάρτηση με την ελληνική ιστορική συγκυρία και τη διεθνή πραγματικότητα.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This thesis seeks to trace the gradual shift towards folk culture from the last quarter of the 19th century onwards and to examine the stance adopted by the Greek State towards this aspect of cultural heritage across different historical moments. At the same time, unpublished archival material illuminates the establishment, operation, and development of the Museum of Greek Handicrafts (later known as the Museum of Greek Folk Art and today renamed the Museum of Modern Greek Culture) from 1918 to 1959. The first chapter introduces the reader to the fifty-year period immediately following the establishment of the new Greek State (1830-1880), which was dominated by the pursuit of the past —a past that would affirm Greek historical continuity. During that period, in which the foundations were laid for the operation of a state entity, cultural heritage was identified with antiquities, an approach codified in legislation. The same pursuit was also gradually advanced at the end of the third de ...
This thesis seeks to trace the gradual shift towards folk culture from the last quarter of the 19th century onwards and to examine the stance adopted by the Greek State towards this aspect of cultural heritage across different historical moments. At the same time, unpublished archival material illuminates the establishment, operation, and development of the Museum of Greek Handicrafts (later known as the Museum of Greek Folk Art and today renamed the Museum of Modern Greek Culture) from 1918 to 1959. The first chapter introduces the reader to the fifty-year period immediately following the establishment of the new Greek State (1830-1880), which was dominated by the pursuit of the past —a past that would affirm Greek historical continuity. During that period, in which the foundations were laid for the operation of a state entity, cultural heritage was identified with antiquities, an approach codified in legislation. The same pursuit was also gradually advanced at the end of the third decade since the founding of modern Greece through the study of the life of Modern Greeks (Neo-Hellenes) as a response to Fallmerayer’s theories, while Constantine Paparrigopoulos articulated the tripartite scheme of the history of the Greek nation. Over the next forty years or so, as the struggle for national consolidation and the realization of the “Megali Idea” (Great Idea) prevailed, the quest for the past gave way to the interpretation and shaping of the present. Eleftherios Venizelos left his imprint on the political scene, while the presence of Nikolaos Politis in academia marked the turn to folk culture and the emergence of the science of Folklore. The second chapter discusses the period between the establishment of the Historical and Ethnological Society of Greece in 1882 —which sought to safeguard folklore/ethnographic material as a supplementary component of the existing body of evidence for modern Greek history— and the foundation of the Museum of Greek Handicrafts in 1918 by Eleftherios Venizelos. Both institutions reflected and, simultaneously, shaped the spirit of the time. The third chapter focuses on the establishment of the Museum of Greek Handicrafts and the first five years of its operation (1918-1923). The Museum’s objective was to preserve, and showcase works of arts and crafts of the Ottoman period in Greece, responding to the demand for continuity during a critical era for national affairs. It offered an image of reality open to multiple interpretations. In the aftermath of the Asia Minor Catastrophe, the “Megali Idea” was abandoned, and new horizons emerged, giving rise to new needs. These needs, oriented towards the future, were addressed by existing institutions, alongside the folklore/ethnographic museums and collections founded during the Interwar period, which the fourth chapter considers covering the period from 1923 to 1940. The fifth chapter is specifically dedicated to the development of the Museum of Greek Handicrafts during the Interwar period, when its character was crystallized, leading to its renaming in 1923 as the National Museum of Decorative Arts. As a state museum, it reflected and reproduced the prevalent ideology as well as notions on “greekness”. The sixth chapter concerns World War II and the early postwar period, when international initiatives were undertaken for the protection of cultural heritage, while in our country, in 1950, legislation was enacted for the first time that specifically addressed cultural goods dating after 1830. In parallel with reference to folklore/ethnographic museums that gradually emerged throughout Greece, the chapter examines in detail the trajectory of the National Museum of Decorative Arts up to 1959, when it was renamed the Museum of Greek Folk Art, a name that corresponded both to its goals and to the content of its collections. The seventh chapter examines the state’s approach to folk culture during the four critical decades 1960-2000, a period that began with optimism and, following the dark interval of the Regime of the Colonels, culminated in the consolidation of democratic institutions and the country’s accession to the European Union. The concept of cultural heritage steadily expanded, while all Greek museums gradually came into contact with the international museum landscape, prompting substantial mobility in all fields of museum work. At the same time, as the number of folklore /ethnographic museums across the country rapidly increased, the need to set criteria for their organization and operation became imperative. Within this framework, the Museum of Greek Folk Art developed its activities and prepared its transition to the new era. The eighth chapter serves as an epilogue and outlines the new institutional framework that represents the culmination of scholarly and social developments, both internationally and nationally, in the evolution of folklore /ethnographic museums in Greece and in the new prevailing approaches to the content and interpretation of folklore collections within the Greek historical context and the international environment.
περισσότερα